K.tnkA.131012?


Bούτηξα ένα κομμάτι τσουρέκι στον καφέ και κουβαλούσα την αμαρτία όλη μέρα  πάνω μου, και λίγο τη νύχτα κι ας περπάτησα 8 χιλιόμετρα. Έίναι Μάης,  η μέρα μεγάλωσε, η πρεσβυωπία μου μεγάλωσε, η κορτιζόνη μεγάλωσε, η στεναχώρια μου το ίδιο, όλα μεγαλώνουν και είναι βαριά, βαριά στο βαρύ σπίτι αυτόν τον καρκινιασμένο πάλι καιρό. Το σπίτι με τα μεντρόλια, τους καρκίνους τον έναν πίσω από τον άλλον, κι εγώ η μις αλλεργία ταξιτζού της χρονιάς και πάλι, να καταπίνω τα χιλιόμετρα της πόλης, δυτικά ανατολικά, θεαγένειο σπίτι έτσι για πλάκα, η κυρία στην είσοδο με ξέρει πια, προχτές που κατουριόμουν δε χρειάστηκε καν να πω ψέμματα, της λέω τουαλέτα θέλω μ' άφησε να περάσω. Κατούρησα στην αγαπημένη μου τουαλέτα, έκανα τα μαγικά με τα αντισηπτικά μαντηλάκια, βγήκα έξω με καινούργια κύστη, έχω κατουρήσει σε ξένες τουαλέτες τους τελευταίους μήνες,  όσο δεν έχω κατουρήσει σε όλη μου τη ζωή, παρόλο που ξέρουμε όλοι οτι είμαι καλή εξωτερική κατουρήτρια, από τότε που στο Λονδίνο άφησα όνομα και ναι καλύτερα να σου βγεί το όνομα της κατουρήτριας παρά κανένας νεφρουλάκος. Ξέρω τα τετράγωνα γύρω από το θεαγένειο σαν την παλάμη μου, ποιό στενό μπαίνει, ποιό όχι, βρίσκω πάντα να παρκάρω εκεί στον δρόμο με τις κουτσουλιές που δε με ενοχλούν, έτσι κι αλλιώς χεσμένα είναι όλα. Ψήνω κόκκινες πιπεριές, τις έχω στον αέρα, μοσχοβολάει το σπίτι, παίζει Malher από το πρωί και κάπως σαν σκυλάκι του Παβλόφ τρέχω μέσα να γράψω, κάπως σαν όταν ακούω  Malher πρέπει να γράψω, τί κακό κι αυτό, γράφω και μυρίζουν οι μισοκαμμένες πιπεριές, τις προλαβαίνω στο τσακ, τις βάζω σε μια σακούλα και μέχρι να κρυώσουν τρέχω πάλι πίσω στο γράψιμο, το στομάχι μου παράγει τους γνωστούς ήχουν πείνας, γράφω και σκέφτομαι τις πιπεριές με τις γαρίδες που θα μαγειρέψω, πεινάω και πεινάω και πεινάω για φαγητό και πεινάω για λίγη χαρά και για λίγη τύχη. Βήχω, πνίγομαι από τον στεναχωρημένο μου βήχα, η δουλειά σταμάτησε, τώρα ανεργία και δουλειές, ατέλειωτες δουλειές, γλάστρες, κήπος, μπαλκόνι, σπίτι μέσα έξω, ξουτ τα χαλιά, όλα προσποιητά κανονικά, τίποτα δεν είναι κανονικό. Μέχρι τώρα κάθε Παρασκευή πίνοντας κάτι κανονικοποιούσα, τώρα τέρμα, τώρα όλα καρκινικά, η δική μου μεγάλη εβδομάδα θα έρθει μετά τη μεγάλη των άλλων. Το καθολικό πάσχα, το ορθόδοξο και το καρκινικό. Εγώ το καρκινικό περιμένω, σκέφτομαι τα αποτελέσματα, κάπως κολλάω εκεί, τα αποτελέσματα τα αποτελέσματα, να είναι λίγο καλά να είναι λίγο καλά, σκέφτομαι και σταματάει το πεινασμένο στομάχι μου και σταματάει και η καρδιά μου, μόνο τα αποτελέσματα. Να μην κατσει βαριά η χημειοθεραπεία, να κάτσουν ωραία ελαφριά τα αποτελέσματα. Είναι μία ήρεμη εβδομάδα αυτή. Τις ηλιόλουστες μέρες με τον αέρα έτρεχα επάνω στο μπαλκόνι να απλώσω τα σκεπάσματα, ένοιωθα τον ήλιο να με ζεσταίνει μαζί με τον αέρα, ένοιωθα