E.e,m,l,D/p/p

 
















Nαι ποιά είσαι; Ποιά είσαι; Ποιά είμαι; Τί είσαι; Τί είμαι; Αυτή που σιχαίνεται το αίμα της, ναι αυτή είμαι, αυτή που κρατάει αντίχειρες για να αποκοιμηθεί, αυτή που φοβάται τις κατσαρίδες αλλά τις λυπάται, που φέρεται απαίσια στους τέλειους και τέλεια στους απαίσιους, που δεν αφήνει ποτέ τα νύχια της να μεγαλώσουν αλλά μία φορά τα άφησε, αυτή που την ξέρουν τα περιστέρια των νοσοκομείων, αυτή που την αγαπούν τα χειρουργεία, ναι αυτή είμαι. Αυτή που ο κώλος της είναι πιο μεγάλος από τις καρέκλες, αυτή που ακούει Malher τρείς εβδομάδες τώρα και ψάχνει τί σκατά είναι ο μπενθαμισμός στις τέσσερις το πρωί, ναι αυτή είμαι. Αυτή που  πέρασε περίπου 14 ώρες να σου αγοράσει ένα  View-Master, αυτή που τρίβει τα μπούτια της με μανία και φοράει βαράκια στα χέρια όταν ξεσκονίζει τα ψηλά ράφια. Αυτή που κατουράει ξεδιάντροπα όλη τη θάλασσα χωρίς καμία προειδοποίηση και που κατουράει και τα πόδια της και τις σαγιονάρες της γιατί της φοράει παντού, στο βουνό, στη θάλασσα, στην πόλη, στις εξόδους, στις εισόδους, στις σκάλες, στις μεγάλες βόλτες, ναι αυτή είμαι. Αυτή που σπρώχνει τις μέδουσες να πάνε πιο μέσα, ναι αυτή είμαι. Αυτή που δεν πιστεύει στη χαρα αλλά χοροπηδάει σαν μουρλή μαϊμού όταν χαίρεται. Αυτή που δεν πιστεύει στην αγάπη αλλά αναπνέει σε θεση αραμπέσκ όταν αγαπάει. Αυτή που είχε πολλά μαύρα μαλλιά, μετά λίγα μαύρα, μετά πάλι πολλά, αλλά άσπρα. Αυτή που θέλει να την παίρνεις από πίσω, που χύνει και γαμάει τα σεντόνια, αυτή που κολυμπάει με τον Cheburashka και κάνει τα παιδάκια να ζηλευόυν, αυτή που τα θέλει όλα σε γεύση φράουλα, αυτή που τυλίγει τα φαγητά της σε μαρουλόφυλλα, αυτή που έχει δύσπνοιες, αυτή είμαι, ναι αυτή είμαι. Αυτή που θα ήθελε να έχει περάσει τα νιάτα της σε βρώμικα σπίτια του κέντρου με πολλούς φίλους που τρώνε πίτσες από το πάτωμα και φοράνε μωβ βρακιά, και δεν τους νοιάζει να μαζέψουν τις τρίχες από τις γάτες τους, και πίνουν μπύρες και ρεύονται, ναι αυτή που θα ήθελε να έχει περάσει τα νιάτα της ξέφρενα μα τα πέρασε μόνη να καθαρίζει, να σκουπίζει, να αδιεξοδίζεται, να ζορίζεται να έρθει σε επαφή με ανθρώπους, να ντρέπεται να φοβάται μα να τους γαμεί την μπαναγίτσα, αυτή που θυμώνει με όλα, αυτή που τη θέλουν όλοι για φίλη τους αλλά αυτή δεν θέλει κανέναν κι όσους θέλει πάλι τους φοβάται, ναι αυτή είμαι. Αυτή που μάτωνε το κεφάλι της απο έξω γιατί τραβούσε τα μαλλιά της, αυτή που το ματώνει τώρα από μέσα γιατί τραβάει το διάολό της. Αυτή που παλεύει με τα τέρατα που η ίδια έχει δημιουργήσει, η χαζή δονκιχώτισσα που κοπανιέται πάνω στους προσωπικούς και οικογενειακούς ανεμόμυλους, η ταλαίπωρη σαρανταπεντάρα που έχει πρεσβυωπία και δε βλέπει να φάει λίγο ρύζι, η ξεμαλλιάρα που δεν ξέρει να φυσάει τη μύτη της, αυτή είμαι. Αυτή που σε ρωτάει τί χρώμα να βάψει τα νύχια της, που δεν έχει υπομονή να τα περιμένει να στεγνώσουν και όλο ρίχνει καντήλια, που δεν έχει υπομονή έτσι κι αλλιώς, που στέλνει μηνύματα στην Kinder να της στείλουν μια χελώνα, που δεν ξεμένει ποτέ από καπνό και θυμό, ναι αυτή που βλέπει καρτούν γιατί νοιώθει καρτούν, αυτή που χτυπάει η καρδιά της από άγχος όταν χτυπάει το τηλέφωνο, αυτή με τα χίλια σύνδρομα ναι μια συνδρομήτρια, ενδομήτρια, ωω μια χαζή ξυλάρμενη που συγκροτείται μόνο με τα δικά της, αυτή, αυτή που ξεβρώμισε όλο το Furzedown, αυτή που βήχει σαν φάλαινα χωρίς να ξέρει αν βήχουν οι φάλαινες, αυτή που φοβάται τις μαύρες τρύπες και το μαύρο των ωκεανών, αυτή που αν πει δυό τρία όχι μαζεμένα παθαίνει επιθετικό ενοχισμό, αυτή που το στομάχι της είναι πιο εύθραστο από χνούδι λεύκας, αυτή που νομίζει οτι ο εγκέφαλος είναι έτσι από μέσα γιατι στην πραγματικότητα είναι ένα στουμπωμένο κωλάντερο, αυτή που δε μπορεί να πάρει αποφάσεις γιατί ποιός αποφασίζει χρησιμοποιώντας ένα στουμπωμένο κωλάντερο, αυτή που δε μπορεί να πάρει αποφάσεις γιατί τις παίρνει το κωλάντερό της γι' αυτήν και δεν τρώει και είναι η αυτοκράτειρα της διάρροιας και του στομαχόπονου, αυτή η αυτοκράτειρα της αλλεργιας αυτή είμαι, ναι αυτή είμαι. Αυτή που έχει αλλεργία σε όλα, που πλέκει με ενάμισο χέρι, που στρίβει τσιγάρα με ένα, ναι αυτή που ξυπνάει απο γενική αναισθησία και ανάβει τσιγάρο ναι αυτή είμαι, αυτή, αυτή που τσιμπάει με δύναμη το άνω χείλος της όταν έχει άγχος και τραβάει τις βλεφαρίδες της όταν νυστάζει, ναι αυτή που κάνει τα αυτιστικά αυτά που κάνουν τα σκατόμωρα, αυτή που δεν απέβαλε τα σκατομωρίστικα χούγια, αυτή που θέλει να την ξυπνάς με φιλιά το πρωί αλλά μετά χρειάζεται μία ώρα μέχρι να μπορέσει να σου μιλήσει κανονικά, αυτή η υδατοεξαρτώμενη αμφίβια που μπορεί να καθίσει σε θέση οκλαδόν για ώρες χωρίς να νοιώσει την παραμικρή ενόχληση, αυτή που θέλει να ζωγραφίσει πιάνα πάνω στα πόδια σου, στην πλάτη σου, στην κοιλιά σου, αυτή που δεν μπορεί να καθίσει σε ταβέρνα χωρίς να ταΐσει όποιο ζωντανό περάσει από μπροστά, αυτή που δεν μπορεί να πιεί ποτέ ένα όλόκληρο ποτήρι αναψυκτικό, αυτή που δεν αντέχει να έχει κανέναν από τα δεξιά της όταν περπατάει, κοιμάται ή κάθεται, αυτή που άντεξε να μπεί παράκεντρη μπαλκονόπορτα στο σαλόνι, κι αντέχει την ανάποδη κλειδαριά της αυλόπορτας και το ανάποδο ψυγείο, αλλά δεν αντέχει η γωνία του τραπεζιού να μην ευθυγραμμίζεται με το κέντρο του στρογγυλού σταχτοδοχείου, αυτή που ξέρει οτι αν διαβάσει Κάφκα θα γίνει σκατά αλλά διαβάζει, αυτή που ξέρει οτι αν ακούσει  Malher θα γίνει σκατά αλλά ακούει, αυτή που ξέρει πως αν μείνει νηστική θα ζαλίζεται αλλά μένει, αυτή που ξέρει πως αν περπατήσει δέκα χιλιόμετρα με τις σαγιονάρες θα πρηστεί το μεταλλικό της πόδι, αλλά δεν βάζει παπούτσια, αυτή που ξέρει πως αν συνεχίσει να αυτοκοπανιέται στους ανεμόμυλους θα τη διαλύσουν, αλλά συνεχίζει, αυτή είμαι, ναι αυτή, αυτή, η αυτοδημιούργητα κατεστραμμένη, η αυτοκαταστροφικά δημιουργημένη-δημιουργική αυτοδημιουργία, ναι αυτή, αυτή η κορτιζονούχα ανοσοκατεσταλμένη κι ανοσοκατεστραμμένη, αυτή που ψάχνει για βαθειές ανάσες μέσα στην κουραδία, αυτή η κατάκοπη που όλο κάτι ψάχνει, κι όλο κάτι έψαχνε, αυτή που πέφτει να κοιμηθεί άλλη και ξυπνάει άλλη, αυτή που κανονίζει να κάνει τετρακόσσιεςχιλιάδεςτριάνταεκατομμύριαδύο πράγματα και τελικά κάνει περίπου κανένα, αυτή που συνειδητοποίησε πόσο δυστυχισμένης πάστας κουράδα είναι, ένα απόγευμα μέσα στο ΚΤΕΛ Πελοποννήσου, βλέποντας τους πορτοκαλεώνες να περνούν κι ακούγοντας  Bernstein, ναι αυτό το πρώτο κλάμα δυστυχοσυνειδητοποίησης, και νααα το δάκρυ κορόμηλο, κορόμηλο στους πορτοκαλεώνες, ναι αυτή, αυτή που τότε είπε στον εαυτό της ναι εσύ θα είσαι πάντα μαλακισμένη τέτοια, ναι αυτή, αυτή το είπε, οι πορτοκαλεώνες το είπαν, αυτή είμαι, ναι αυτή, αυτή, ναι, εγώ είμαι, εγώ. Θέλε με κι αγάπα με.