να ψήνομαι σαν τις πιπεριές. Άπλωνα και φυσούσε δυνατά κι εγώ σκεφτόμουν όλες τις γυναίκες που φοράνε περούκες και μαντήλια και όταν φυσάει προσπαθούν να τα συγκρατήσουν. Τις βλέπω συνέχεια να βάζουν τα χεράκια τους εκεί με άγχος, περπατάνε σκυφτές, θέλω να τους φωνάξω εεε είστε όλες όμορφες γαμήστε τις τρίχες, μόνο καλά αποτελέσματα να έχετε όλες όλες. Το τρομακτικότερο πράγμα με τον καρκίνο είναι οτι τον συνηθίζεις και τα ζείς όλα έτσι καρκινιασμένα, τον υποδέχεται η οικογένεια σαν καινούργιο μέλος, έλα καλωσήρθες, έλα να σε ξεκωλιάσουμε και να σε ξεφτιλίσουμε να σε στείλουμε από κεί που ήρθες, ναι δε γίνεται αλλιώς. Εξοπλισμένοι με κάθε όπλο απέναντι σε κάθε πιθανή παρενέργεια χημειοθεραπείας, έτσι ζούμε. Εγώ για να αντέξω έχω βρεί την καινούργια μούρλα που λέγεται πεθαίνωτοσώμαμου. Αυτή η μούρλα περιλαμβάνει εξαντλητικές δουλειές, τρέξιμο πάνω κάτω, λέγεται κρατάω τον εαυτό μου απασχολημένο μέχρι να νοιώσει οτι μισοπεθαίνει. Έτσι καταλήγω νυχτερινώς κατάκοπη, να τσούζουν τα μάτια μου, να πονάνε τα πισωκώλια μου, να μη σηκώνονται τα χέρια μου από την κούραση, κι έτσι κάπως καταφέρνω να κοιμηθώ τις λίγες ώρες που καταφέρνω μέχρι να ξυπνήσω πάλι με τον καρκίνο να στέκεται σαν κακοξυπνητήρι, να μου θυμίζει έλα μωρή σήκω εδώ είμαι πάλι. Έχω ολότελα ξεχάσει πώς είναι να είμαι ήρεμη, ξαπλωμένη, καυλωμένη, χυμένη, νανουρισμένη, χαμογελασμένη, ξεκουρασμένη. Χτες μετά τη γυμναστική έκανα μπάνιο και ξέχασα να φορέσω εσώρουχο, τα κάνω όλα μηχανικά, ξέχασα, κυκλοφορούσα όλη μέρα στο σπίτι έτσι, κοιμήθηκα και το πρωί που ξύπνησα και πήγα για κατούρημα τρόμαξα, το έψαχνα, τί σκατά πού πήγε. Κατούρησα τα 4 λίτρα της ημέρας και πήγα κατευθείαν στην απλώστρα να φορέσω ένα από τα σπιτικά, το φόρεσα και ησύχασα. Δεν έχω πια κουράγιο ούτε να με κοροϊδέψω, παλιά θα γελούσα με τέτοια, τώρα δε γελάω με τίποτα, ίσως μόνο λίγο με τις γάτες, ίσως μόνο λίγο όταν πήρα το ποτήρι από το ντουλάπι να πιω νερό και ήπια κι έμεινε λίγο νερό μέσα και πήγα να το ξαναβάλω πίσω στο ντουλάπι, ίσως όταν ετοιμάζοντας το πρωινό μου, αντί να πιάσω το μικρό αυγό να ξεφλουδίσω, έπιασα το κουκούτσι του αβοκάντο, ναι αν κάποιος με παρατηρούσε θα έβλεπε μια μισοκαθυστερημένη να προσπαθεί να κάνει τα καθημερινά της με αποτυχία. Το βράδυ που οι γάτες θα μουρλαθούν από τα αναστημένα πυροτεχνήματα εγώ θα 'θελα να είμαι σε ένα από εκείνα τα τεράστια παγκάκια - κρεββάτια της παραλίας, ανάμεσα στα δύο δεντράκια, να χαϊδεύω ένα κεφάλι ξαπλωμένο στα πόδια μου με το ένα χέρι, με το άλλο να καπνίζω. Μπαμ και μπουμ και χάδια ανάστασης, μήπως αναστηθεί η ζωή μου, η χαρά, η παλιά μαμά μου, τα μαλλάκια της, η δύναμή της, ο ύπνος μου, το γέλιο μου. Προσδοκώ κανένα ζωάκι να μην τρομάξει, προσδοκώ χάδια και ηρεμία, προσδοκώ ζωή μόνο, κανονική ζωή με καρκινικό δείκτη μηδέν.



 





50


     μπαμπάς κι η μαμά έχουν επέτειο. Ζούν 50 χρόνια μαζί. Εγώ τους τραγουδάω  Nights in white satin

          και κρατάω την αναπνοή μου όταν περνάω ανάμεσα από ανθρώπους γιατί φοβάμαι οτι θα βρωμάνε.

Response no1.



  Τώρα,

τώρα που νοιώθω το σύμπαν να χάνεται από γύρω γύρω μου,

έχω ένα αγόρι που ξέρει να μου το φέρνει πίσω

έχω ένα αγόρι που με αγκαλιάζει και κοιτάμε μαζί πίσω από την κουρτίνα

έχω ένα αγόρι που μου γράφει ερωτικά αγγλικά ποιήματα στις βαλεντίνιες μέρες

έχω ένα αγόρι που με ηχογραφεί να λέω χαζομάρες

έχω ένα αγόρι που τρέχει να με προλάβει για να προλάβουμε τις δουλειές μου

έχω ένα αγόρι που με πηγαίνει και με φέρνει και με ξαναπηγαίνει

έχω ένα αγόρι που γονατίζει μπροστά μου στον καναπέ για να με αγκαλιάσει

έχω ένα αγόρι που μου λέει ιστορίες με δάση για να κοιμηθώ

έχω ένα αγόρι που με λέει όμορφη σαρανταμία ώρες το εικοσιτετράωρο

έχω ένα αγόρι που μου βάζει αλοιφή κάθε που πιάνεται ο αυχένας μου

έχω ένα αγόρι που με φιλάει ξυστά στον επιχείλιο

έχω ένα αγόρι που κανονίζει τα ακανόνιστα

έχω ένα αγόρι που με παίρνει τηλέφωνο από παντού

έχω ένα αγόρι που μου διπλώνει τα εσώρουχα

έχω ένα αγόρι που περπατάει μαζί μου όλες τις πόλεις όλες τις ώρες όλες τις μέρες