I live out the secret of my seed to the very end

 

Eίμαι σε μόνιμη καφκαστολή, μην κάνουμε πως δεν το ξέρουμε. Ξέρω πόσο θέλεις να μάθεις τί ακριβώς έγινε και πώς,, εεε μάλλον πονούσαν οι αρθρώσεις μου και δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη, ω ναι αυτό είναι, οι λέξεις μου είχαν αρθρίτιδα, εγώ μάλλον όχι ευτυχώς. Πέρασαν οι μήνες της μούγγας λοιπον, κι ήρθαν οι άλλοι, αυτοί που εγώ ξεστομίζω, εσύ έρχεσαι και φεύγεις, εγώ παθαίνω εμμονές με φράουλες, μέλισσες, μαργαρίτες, εσύ με γιαούρτι στο πρωινό, εγώ με όλους τους δυστυχισμένους, εσύ για πες μου, διαβάζεις δυστυχισμένους; εγώ με Laurer and Hardy, εσύ με ταινίες που δεν τελειώνουν ποτέ γιατί μετά που τις βλέπεις διαβάζεις δέκα χρόνια γι' αυτές, εγώ θα μπορούσα ν' αγοράσω σπίτι βλέποντας μόνο μία φωτογραφία, εσύ δε θ' αγόραζες ούτε στυλό χωρίς να διαβάσεις τί έχει γραφτεί γι' αυτό από το 1998, εγώ θα μπορούσα να μείνω με το μαγιό και την άμμο  μέσα στο βρακί δέκα μέρες κι εσύ δεν αντέχεις ούτε μέχρι να φτάσουμε στο αυτοκίνητο, η αγάπη πονάει την καρδιά σαν χίλιες μέδουσες, η μοναξιά δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, είναι πιο μέσα απ΄όσο φαντάζεσαι, κι εσύ φοβάσαι το ξέρω, το λες ναι, αλλά φοβόμαστε αλλιώς, σαν κάπως εσένα να σε παίρνει γιατί πάντα έχεις αυτή τη δύναμη, εμένα δε με παίρνει, αυτό πόσες φορές το είπα ε; πόσες φορές το έχω πεί. Συμβαίνει κάτι συνηθισμένο τώρα. Εσύ κοιμάσαι κι εγώ γράφω. Εσύ κοιμάσαι κι εγώ σου γράφω. Εσύ κοιμάσαι κι εγώ σ' αγαπάω μόνη μου, όχι επειδή εσύ δε μ' αγαπάς, αλλά επειδή εγώ μόνη μου τα κάνω όλα σαν κωλόπαιδο, αυτός ο κωλοσυνδυασμός μου, το πιο φοβισμένο κωλόπαιδο από πάντα. Όλα από φόβο ξεκινούν όμως. Έμαθα να πλένω τον κώλο μου μόνη μου από μωρό γιατί φοβόμουν μη μου βάλει κωλοδάχτυλο ο γιατρός, έμαθα να ντύνομαι μόνη μου γιατι φοβόμουν οτι η μαμά θα μου φορέσει τη μουσταρδί φόρμα, έμαθα να οδηγάω μόνη μου γιατί φοβόμουν οτι κανείς δε θα με  πάει εκεί που θέλω να πάω, είμαι η πιο αυτοδίδακτη, τα έμαθα όλα μόνη μου και τα κάνω όλα μόνη μου. Είμαι η πιο αυτοδίδακτη αλλά εσύ αγάπα με και μην έχεις παράπονο γιατί με σένα λέω όλο και πιο σπάνια "μόνημου, μόνημου". Κατα τ' άλλα, όλα είναι ίδια. Η σιχαμάρα μου για κάθε τί ανθρώπινο, η ερωτολατρεία μου για κάθε τί ζωένιο. Προσπαθώ να υπάρξω μέσα στον κανονικό κόσμο, ποτέ δε μου ήταν τόσο άκαρδα δύσκολο, δέκα μήνες πονάνε όλα σπλαχνικά, και σα να μην έφταναν αυτά, τσουπ τα χειρουργεία, τσουπ οι αντιβιώσεις, τσουπ οι μυκητιάσεις, τσουπ τα αυχενικά, τσουπ και τα σκουπίδια. Η γνωστή άγνωστη εμμονική κουράδα να βρωμίζει τον τόπο. Πιτογυρομούνες παντού, κάθε χνάρι που αφήνουν, βρωμερή τυρένια λαδιά, θα της κλωτσούσα ευχαρίστως το μουνί αλλά σιχαίνομαι ν' ακουμπήσει η μπότα μου το βρωμιάρικο αγάμητο μουνί της. Εσύ μου λες να ηρεμήσω, με φοβάσαι όταν με πιάνει η βία, αλλά εγώ αυτή τη βία έμαθα να μεταμορφώνω. Είναι τέχνη να εφευρίσκω βρισιές για την κουράδα, γελάμε με τα κακόμοιρα αγγλικά της, γελάω με όλες τις κακομοίρες και όλους τους κακομοΊρους αυτού του κόσμου που δεν τον ξέρω, δε θα τον μάθω και δε θέλω να τον μάθω ποτέ. Γι' αυτό κουβαλάω τον Cheburashka  στα νοσοκομεία μαζί μου, γι' αυτό φτιάχνω πλεκτές φράουλες, γι' αυτό μαζεύω αγριοκάστανα σα χαζή από τον δρόμο, γι' αυτό βάφω τα νύχια μου ασορτί με το δίχτυ της γάζας,, γι' αυτό τραγουδάω ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά, γι' αυτό όλα όσα δεν καταλαβαίνεις. Ξύπνησα με πόνο στο χέρι, στο μουνί, στα βυζιά, στον λαιμό, σχεδόν γελάω με το πόσο πονάνε όλα, είμαι τρελό ραμόλι και κάνουμε πλάκα, αλλά χειρουργημένο ξεχειρουργημένο το χέρι πάει ροδάνι και φαντάσου να βγουν τα ράμματα. Ναι ξέρω, να μη χαίρομαι πολύ γιατί θα έχει κι άλλα σε λίγο, σημασία έχει οτι είμαι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μου, πάντα στα μέτρα μου, και λίγο χαρούμενη (όσο μου το επιτρέπει η κατασκευή μου) που δε θέλησα ποτέ άλλα μέτρα, δεν προσπάθησα να ξηλωθώ ή να ξηλώσω, δεν ξεχείλωσα και δεν έμπασα., κι αν μπορούμε να υπάρχουμε έτσι ζηλευτά μαζί, είναι γιατί δεν τράβηξες καμία περισσευούμενη κλωστίτσα, καθόλου ποτέ, μέχρι πριν δέκα μήνες που λίγο πήγες να τραβήξεις μία, κι εγώ είδες πώς κλώτσησα σα χαζή; Κλώτσα κι εσύ σου λέω, συνέρχομαι με κλωτσίδια εγώ, μη φοβάσαι. Εσύ φοβάσαι και όλο θέλεις να με συνεφέρεις με αγάπη, όχι εμείς τα κακομαθημένα  δε συνερχόμαστε έτσι, εσύ επιμένεις όμως και δώστου αγάπη και δώστου κι άλλη αγάπη, θα κάνεις μπαμ μια μέρα στο λέω και το φοβάμαι, κι εσύ μου λες το ίδιο και φοβόμαστε κι οι δύο τα ίδια. Εσύ φοβάσαι οτι εγώ θα πάθω πάλι μόνη μου, μόνη μου, κι εγώ οτι θα πάθεις σιχτήρ μωρή άντε μόνη σου.  Τώρα θα ήταν τόσο πιο κανονικά όλα αν ήσουν εδώ, κρατούσες τη γάζα, και μετά μου ξέβαφες τα νύχια για να τα ξαναβάψω στο ίδιο χρώμα με το δίχτυ  που φοράω από πάνω γιατί δε μπορώ να φορέχω κανονικές γάζες όπως οι άλλοι  άνθρωποι, γιατί έχω κι αυτό το δέρμα που όλα τα παίρνει προσωπικά και όλα τα αποθηκεύει κάπου πάνω του και γι' αυτό είναι γεμάτο χάρτες  με πόλεις και ποτάμια και βουνά κι εσύ το αγαπάς κι εγώ περιμένω κι άλλα. Κι άλλα φιλιά, κι άλλα σάλια, κι άλλους πόνους, κι άλλα ράμματα κι άλλα σημάδια, κι άλλες γάζες, κι ο χάρτης μεγαλώνει και μεγαλώνει, κι άλλες πόλεις κι άλλα ποτάμια κι άλλα βουνά... 

 

Δεν υπάρχουν σύνορα σου λέω,  

τα έχουμε καταργήσει όλα εμείς, 

όλα,

εκτός από εκείνο που ενώνει το ........  με το .......

κατάλαβες γιατί δεν πρόκειται να καφκαστραφούμε;

the knife I turn inside myself/ 28-2=0

 

 

  Kafka κατάλαβε πολύ πριν από μένα το όχι νόημα. Μπορεί κι εκείνος να έκλεινε τις πόρτες στη μούρη του μόνος του, δεν ξέρω. Τουλάχιστον μπορεί να μην ξέμενε από τσιγάρα. Τουλάχιστον έμενε στην Πράγα. Τουλάχιστον δε φοβόταν τις κατσαρίδες. Κάτι πάει πολύ λάθος και εκείνος το ήξερε τόσο καλά. Τουλάχιστον ήξερε να χρησιμοποιεί τις λέξεις, κάτι που πασχίζω να μάθω απο τον προηγούμενο αιώνα χωρίς καμία επιτυχία. Πάνω που θέλω να τους δώσω τη βαρύτητα που λένε όλοι οτι έχουν, πετάνε σαν σκασμένα μπαλόνια φρρρρ κι αφήνουν μόνο σάλια. Μια φορά στο αυτοκίνητο τις είχα δεί όλες μία μία να μπαίνουν μέσα από το μισάνοιχτό μου παράθυρο με τη φωνή σου, να κάθονται στο κάθισμα του συνοδηγού, και να κάνουν κάτι σχέδια που μου έπαιρναν το κεφάλι. Τέλειες, όμορφες, μια υπέροχη αρμονία, αγάπη, έρωτας, μουνί, μαζί, αχ, ουφφ, εμείς, εκείκάτω. Όλες με τη φωνή σου, θυμάσαι; λίγο πριν καταστραφεί το στομάχι σου, εσύ ήσουν άρρωστος κι εγώ νόμιζα πως δε με θέλεις, και κάθε φορά που το νόμιζα φρρρ οι λέξεις πετούσαν, κι εγώ να μένω με σάλια μέσα στον κύκλο της θρησκείας που λέγεται δυσπιστία και είναι δική μου εφεύρεση. Θα περάσει η ζωή και δεν θα θυμάμαι αν τελικά πίστευα ή δεν πίστευα στις λέξεις. Θα περάσει η ζωή και δεν θα έχω καταλάβει αν τις μισώ ή είναι το πιο πολύτιμό μου όπλο. Θα περάσει η ζωή και η λέξη που θα μείνει θα είναι μόνο μία και θα αρχίζει απο -δ και θα τελειώνει σε -ή, γιατί δεν γνωρίζω τίποτα που δεν μπορεί να διαταραχθεί και τίποτα που δεν είναι διαταραγμένο. Θα ήμουν ευτυχισμένη με ένα μεγάλο παράθυρο κι ένα πιάνο δίπλα λες; Αν είχα περίοδο όπως όλες οι γυναίκες, όποτε πρέπει κι όπως πρέπει; Άν δεν φαγουριζόμουν σαν θεόμουρλη κάθε μιάμιση με δύο μέρες; Άν φορούσαν όλοι για πάντα μάσκες να μη βλέπω τα άσχημα στόματά τους; Άν οι Άγγλοι μπορούσαν να προφέρουν σωστά το όνομά μου; Άν πίστευα πως όλα θα πάνε καλά; Άν δεν πίστευα οτι όλα  είναι πιο σκοτεινά απ' όσο δείχνουν; Άν μπορούσα να μείνω για πάντα στον βορρά; Ονειρεύτηκα πολλές φορές οτι σε συναντώ σε έναν βόρειο σταθμό. Έχει κρύο και φοράω το πιο ωραίο  φουστάνι του κόσμου και το πιο ωραίο σάλι του κόσμου, κι εσύ με περιμένεις, και τα πράγματά μας είναι λίγα, έχουμε σπίτι με πράσινη πόρτα και κανέναν γείτονα. Σηκώνομαι στις μύτες κάθε μέρα και μυρίζω τον λαιμό σου και είναι αυτό το πρωινό μου, και δεν μας ξέρει κανείς, εγώ φοράω πάντα τις κάλτσες δύο-δύο για να σε δυσκολεύω όταν με γδύνεις και να ισοφαρίσω που δε φοράω βρακί. Πλένω πάντα εγώ τα πιάτα γιατί υπάρχει μια ανώμαλη καύλα μέσα μου όταν το κάνω γι΄αυτό επιμένω να τα πλένω πάντα εγώ. Γιατί πάντα περνάει από το μυαλό μου οτι έρχεσαι πίσω μου και σηκώνεις το φουστάνι μου και με κάνεις να χύνω και γεμίζουν τα από μέσα μπούτια, κι έτσι μπορεί να περάσει η ζωή μου στον πάγκο της κουζίνας, αλλά προχτές το πρωί που έπλενα το ξεραμένο ταψί της πίτσας νομίζω δεν σκέφτηκα οργασμό, μόνο να τελειώνω για να πιω καφέ. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν έτρωγα πίτσα κάθε μέρα λες; Άν σε ξυπνούσα κάθε φορά που σε χρειάζομαι; Άν έβρισκα με την πρώτη το σωστό νήμα για να μην ξηλώνω; Άν κάθε λέξη που μου λες την πίστευα; Κι εσύ; Ας μιλήσουμε για σένα. Έλα να πούμε για σένα, όλο για μένα λέμε. Έλα πες. Θα ήσουν ευτυχισμένος αν είχαμε πράσινη πόρτα; Άν σου έπαιζα πιάνο; Άν μύριζα τον λαιμό σου για πρωινό κι είχα οργασμό όποτε έπλενα τα πιάτα; Άν κάθε λέξη που μου λες την πίστευα;  Αν όλο γελούσα; Άν έπαιζα πιάνο δίπλα στο παράθυρο; Όχι πάρε εσύ το παράθυρο, ναι εντάξει, αν είχες εσύ το παράθυρο; Τί σκατά θα σ' έκανε ευτυχισμένο, πες. Πες κι εγώ θα το κάνω.  