έχω ένα αγόρι που ταΐζει τα γατάκια

έχω ένα αγόρι που με πηγαίνει βόλτες στα χιόνια

έχω ένα αγόρι που μου φέρνει καφέδες και τσιγάρα

έχω ένα αγόρι που μου εκτυπώνει τα εκκαθαριστικά

έχω ένα αγόρι που ξέρει όλα τα ρούχα μου

έχω ένα αγόρι που ξέρει πώς δουλεύει το πλυντήριο της μαμάς μου

έχω ένα αγόρι που ξέρει να ρυθμίζει την αυτόματη πόρτα του κοτετσιού

έχω ένα αγόρι που όταν παίρνει βιβλία, παίρνει πάντα ένα και για μένα

έχω ένα αγόρι που βρήκε τον καλύτερο αποφλοιωτή του κόσμου

έχω ένα αγόρι που δεν ξέρει να καθαρίζει μήλα

έχω ένα αγόρι που πλένει τα δόντια του δέκα λεπτά κάθε βράδυ

έχω ένα αγόρι που έχει πάντα μαζί του χαρτομάντηλα

έχω ένα αγόρι που μου έμαθε να φυσάω τη μύτη μου

έχω ένα αγόρι που δεν καπνίζει

έχω ένα αγόρι που χαίρεται με κάθε μου αρλούμπα

έχω ένα αγόρι που ξενυχτάει μαζί μου στα νοσοκομεία

έχω ένα αγόρι που με ερωτεύεται στις συναυλίες

έχω ένα αγόρι που πέφτει μαζί μου στην Τσιμισκή και γελάει

έχω ένα αγόρι που φοράει λονδινιάρικη τραγιάσκα

έχω ένα αγόρι που όλο θέλει κάτι να μου αγοράσει

έχω ένα αγόρι που όλο κάτι θέλω να του χαρίσω

έχω ένα αγόρι που χωράει μέσα μου ακριβώς

δεν περισσεύει

δεν με στενεύει

αναπνέω μέσα απ' αυτόν αλλά με δική μου αναπνοή

D.nD...p.M.p.p


    K λώτσησα κατά λάθος τον κουβά με τα φύλλα που μαζεύω μέρες τώρα για λίπασμα, και σκόρπισαν παντού κι έτρεχα σαν τρελή με την πορτοκαλί σκούπα να  τα  ξαναμαζέψω όσο  οι γάτες μπλέκονταν στα πόδια μου κι έπαιζαν με το φουστάνι μου, που ανέμιζε ο αέρας. Ξεπάγιασαν τα χέρια μου κι ώσπου να τελειώσω τα πάντα, γύρισα και είδα ένα άσχημο τετράτροχο πράμα να κλείνει την πόρτα, και πάλι δεν πρόλαβα να δω ποιό παπάρι βαρέθηκε να κάνει δέκα παραπάνω βήματα και αποφάσισε -γιατί έτσι μπορεί η κουραδοσυνείδησή του, να μου κλείσει την πόρτα. Μπήκα μέσα με νεύρα, πήρα ένα Α4, κι έγραψα με κόκκινο μαρκαδόρο και κεφαλαία, ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ, ΜΗΝ ΜΑΣ ΚΛΕΙΝΕΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, το στερέωσα στον υαλοκαθαριστήρα,  κι ύστερα σκέφτηκα μήπως έπρεπε να το γράψω ανορθόγραφα για να το καταλάβει, μήπως έπρεπε να κάνω ένα σκίτσο, μήπως έπρεπε να περιμένω να δω πώς μοιάζει η φάτσα της κουραδοασυνείδητης διποδίας, μα κρύωνα και βαριόμουν και δεν ήθελα να ανακατευτώ πρωί πρωί, ανακατευόμουν όλο το βράδυ κι ήταν αυτή αρκετή αναγουλίαση για μία μέρα. Η βδομάδα γέμισε κούτσα κούτσα πάλι με πράγματα, πρόβες στα υπόγεια που μυρίζουν μούχλα και που έχουν κρύο στην αρχή κι ώσπου να τελειώσουμε έχουμε τσιτσιδωθεί όλοι κι έχουμε κουραστεί και βγαίνουμε έξω στον κόσμο που ζει στον πάνω όροφο και είμαστε όλοι λίγο σαν ζόμπι και χαιρετιόμαστε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας κι ένας φεύγει απο πάνω κι άλλος από κάτω. Από εκείνο το βράδυ που έχασα τον αγαπημένο μου αναπτήρα και ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει, με έχει πιάσει μια μούρλα και δεν αντέχω τους κανονικούς αναπτήρες γιατί εκείνος ήταν μαγικός. Για να μπορέσω να το ξεπεράσω έστω λίγο, αποφάσισα εδώ και μερικούς μήνες οτι ο αναπτήρας που κρατάω θα πρέπει να είναι ακριβώς στο ίδιο χρώμα με τα νύχια μου, το οποίο είναι και πρακτικό μιας και κανένα αρχίδι δεν θα μπορεί να μου τον κλέβει. Έτσι πέρασε το μισό καλοκαίρι με κίτρινους και πορτοκαλί αναπτήρες, με λευκούς και γαλάζιους, κι όταν ζωγράφισα φράουλες στα νύχια μου ήμουν σε μικρή ανώφελη ανόητη απόγνωση μα και πάλι δεν πτοήθηκα, πήρα τον κόκκινο και τον ζωγράφισα κι εκείνον και τον έκανα μια μεγάλη φράουλα σε αναπτηρί σχήμα, κι εκείνη τη μέρα που πήγα στη δουλειά με άβαφα νύχια ο Β. με ρώτησε ωωχ Λίνα δεν έχεις αναπτήρα; έκοψες το κάπνισμα; γελούσαμε μισή ώρα, και την Παρασκευή που κατέβηκα και ξέχασα τον αναπτήρα μου και άρχισα να τους γκρινιάζω και ξεφυσούσα και φρίκαρα κι είχα αυτή την ξινή μούρη που ξέρουν όλοι καλά, εμφανίστηκε ο Τ. με έναν όμορφο ζαχαρί αναπτήρα και είπε με το γνωστό ύφος, -έλα μωρή πάρε, και είναι αυτές οι ωραίες στιγμές που είναι ωραία να δουλεύεις με ανθρώπους που σε αγαπάνε και τους αγαπάς κι ας μη σε αντέχουν ώρες ώρες. Στη δουλειά έχει αρχίσει να γίνεται χαμός, ο κόσμος δεν χωράει να σταθεί, εγώ πίνω λίγο παραπάνω  απ' όσο θα έπινα αν ο κόσμος χωρούσε. Βλέπω με την άκρη του ματιού μου ανθρώπους που περνάνε από μπροστά μου, κάθομαι στο φτιαγμένο από κάσες μπύρας σκαμπό μου κι η μέση μου είναι στον αέρα για τρείς ώρες, και το πόδι μου το ίδιο, και όταν έχω τα κορτιζονοπρηξίματα δε βολεύομαι καθόλου, όταν δεν τα έχω όλα είναι πιο καλά. Αυτό το πτυσόμενο βόλεμα και μετά ξεβόλεμα, κάθομαι πάντα με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, συνήθως το δεξί πάνω στο αριστερό γιατί αν κάνω το ανάποδο το σιδεροπόδι πονάει. Κοπανάω τα σέηκερ και τα ντέφια και γεμίζω μελανιές και αυτοπονιέμαι, γυρίζω τα ξημερώματα και κάθε Σάββατο πρωί το δεξί μου μελανιασμένο μπούτι πονάει. Τα φουστάνια μου είναι όλα σκισμένα από τις γάτες. Τρυπίτσες από νυχάκια, από πλάσματα που κρέμονται από πάνω μου, κρέμονται από πάνω μου κι αυτόν τον καιρό κρέμονται πολλά πλάσματα από πάνω μου, με νυχάκια και μη. Τα χωρίς νυχάκια πονάνε πιο πολύ, τα χωρίς νυχάκια μου τρυπάνε την καρδιά κάπως, πονάνε όλες οι καρδιές μου. Παρασκευή πρωί σκούπιζα την αυλή με μανία με μανιασμένη μανία και περνούσαν τα σχολικά παιδάκια από τον δρόμο, ναι πώς να με βλέπουν; να με βλέπουν όπως έβλεπα εγώ την κυρ Άννα; να με φοβούνται; την έβλεπα σαν μάγισσα, να με βλέπουν λες σαν μάγισσα;  σκουπίζω γιατί δεν αντέχω, σκουπίζω γιατί δεν ξέρω τί να κάνω το πρωί, δεν ξέρω πώς να νοιώσω, δεν ξέρω πού να βάλω τον πόνο, σκουπίζω μήπως τον σκουπίσω, μήπως τον σύρω μέσα στο φαράσι και τελικά τον πετάξω σε έναν κάδο. Σχόλασα,  είναι 0400, σχόλασα και κρυώνουν τα μπούτια μου και κρυώνω και πονάει ο πόνος μου και πονάνε οι καρδιές μου και δεν μπορώ να σκουπίσω τέτοια ώρα, μακάρι λίγο να σκούπιζα, και πονάει το στομάχι μου και πεινάω και πότε έφαγα τελευταία φορά; ποιός θυμάται; πότε κοιμήθηκα; πότε γέλασα; Ξεκλειδώσαμε την πόρτα πριν πολλά χρόνια που ήταν Γενάρης 2024 ( πριν πόσα χρόνια ήταν Γενάρης 2024; πολλά ε;;) και σου είπα, είμαι χαρούμενη που βγαίνουμε έξω.  