12 1616



Арсений Тарковский
Первые свидания

Свиданий наших каждое мгновенье
Мы праздновали, как богоявленье,
Одни на целом свете. Ты была
Смелей и легче птичьего крыла,
По лестнице, как головокруженье,
Через ступень сбегала и вела
Сквозь влажную сирень в свои владенья
С той стороны зеркального стекла.

Когда настала ночь, была мне милость
Дарована, алтарные врата
Отворены, и в темноте светилась
И медленно клонилась нагота,
И, просыпаясь: «Будь благословенна!» —
Я говорил и знал, что дерзновенно
Мое благословенье: ты спала,
И тронуть веки синевой вселенной
К тебе сирень тянулась со стола,
И синевою тронутые веки
Спокойны были, и рука тепла.

А в хрустале пульсировали реки,
Дымились горы, брезжили моря,
И ты держала сферу на ладони
Хрустальную, и ты спала на троне,
И — боже правый! — ты была моя.

Ты пробудилась и преобразила
Вседневный человеческий словарь,
И речь по горло полнозвучной силой
Наполнилась, и слово ты раскрыло
Свой новый смысл и означало царь.

На свете все преобразилось, даже
Простые вещи — таз, кувшин,- когда
Стояла между нами, как на страже,
Слоистая и твердая вода.

Нас повело неведомо куда.
Пред нами расступались, как миражи,
Построенные чудом города,
Сама ложилась мята нам под ноги,
И птицам с нами было по дороге,
И рыбы подымались по реке,
И небо развернулось пред глазами…

Когда судьба по следу шла за нами,
Как сумасшедший с бритвою в руке.

Th.a 9



Πρίν έρθεις περίμενα τα ξύλα στην αυλή με τον μπαμπά κι έπρεπε να ακούω τη φωνή του βλάκα ξυλά. Πήγαινα για τσιγάρα μόνο με το αυτοκίνητο γιατί τα πόδια μου δεν ήξεραν πώς να περπατάνε μέχρι την πλατεία και πίσω. Τα παντζούρια δεν άνοιγαν ποτέ πάνω από τη μέση. Έλειπαν 3 κουμπιά από το λάπτοπ και το σαλόνι είχε σκούρες κουρτίνες. Πρίν έρθεις, μερικές φορές έβαφα τα νύχια μου και άλλα χρώματα. Δεν είχα μαλλιά να λούσω, ούτε σωσμένους τους κωδικούς μου. Δεν είχα κάλυμμα για το πάπλωμα, ούτε πάπλωμα. Το τυφλό δωμάτιο δεν είχε παράθυρο (ούτε τώρα έχει, αλλά έχει). Μαγείρευα κριθαράκι κι έμενε 4 μέρες, και στο ψυγείο δεν είχε ποτέ χυμό. Δεν χρειαζόμουν γυαλιά για να γράψω, ούτε για να ράψω. Schubert άκουγα μόνο στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο και δεν περπατούσα δίπλα σε ελάφια. Δεν άφηνα κανέναν να χαϊδέψει τα πόδια μου για τόσες ώρες. Δεν είχα αθλητικά παπούτσια, ούτε φόρμες. Δεν είχα πράσινο φουστάνι, κι ούτε μία άσπρη τρίχα στα φρύδια μου. Ακολουθούσα την ίδια διαδρομή για την Αγ.Δημητρίου και δεν είχα φάει ποτέ πατάτες il gusto. Έπινα 4 μπουκάλια την εβδομάδα κι έτρωγα μέρα παρά μέρα. Κάπνιζα 40 τσιγάρα και έκανα αντιγραφή-επικόλληση με τον πιο ποντιακό τρόπο. Πριν έρθεις δεν υπήρχαν φλυτζάνια με πιατάκι στο ντουλάπι, κι ούτε είχα εθισμό στο sanctuary. Δεν κυκλοφορούσα ποτέ στη γειτονιά πριν να πέσει η νύχτα και δεν αφαιρούσα ποτέ τα χιλιάδες μεταλλικά πράγματα που κρατούσαν σφιχτά δεμένο το κεφάλι μου. Η ζωή είναι κακάσχημη, και θα συνεχίσει να είναι πάντα και για πάντα. Εμείς μετράμε τα λιγοστά λεφτά μας, υπολογίζουμε τί φτάνει, τί δεν φτάνει, αν μας φτάνουν αν δεν μας φτάνουν, ποτέ δεν μας φτάνουν. Κάποτε λίγο μας έφταναν.  Τότε που φόρεσα το καλό μου φουστάνι και το μικροσκοπικό καπελάκι στο κεφάλι και ήρθα να σε πάρω από την 329-339 Putney Bridge Rd, κι άκουγα τις αρλούμπες που έλεγε το ιρλανδέζικο πουστρο-αφεντικό σου  κι ήταν μόλις πεντέμιση το απόγευμα και βαθειά νύχτα, και Τρίτη, και 4 Δεκεμβρίου, και το τρένο δικό μας, και το μπαλκόνι του  Southbank Center δικό μας, και ο βήχας του κόσμου δε μας τρόμαζε, μόνο μας έσπαγε τα νεύρα, και τα δικά μας και της Mitsuko. Τότε που δεν σε είχα πιάσει ακόμα από τον λαιμό και η φωνή μου δεν είχε χαλάσει, γιατί δεν είχε χρειαστεί να φωνάξω τόσο που να πονέσω. Τότε που είχαμε ραντεβού έξω από το Bartek μετά τη δουλειά σου, και φορούσες εκείνα τα γάντια που ζέσταιναν τα δικά μου δάχτυλα. Που η ομπρέλα σου ήταν  πάντα πιο αποτελεσματική από τη δική μου. Πριν έρθεις τίποτα δεν ήταν αποτελεσματικό. Ήρθες και αποτελεσματιάστηκαν όλα γιατί εσύ δεν το βάζεις κάτω σαν εμένα. Εγώ όλο κάτω το έχω βαλμένο, κι εσύ το παίρνεις απο 'κει και το βάζεις πάνω και το κάνεις αποτελεσματικό. Ναι! το κάθε τί. Εγώ μένω να κοιτάω και να μουρμουράω αα κι αυτό το κατάφερε, αα κι αυτό, άα κι αυτό. Κι όσο εσύ καταφέρνεις, εγώ αποτραβιέμαι από κάθε τί ανθρωπινένιο γιατί όπως όλοι ξέρουμε πια, εγώ κι αυτό το είδος έχουμε τελειώσει. Δεν έχω παρτίδες γιατί δεν το αντέχω πια και με κουράζει. Όλα του με κουράζουν, τα εγωλουλάκια, η οίηση κι ο κομπασμός, η ανημποριά κι η κακομοιριά και όλα και όλα. Κι εσύ μένεις να με αντέχεις κι ας κατάντησα αποτραβηγμένη και τρελοπαρμένη. Να με βλέπεις να μιλάω σε δέντρα και πουλιά και γάτες και σκύλους και είναι το φυσικό μου να είμαι εκεί κοντά, κι έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις οτι είναι το φυσικό μου, το απόλυτα φυσικό μου και λες σου πάει η φύση, κι όσες φορές είμαστε ανάμεσα σε δέντρα και δίπλα σε ποτάμια, εσύ λες σου πάει η φύση και ναι πώς να μη μου πάει, η φύση είναι το φυσικό μου. Βρίσκω τους ανθρώπους ανησυχητικά άσχημους και τη φύση ανησυχητικά όμορφη, κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που το βάζω κάτω και πριν έρθεις, πάλι τα είχα βάλει όλα κάτω, κι εγώ καθόμουν λίγο πιο πάνω, όχι πολύ, κάτω με είχα βάλει κι εμένα, και κοιτούσα τα κάτω και ξεδιάλεγα, και όλα είχαν το ίδιο χρώμα, και οι άνθρωποι την ίδια ασχήμια. Κι ήρθες και έμαθα κάπως να κοιτάω από λίγο πιο ψηλά, όχι πολύ αλλά σα να είμαι στο 270 για την Putney Βridge, πάντα στο πάνω ντεκ, ή στο 57 Kingston τότε που πηγαίναμε στο St. George's να επισκευάσουμε τους νεφρούς μου κι έπρεπε να κατουρήσω στον πιο ηλίθιο γιουκέη ουροσυλλέκτη, κι εσύ περίμενες έξω υπομονετικά κρατώντας το πανωφόρι μου και το κασκώλ μου και την τσάντα μου και τα γάντια μου, ή όπως τότε που επιστρέφαμε από το Richmond και είμασταν πάλι στο 57 Clapham Park, και πρώτη φορά έβλεπα τόσες ανηφόρες στο Λονδίνο γιατί μέχρι τότε ήξερα μόνο τί γίνεται στο σπίτι μας που δεν είχε καμία ανηφόρα, ε όχι δεν θα αποκαλέσω τον δρόμο για το St. Leonard's ανηφόρα, όχι, όχι, από τα Μετέωρα είμαι, δε γίνεται να το αποκαλέσω ανηφόρα αυτό. Πριν έρθεις εγώ κατάπινα έναν σωρό χάπια. Ήρθες, κι εξακολουθώ να καταπίνω. Κι εκείνο το απόγευμα 4 Δεκεμβρίου είχα καταπιεί προληπτικά, κι ας ήξερα οτι δεν τα χρειάζομαι. Κι όταν η  γλυκιά Μitsuko με το γαλάζιο σελοφάν της, άρχισε να παίζει το  andantino D 959, όλα τα χάπια που είχα καταπιεί μέχρι τότε, όλα τα ένοιωθα να βγαίνουν από μέσα μου, να ξεκαταπίνονται. Ένα σε κάθε πλήκτρο του πιάνου, κι όταν η γλυκιά Mitsuko με το γαλάζιο σελοφάν πατούσε πολλά πλήκτρα μαζί, τότε τα χάπια που είχα καταπιεί, τα άγχη που είχα καταπιεί, όλα όσα είχα καταπιεί έβγαιναν και χάνονταν από μέσα μου, κι εγώ ήμουν επιτέλους ψηλά και δεν τα είχα βάλει κάτω, γιατί εσύ με είχες βάλει πάνω και πιο πάνω απ' όλα, και ήσουν στ' αριστερά μου και το κασκώλ σου έπεφτε στο πλάι σου κι εγώ σε είδα αλλά εσύ δε με είδες και είπα μέσα μου ααα κι αυτό το κατάφερε. Κι ύστερα φεύγοντας μέσα στη βροχή, βλέπαμε τον βρεγμένο Τάμεση να βρέχεται από την  Waterloo Bridge και ήρθε το 59 Telford Avenue και μπήκαμε και ανεβήκαμε στο πάνω ντεκ και είχε μόνο μία θέση, και πάλι μ' έβαλες να κάτσω εκεί πάνω γιατί πάντα με βάζεις πάνω απ' όλα, και αλλάξαμε στη στάση Rush Common, πήραμε το  333 Τooting Broadway και κάτσαμε πάλι στο πάνω ντεκ μαζί, κι ήταν όλα βρεγμένα και θολά και δε βλέπαμε την τύφλα μας, κι εσύ κοιτούσες ευθεία  στο θολό τζάμι κι εγώ σκεφτόμουν μα τί κοιτάει και γύρισα και σε είδα και πάλι το κασκώλ σου έπεφτε στο πλάι σου και ξαναγύρισα μπροστά και όλα είχαν ξεθολώσει και απλωνόταν μπροστά μας όλος ο  Streatham Highway  κι είπα πάλι μέσα μου, ααα κι αυτό το κατάφερε. 

m3958


 Γενάρης, δε γελιέμαι. 13. Ημέρα Κυριακή και κρύο ξυριστικό. Παραλίγο να δούλευα αλλά ευτυχώς η τρελλή Βουλγάρα με τη ζήλια της με έσωσε. Πήραμε το 249 και κατεβήκαμε στη στάση Crystal Palace Park. Φορούσα εκείνο το μπουφάν που στην αρχή δεν κούμπωνε και μετά κούμπωνε. Εσύ φορούσες αυτό που από πάντα κούμπωνε. Συμφωνήσαμε κι οι δυό οτι τέτοια κατηφόρα δεν περιμέναμε να δούμε ποτέ στο Λονδίνο. Εγώ λίγο χαιρόμουν που έχει και το Λονδίνο κατηφόρες. Τόσο χαζή. Λες και μετά δε θα έτρωγα την ανηφόρα στη μάπα. 

Περπατούσαμε μέσα στο πάρκο και ρουφούσαμε τις μύτες μας. Εκεί έμαθα πως πρέπει να κυκλοφορώ παντού με ένα πακέτο χαρτομάντηλα όπως εσύ. Εσύ λίγο κορόιδεψες αλλά δεν πειράζει γιατί εγώ σε έχω κοροϊδέψει πιο πολλές φορές. 

Περπατούσαμε στο πάρκο και ρουφούσαμε τις στεναχώριες μας. Εκεί έμαθα πως πρέπει να κυκλοφορώ παντού με υπομονή όπως εσύ. Εσύ δεν κορόιδεψες γιατί κανείς μας δεν κοροϊδεύει για τέτοια. 

Περπατούσαμε στο πάρκο και ρουφούσαμε την πίεση, την απόγνωση, την ανάγκη για λίγη χαρά, την ελπίδα οτι μια μέρα θα είναι καλύτερα. Εκεί έμαθα οτι πρέπει να κυκλοφορώ παντού με σένα όπως εσύ. Εσύ δεν το κατάλαβες αλλά εγώ με κορόιδεψα που άργησα τόσο πολύ να το μάθω.

Καθίσαμε στο παγκάκι Maggie 21.02.1956 - 30.09.2009. Πρώτη εγώ. Έστριψα τσιγάρο, εσύ όρθιος μπροστά μου και πίσω σου εκείνο το λονδρέζικο δέντρο, που τα κλαδιά του έμοιαζαν με ρίζες κι ήταν σα να είναι ανάποδα στο χώμα. Με έβγαλες φωτογραφία, και μετά εγώ εσένα. Κάθισες δίπλα μου και τρέμαμε από το κρύο και φιληθήκαμε και οι μύτες μας ήταν παγωμένες, και τα μάγουλά μας το ίδιο, και τρίψαμε τα πρόσωπά μας και προχωρήσαμε στον λαβύρινθο, κι εσύ πάλι με δέντρα πίσω και μπροστά σου, κι εγώ με τη γόπα του τσιγάρου, που πάλι δεν είχα πού να την πετάξω και την κουβάλησα μέχρι το σπίτι.

Περπατούσαμε ανάμεσα στους πέτρινους δεινόσαυρους, και κρατιόμασταν (παγωμένο) χέρι - (παγωμένο) χέρι. Εσύ μου μάθαινες, εγώ άκουγα σαν παιδί, κί ύστερα ήρθε εκείνο. Ποιός δεν έχει δεί το   Jurassic Park, κι ύστερα γίναμε λίγο πιο χαρούμενοι. Μία μικρή απόφαση μας έκανε χαρούμενους και ούτε καταλάβαμε την ανηφόρα του Anerley, κι εκείνο το απόγευμα 13 του Γενάρη και ημέρα Κυριακή, κλειστήκαμε στο ακόμα καθαρό απο Πολώνους και  bed bugs δωμάτιό μας, κι ευτυχήσαμε για λίγο, με πατάτες και πολύ αλάτι  κι ας ξημερώνει Δευτέρα αύριο, κι ας πρέπει να σηκωθώ από τις 0600, κι ας πρέπει να καθαρίσω όλα τα σκατά του κόσμου, κι ας πρέπει να σερβίρω τον κάθε βλάκα ή όχι βλάκα, κι ας πρέπει να πάρεις το 270, κι ας πρέπει να πας στον μαλάκα, κι ας πρέπει να και να.

 Θα έρθει μια Κυριακή κι εμείς πάλι θα ευτυχήσουμε με αλάτι ή χωρίς, με πατάτες ή χωρίς, με δεινόσαυρους ή χωρίς, με covid-19  ή χωρίς, με αυλή ή χωρίς, με ξεχορτάριασμα ή χωρίς, με λαδομπογιά ή χωρίς, με γάτες ή χωρίς, γιατί η ζωή μας πάντα βρίσκει τον τρόπο.

5/5-5/10=18

 

 𝒳ριστούγεννα, 07.52 κατεβαίνω από το σπίτι. Δεν υπάρχει ψυχή. Στη Mitcham Lane περνάει αυτοκίνητο κάθε 2 λεπτά, που σημαίνει ερημική ερημιά. Όλα κλειστά και βρεγμένα. Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που πάει στη δουλειά. Ξέρω οτι δεν είμαι, αλλά έτσι νοιώθω. Ξεκλειδώνω την πόρτα του πανδοχείου κι ανεβαίνω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11. Εκεί λίγο πιο μπροστά βρίσκεται η έξοδος κινδύνου που βγάζει στην ταράτσα. Βγαίνω στην ταράτσα και όλα είναι γλιτσερά και παγωμένα. Κατεβαίνω τη μεταλλική σκάλα που οδηγεί στον κήπο. Όλη αυτή η διαδρομή γιατί ο μαλάκας J. δε μου δίνει κλειδί της αυλής. Φτάνω επιτέλους στο σημείο που με φοβίζει πιο πολύ απ' όλα μου τα φοβιστικά.  Στα 19, όταν είχα διαβάσει το Die Taube είχα φοβηθεί πολύ τα περιστέρια. Αργότερα το ξέχασα. Και τώρα εδώ μπροστά στη μεταλλική μπλε πόρτα ο φόβος επιστρέφει. Κάθε πρωί στις 07.57 αναμετριέμαι μαζί του. Καθημερινά η μεταλλική μπλε πόρτα είναι ο εφιάλτης μου. Στέκεται μπροστά μου ψηλή, υγρή και τριξιάρα με την τρελή κλειδαριά της. Δεξιά μου η ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο του μποηλερ. Την ανοίγω, πάνω στο μεταλλικό κουτί βρίσκονται τα κλειδιά της μπλε πόρτας. Τα παίρνω μαζί με μια ανάσα. Και τώρα ήρθε η ώρα. Πρέπει να ξεκλειδώσω την τρελλή κλειδαριά της μπλε πόρτας. Το κλειδί μένει σταθερό, ο εξωτερικός μύλος πρέπει να γυρίσει δεξιόστροφα 4 φορές περίπου μέχρι να ακουστεί ένα ανεπαίσθητο κλικ. Τότε γυρνάω τον εξωτερικό μύλο μαζί με το κλειδί αυτή τη φορά, και η πόρτα ανοίγει τρίζοντας τόσο τρομακτικά που τα κόκκαλά μου σχεδόν ακούγονται. Έτσι ανατριχιασμένη στέκομαι πίσω της και την ανοίγω σιγά σιγά. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα από πίσω της να δω τί θα πεταχτεί. Όταν έχει περιστέρια μέσα συνήθως βγαίνουν αμέσως σαν μουρλαμένα. Βγαίνει το πρώτο, περιμένω λίγο ακόμα. Ξέρω οτι θα έχει και δεύτερο και ξέρω πως θα με παιδέψει. Το κεφάλι μου είναι κολλημένο πίσω από την πόρτα. Το σέρνω μέχρι να ξεπροβάλλει το μάτι μου. Κοιτάζω τρομαγμένη να δω που είναι το δεύτερο. Δεν βλέπω τίποτα. Κάνω θορύβους με το στόμα για να το καλέσω να βγεί έξω. Δεν ξέρω ποιοί θόρυβοι προσελκύουν τα περιστέρα, κάνω ηλίθιους ήχους, ψψ, τσσ, κκ, δεν πιάνει τίποτα. Ησυχάζω λίγο νομίζοντας πως δεν υπάρχει δεύτερο. Κι όταν πάω επιτέλους να μπω μέσα στον διάδρομο, τότε πετάγεται με ταχύτητα απογείωσης  airbus και περνάει ξυστά από πάνω μου, την ώρα που η καρδιά μου πιάνει τους 8χιλιάδες χτύπους και τα κόκκαλά μου ξανασυναρμολογούνται. Τότε κλείνω την πόρτα γρήγορα και προσπαθώ ν' ανασάνω. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου. Αυτό είναι το ξεκίνημά μου στη δουλειά. Κάθε πρωί το ίδιο άγχος, επειδή ο μαλάκας J. δεν κλείνει ποτέ την πόρτα, κι εκείνα μπαίνουν μέσα κι εγκλωβίζονται όλη τη νύχτα και λαχαίνει σε μένα να τα απεγκλωβίζω κάθε πρωί μ' αυτόν τον μαρτυρικό για τα κόκκαλά μου τρόπο. Χριστούγεννα 08.00, βρίσκομαι μέσα στον διάδρομο ήσυχη πια πως δεν θα πάω από περιστέρι. Προχωράω στο βάθος και μπαίνω στην αποθήκη αριστερά. Τραβάω το κορδόνι κι ανάβει το πνιγηρό βαβουριάρικο φως. Τζζζζγκ και τρεμοπαίζει. Μπροστά μου ένας κόκκινος κι ένα κίτρινος κουβάς. Ο κίτρινος για τις τουαλέτες, ο κόκκινος για όλον τον υπόλοιπο χώρο. Τους περνάω και τους δύο στον δεξιό βραχίονα, παίρνω τις αντίστοιχες σφουγγαρίστρες και βγαίνω πάλι στον διάδρομο. Στρίβω δεξιά αυτή τη φορά. Μπαίνω στην κουζίνα, εδώ οι θόρυβοι είναι πιο τρομακτικοί ακόμα. Ψυγεία και γκάζια και ο αέρας των τεράστιων απορροφητήρων, τα ποντίκια εγκλωβισμένα στα ενδιάμεσα κουφώματα. Ανοίγω τον διακόπτη με τον αγκώνα, διασχίζω την κουζίνα και βρίσκομαι στον χώρο σερβιρίσματος, ανοίγω το φώς με τον αγκώνα κι εκεί, διασχίζω τον χώρο κι επιτέλους φτάνω στην πίσω μεριά του μεγάλου μπαρ. Εκεί είμαι συνήθως ήσυχη. Φοράω τη νάυλον ποδιά μιας χρήσης, την περνάω από το κεφάλι, τη δένω πίσω στη μέση, φοράω τη μάσκα, τα γάντια μου και ξεκινάω να γεμίζω τους κουβάδες. Η παμπ είναι σκοτεινή. Στον πίνακα με τους χίλιους διακόπτες κι ασφάλειες, ξέρω τί πρέπει να πατήσω και τί όχι. Με τυφλό σύστημα ανοίγω όσα πρέπει. Παίρνω τον κίτρινο κουβά, μια σακούλα σκουπιδιών, τη σφουγγαρίστρα, και παραμάσχαλα, 2 καθαριστικά κι ένα χαρτί γενικής χρήσης. Μπλε κι αυτό. Οι καρέκλες ανάστατες. Συγκεκριμένες καρέκλες. Ξέρω ποιός καθόταν πού. Η καρέκλα του Michael τραβηγμένη αριστερά για να χωράει η τσάντα του, του Krystof λίγο πίσω, παραδίπλα του Graham και του Andrew, στο τέρμα του μπαρ του δεύτερου Michael, κι ενδιάμεσα η καρέκλα του  Martin. Όλες οι άλλες είναι στη θέση τους πράγμα που σημαίνει πως δεν ήταν κανείς άλλος χτες τη νύχτα εκεί. Είναι Τρίτη. Γι' αυτό αγαπώ την Τρίτη. Γιατί είναι η επόμενη της Δευτέρας και τις Δευτέρες δεν έχει κόσμο, άρα οι τουαλέτες θα είναι λογικά καθαρές. Ξεκινώ από τις μπροστινές τουαλέτες. Αν αυτές είναι καθαρές τότε οι πίσω θα είναι σίγουρα πιο καθαρές. Επιβεβαιώνομαι και παίρνω μια βαθειά ανάσα μέσα από τη μάσκα. Αν ήμουν η Iwona η βρωμιάρα θα μπορούσα να μην κάνω τίποτα. Όμως εγώ δεν είμαι βρωμιάρα. Παστρικώνομαι ό,που και να είμαι. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα. Χριστούγεννα 08.15 έχω καθαρίσει ήδη τις μπροστινές τουαλέτες. Κουβαλώντας όλα τα απαραίτητα κατευθύνομαι στις πίσω. Η απόσταση είναι μεγάλη. Η παμπ είναι 300 τ.μ. Σε λίγο θα πρέπει να τη σκουπίσω και να τη σφουγγαρίσω όλη. Τα χέρια μου δεν έχουν μουδιάσει ακόμα. Ανοίγω την πόρτα της πίσω τουαλέτας με τη σιγουριά οτι θα είναι όλα καθαρά κι εδώ. Μπαίνω στην πρώτη ναι ναι καθαρή, αχρησιμοποίητη, το μπλε υγρό που είχα ρίξει χτες είναι ακόμα εκεί. Ανοίγω τη δεύτερη πόρτα, το ίδιο, η τρίτη το ίδιο, νοιώθω ευτυχία και αμέσως δυστυχία, κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη και  με λυπάμαι. Είναι Χριστούγεννα 08.18 κι εγώ νοιώθω ευτυχία γιατί δεν υπάρχουν σκατά να καθαρίσω. Αυτού του είδους η ευτυχία είναι δυστυχία. Κι εγώ είμαι μικροευτυχισμένη μέσα στη μεγαλοδυστυχία μου κι ο καθρέφτης μου το επιβεβαιώνει. Φαίνονται μόνο τα μάτια μου, είναι κουρασμένα. δυστυχισμένα και καθόλου χριστουγεννιάτικα. Δεν έχω χρόνο για ευτυχοδυστυχίες. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα κι εδώ. Τουαλέτες τέλος. Χριστούγεννα 08.31. Έχω ήδη ιδρώσει. Ξέρω πως δε χρειάζεται να σκουπίσω παντού. Μόνο το σημείο που κάθεται ο Michael, που σίγουρα θα έχει πέσει καπνός, αα ίσως και η μεριά του  Graham να έχει λίγα ψίχουλα αν έφερε τα κράκερ μαζί του. Επιβεβαιώνομαι και πάλι. Όλα τα σημεία είναι όπως τα άφησα χτες καθαρά εκτός απο κείνα που ήξερα πως δε θα είναι. Σκουπίζω τα δυο μικρά σημεία, τρέχω αφήνω τη σκούπα και ξεκινάω με τον κόκκινο κουβά το σφουγγάρισμα. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να μουδιάζουν. Η σφουγγαρίστα είναι οικιακής χρήσης κι όχι επαγγελματική, που σημαίνει μικρή. Μια μικρή τόση δα ξεμαλλιασμένη σφουγγαρίστρα για 300 τετραγωνικά. Είναι  δολοφονία του καρπιαίου σωλήνα μου. Το O.C.D μου δε με αφήνει να ξεκινήσω απ' οποιόδηποτε σημείο. Πρέπει να ξεκινήσω από εκεί που τα πλακάκια σχηματίζουν τα τετράγωνα. Κάθε τετράγωνο έχει 16 πλακάκια. Γύρω γύρω ξύλο. Πρέπει να σφουγγαρίσω πρώτα το εξωτερικό ξύλο και μετά τα 16 εσωτερικά πλακάκια. Μόνο έτσι μπορώ να καθαρίσω. Αν βγώ παραέξω από την ξύλινη γραμμή μπορεί να αρρωστήσω. Η διαδικασία σφουγγαρίσματος μοιάζει ατελείωτη. Στα πρώτα δέκα λεπτά τα δάχτυλά μου είναι ήδη μουδιασμένα κρατάω τη σφουγγαρίστρα με τις παλάμες, τα δάχτυλα δε νοιώθουν τίποτα. Είμαι γρήγορη, είμαι εξαιρετικά γρήγορη, δεν αφήνω ούτε χιλιοστό ασφουγγάριστο. Είμαι η βασίλισσα του multitasking, φέρνω τις καρέκλες στη θέση τους με τα πόδια, ενώ παράλληλα σφουγγαρίζω όπως καμιά στον κόσμο. Χριστούγεννα 09.05, έχω γυαλίσει μπαρ, τραπέζια, τουαλέτες και 300τ.μ πάτωμα. Κανείς άλλος στον κόσμο δεν το κάνει αυτό. Ξέρω πως δεν είναι έτσι αλλά  εγώ έτσι νοιώθω. Σειρά έχει ο κήπος. Όλα τα δέντρα του Λονδίνου πάντοτε θαλλούν, εκτός από τα δέντρα στον κήπο που πρέπει να σκουπίσω. Είμαι γρήγορη, έχω σύστημα, σκουπίζω τα φύλλα κι ας φυσάει, είμαι πιο γρήγορη από τον λονδινικό αέρα, τα χώνω όλα μέσα στη μαύρη σακούλα, τη δένω σφιχτά, τρέχω στους κάδους, την πετάω, βγάζω τα γάντια, την ποδιά, τα πετάω, τρέχω μέσα, πλένω χέρια, ξαναβγαίνω στον κήπο κλείνοντας την μεταλλική μπλε πόρτα. Επιστρέφω τα κλειδιά στο δωμάτιο του μπόηλερ, κλείνω την ξύλινη πόρτα. Χριστούγεννα 09.31, έχω τελειώσει τα πάντα. Κάθομαι στο παγκάκι του κήπου, μου μένουν 27 λεπτά μέχρι να ξεκινήσω να ανεβαίνω στο πανδοχείο. Βγάζω τον καπνό μου, στρίβω τσιγάρο, καπνίζω, έχω χρόνο και για δεύτερο, πίνω νερό, πολύ νερό, πίνω άπειρο νερό και καπνίζω, δροσίζομαι και πικραίνομαι, κρυώνω, φυσάει, τα δάχτυλά μου παγώνουν, φυσάω τον καπνό κι ο αέρας τον επιστρέφει στα μούτρα μου, ο μαλάκας J. κατεβαίνει την εξωτερική μεταλλική σκάλα, με καλημερίζει, με μερικριστμαστιάζει, κοιτάει το ρολόι του, πάντα του κάνει εντύπωση που έχω τελειώσει τα πάντα τόσο νωρίς, είμαι σίγουρη πως σκέφτεται γιατί να πληρώνομαι για 2 ώρες αφού τελειώνω στη μιάμιση, τον κοιτάω με ύφος -να πάρεις την  Iwona τη βρωμιάρα μαλάκα  που δεν της φτάνουν ούτε τρείς ώρες και κάνει και προχειροδουλειά- ανοίγει την ξύλινη πόρτα του μπόηλερ, παίρνει τα κλειδιά της μεταλλικής μπλε πόρτας, την ανοίγει άφοβα, κουλ και στα σκατοπαπάρια του, τί να φοβηθεί αφού τα έκανα όλα εγώ, - hey J. 2 pigeons this morning, -Heh, μπαίνει μέσα κι αφήνει πάλι την πόρτα ανοιχτή. Χεχ ο σκατομαλάκας, χεχ που εχω τραβάω τον καθημερινό τρομοδιάβολο, χεχ και η πόρτα ανοιχτή. Το πιο απλό πράγμα για 'κείνον, είναι ο απόλυτος εφιάλτης για μένα. Χριστούγεννα 09.58, ανεβαινω την εξωτερική μεταλλική σκάλα για την ταράτσα, ανοίγω την πόρτα εξόδου κινδύνου, μπαίνω στον μεγάλο προθάλαμο, προχωράω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11, στρίβω, κατεβαίνω στο ισόγειο. Ώρα ν' αρχίσει η δουλειά. Πόσα δωμάτια σήμερα; η ρεσεψωνάρα απαντά -μμμ εεε έχει αρκετή δουλειά, 8 δωμάτια, ααα και είναι Τρίτη, έρχονται τα σεντόνια, πρέπει να τα ανεβάσεις όλα στον τρίτο και να τα τακτοποιήσεις. Γι' αυτό σιχαίνομαι την Τρίτη. Γιατί έρχονται τα σεντόνια...

1855


ΠΡΑΓΜΑΤΑ
τα πράγματα δεν είναι κακά
δεν ήταν ποτέ κακά
τα πράγματα είναι πολλά
τα πράγματα είναι μαλακά
τα πράγματα είναι σκληρά
έτσι μου έρχεται να κάνω μια βουτιά στα πράγματα
να πέσω με το κεφάλι
να χτυπήσω με το σαγόνι στο κομοδίνο
να μου γδάρει το μάτι ένα λαμπατέρ
να παραδοθώ στα πράγματα
Ρ-Κ Α, Χ .Κ

а.д.жё~8

Χρειάστηκε να βγάλω φωτογραφία διαβατηρίου  για να ανακαλύψω πως η χωρίστρα μου έπρεπε να βρίσκεται ενάμιση χιλιοστό πιο αριστερά, χρειάστηκαν 6 χρόνια από το προηγούμενο διαβατήριο για να καταλάβω πως η χωρίστρα μου δεν ήταν ακριβώς στο κέντρο και συγκλονίστηκα. Σήκωσα με προσοχή την κοτρώνα που συγκρατεί την πόρτα της κάμαρας που κοιμόμαστε και παραλίγο να πέσει πάνω στο πόδι μου και φαντάζεσαι τί θα πάθαιναν τα δάχτυλά μου αν έπεφτε, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή  γλίτωσα και την άφησα πάνω στη συρταριέρα κι έκανε θόρυβο και μακάρι να μην ξύπνησες, γιατί τί μου φταίς που ξύπνησα νύχτα κι ήθελα να φτιάξω νυχτοπρωινό και καφέ. Ήταν τόσο σκοτεινή η αυλή που φοβήθηκα ν' ανοίξω το παντζούρι της κουζίνας, όμως το άνοιξα κι η ομίχλη μπήκε μέσα στο σπίτι και θόλωσαν όλα κι είναι κρίμα να ξεκινά μια μέρα έτσι με τόσο ενδιαφέρουσα αχνάδα και να καταλήγει βαρετή ηλιασμένη με αδιάφορη θερμοκρασία. 14 βαθμοί, τόσο αδιάφορο, τόσο πολύ αδιάφορο νούμερο που σε κάνει να μη θέλεις να βγείς από το σπίτι γιατί νοιώθεις αμήχανα με τόση αδιαφορία. Γράφω πριν ξεκινήσει η μεγάλη αδιαφορία, όσο έχει ομίχλη θα γράφω, μόλις καθαρίσει το τοπίο θα πάψω, τέτοια ήταν η συμφωνία που έγινε μέσα μου μόνη της όσο ετοίμαζα αυγό, και τώρα προφταίνω δεν προφταίνω. Τα λίγο πιο παλιά χρόνια από τώρα έγραφα στην κουζίνα, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια έγραφα και με ήλιο, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια δεν έλεγα τη λέξη δυστυχία τώρα τόλμησα και την είπα η μαλακισμένη και την είπα σε σένα, σε ποιον! σε σένα! τέτοια είμαι ναι, σε κοίταξα και σου είπα είμαι δυστυχισμένη κι εσύ κοιτούσες με 'κεινα τα μάτια που έχεις που κοιτάνε έτσι γιατί έχουν κι εκείνο το απο πάνω που τα σκεπάζει δεν ξέρω πώς το λένε που είναι το πιο ωραίο σκέπαστρο ματιών που  έχω δεί, τα δικά μου είναι ξεσκέπαστα, και στο είπα και μετά έκλαιγα μέχρι το στομάχι, εσύ μόνο κοιτούσες, μετά σταμάτησα τα κλάμματα, δεν υπάρχει εξήγηση για τέτοιες λέξεις, είπα τη λέξη δυστυχία πάει και τελείωσε, κατάφερα να την πω, και πέρασαν 3 μήνες από τότε αλλά εγώ ακόμα το θυμάμαι, όπως θυμάμαι και πώς κοίταξες και θυμάμαι και το σκέπαστρο, όλα τα θυμάμαι και η δυστυχία μου είναι το τρίπτυχο αυπνία-διάρροια-φαγούρα και έστω υπάρχει το  bilaz για να αντέχω τη φαγούρα, τα άλλα δύο δεν ξέρω τί να τα κάνω. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που μου λείπει ο Νοέμβρης στο νοσοκομείο, τα λιγοστά τσιγάρα κάτω από το πεύκο, οι μεταμεσονύκτιες βόλτες στον διάδρομο του θαλάμου, οι παντόφλες μου πάνω στα 62 πλαστικά πλακάκια, 62 κι 62 κι 62 πόσες φορές πάνω κάτω, δεν κάθομαι ποτέ στον κώλο μου κι οι νοσοκόμες ξέρουν και καταλαβαίνουν οτι είμαι απ' αυτές που δεν κάθονται στον κώλο τους και δε με μαλώνουν πολύ που ποτέ δε με βρίσκουν, ναι πρέπει να πω πως οι νοσοκόμες στο θεαγένειο είναι οι καλύτερες του κόσμου, πουθενά σε κανένα νοσοκομείο δεν έχει τόσο καλές νοσοκόμες που καταλαβαίνουν κι αυτούς που δεν κάθονται στον κώλο τους, γιατί ξέρουν πως θέλεις μισή ώρα ν' ανέβεις στον 8ο γιατί έχει μόνο ένα μαλακισμένο ασανσέρι και πάντα περιμένουν εκεί 34793265 άνθρωποι αλλά δίπλα έχει κι ένα άλλο που είναι μόνο για ασθενείς κι εγώ μόνο μία φορά το χρησιμοποίησα γιατί με μάλωσε η νοσοκόμα λίγο και βρήκα τη δικαιολογία με τους 34793265 ανθρώπους  που περίμεναν και μου είπε  οτι έχω προτεραιότητα και να λέω σε όλους πως πρέπει να περάσω πρώτη ή καλύτερα να παίρνω το διπλανό που είναι για ασθενείς και πήγα με καμάρι, επιδεικνύοντας τις γάζες και τον ορό σε όλους τους 34793265 και είπα κάντε πέρα και μπήκα πρώτη πρώτη στην απαγορευμένη γι' αυτούς πόρτα κι ευχαριστιόμουν μέσα μου κι ας είχα γάζες και ορό, γιατί δεν θα υπήρχε περίπτωση να ζητήσω να με λυπηθούν και να με αφήσουν να περάσω πρώτη, το σιχαίνομαι αυτό, το σιχαινόμουν από μικρή, κάθε μορφή λύπησης και κλάψας και σιχαίνομαι που έτσι μεγαλώνουμε, γιατί όχι δεν είναι σεβασμός, είναι λύπηση και κλαψομουνιά, μέχρι και τα παιδικά παιχνίδια είναι κλαψομουνιά γι' αυτό δεν έπαιξα ποτέ εκείνο που λέει η μικρή ελένη κάθεται και κλαίει γιατί από μικρή νευριαζόμουν μ' αυτό το βλαμμένο την ελένη που κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της, και σκεφτόμουν πόσο ηλίθιο μαμόθρεφτο να κάθεται και να κλαίει, και μετά το τραγούδι λέει σήκω επάνω και σκούπισε τα μάτια σου και δες τον ήλιο και κάτι τέτοια αηδιαστικά αντί να λέει σήκω επάνω και δώσε κλωτσιές στο μουνί κάθε φιλενάδας, όλα λάθος από την αρχή όλα λάθος τα μαθαίνουμε, μην αναρωτιέσαι για το τρίπτυχο λοιπόν, από τη σιχαμάρα μου για την κλάψα είναι, προλαβαίνει το σώμα να κλαφτεί γιατί ο εγκέφαλος δεν αντέχει την ιδέα. Έχω έναν φόβο για εκείνη την ημερομηνία 5 μαΐου. Ποιό όργανο απ' όλα να αντέξει τέτοια μέρα, το σκυλί λες και νοιώθει οτι θα φύγω έχει πάθει στενό έρωτα, δεν ξεκολλάει από το σπίτι, δεν αντέχει ούτε όταν φεύγω για μερικές ώρες, της εξηγώ κάθε μέρα αλλά δεν δείχνει να καταλαβαίνει, κατα τ΄άλλα αν ρωτάς  τα ίδια. Συνεχίζω να σου φέρομαι σκατά, να σιχαίνομαι όλους τους ανθρώπους, να βαριέμαι κάθε είδους επαφή μαζί τους, να θέλω να σώσω όλα τα ζώα, να διαβάζω για τα αρμαντίλλο και να συναρπάζομαι, να προσπαθώ να ξυριστώ εκεί που είναι η τομή και να τρομάζω γιατί είναι μουδιασμένο το σημείο και είναι τρομακτικό να ακουμπάς ένα ξυράφι σε ένα σημείο που δε νοιώθει, ααα και αυπνία, διάρροια και φαγούρα.