Πότε ήταν που ήμουν χαρούμενη; πόσα χρόνια πέρασαν; είχα στομάχι τότε; έτρωγα; Σχόλασα και ναι ήπια και ναι έβγαλα λεφτά και ναι θα πάνε όλα εκεί στους κυρίους που με βάλανε να φυσήξω εκείνο το άσχημο, ναι ήπια, ναι ήπια κωλάντερα κύριε με το άσχημο καλαμάκι, ήπια ναι, δούλευα κύριε, ήμουν σοβαρή, του μιλούσα αυστηρά και σοβαρά, τον μάλωσα, -εγώ δεν είμαι κοριτσάκι που βγήκε να κουνηθεί, εγώ δουλεύω και ναι πίνω όταν δουλεύω, ναι κύριε γίνεται της πουτάνας στη δουλειά, με πιάνουν, με ακουμπάνε, με κερνάνε, μου μιλάνε, πρέπει να πιω κύριε, είναι μέρος της δουλειάς, πόσα θέλετε; διακόσσια; εντάξει θα δουλέψω και θα έρθω να τα πληρώσω μόλις φεβρουαριάσει. Φεβρουαρίασε και μου έκλεψαν το σπίτι και μου έκλεψαν τη λέξη "χαρούμενη", κι έχασα τον Μίξα, πάει ο μιξούλης με το ένα μάτι, πάει πάει το γατάκι μου, κλαίω για την γαμημένη αυγοθήκη της μαμάς μου, πετάξτε τις αυγοθήκες, ποιός τις θέλει; σταματήστε να γεννάτε κωλόμωρα, πετάξτε τις αυγοθήκες σας να κοιμηθείτε ήσυχες. Ηλίθια φύση, γυναίκες με αυγουλιέρες που αρρωσταίνουν, αυγουλιέρες και γαλατιέρες, μαστοί και ωοθήκες άχρηστα μαλακισμένα όργανα που αρρωσταίνουν για να κλαίμε. Κλαίω και κλαίω και μετά σταματάω και μετά κλαίω και ξανασταματάω γιατί το πρόγραμμα είναι γεμάτο. Γενική κλινική, Ιπποκράτειο, διαγνωστικά, Παύλου Μελά, Πολυτεχνείου, Λ. Σοφού, όλα με τα πόδια, κατηφορίζουμε 6 ωοθήκες με τα πόδια, δύο εγώ δύο η αδερφή και δύο η μαμά και έτσι και οι έξι κατηφορίζουμε την Αντιγονηδών και ακούω μια ανήσυχη φωνή και είναι το Ανιάκι με το μπουφάν της, πρωινό Ανιάκι θεραπευμένο που μας αγκαλιάζει και τις έξι  αναπάντεχα γιατί αναπάντεχα μας βρήκε. Κλαίω πάλι λίγο και τρέχω σαν το άλογο πάνω κάτω, η μετακλεπτική ρουτίνα με κουράζει, να ανάψω τα έξω φώτα, τα μέσα φώτα, τα πάνω φώτα, να σβήσω το μεγάλο να ανάψω το μικρό, τα φώτα, οι γάτες, η  acs, να δουλέψω, να δουλέψω, να κλάψω, να σταματήσω, να σιχαθώ, να θυμώσω, σκουπίδια. Στέλνω τον καρκίνο της μαμάς μου, όλον της τον καρκίνο τον στέλνω χωρίς τύψεις ναι Ανιάκι στο είπα, χωρίς τύψεις, τον στέλνω να ψοφήσουν τα αψόφηστα σκουπίδια, όχι δεν έχουν όλες οι ζωές την ίδια αξία, φυσικά και όχι. Θέλω να έρθει ο Τζον  Κόφι να ρουφήξει από τη μαμά όλα τα κακά και να τα φυσήξει με μεταστατική δύναμη μέσα σε δίποδα σκουπίδια. Δεν με νοιάζει να είμαι καλός άνθρωπος γιατί είμαι έτσι κι αλλιώς. Στέλνω καρκινοκατάρες με ευκολία, είναι ελευθερία να μην πιστεύεις σε θεούς κι ανώτερες μαλακίες. Θέλω να γυρίσω τον χρόνο πριν, να γίνει Γενάρης, να μην ξέρω τίποτα, να λέω "χαρούμενη", να είμαι στο χωριό σου, να σε έχει μόλις κουρέψει η μαμά μου, να είσαι όμορφος, να σε φιλάω στα χιόνια, να τρως μελομακάρονα και να γιορτάζεις, θέλω να μου πεί κάποιος αν η φυσικοθεραπεία είναι το αντίθετο της χημειοθεραπείας, η μαμά μέχρι τώρα έκανε μόνο φυσικοθεραπείες κι έβγαινε με το ωραίο της κασκολάκι για να μην κρυώνει ο αυχένας της, η μαμά πρέπει να κάνει μόνο φυσικοθεραπείες, γιατί κάνει το αντίθετο; γιατί; είναι 0426, σχόλασα και πληρώθηκα και στρίβω τσιγάρο και το μαξιλάρι μου θα είναι κρύο και πρέπει να αντέξω το σαββατοκύριακο γιατί τη Δευτέρα έχει Παύλου Μελά. Κοιτάζω την πρόγνωση του καιρού έτσι μηχανικά, λες κι έχει σημασία, κάνω όσα έκανα και πριν λες κι έχει σημασία. Περνάνε οι ώρες και ήρθε η Κυριακή και με περιμένουν και οι κοτούλες κι εκείνη η μαύρη κοτούλα η γυαλιστερή η αγαπημένη μου. Περιμένω το πλυντήριο να κάνει μπιπ και μετά πάλι μπιπ, αα τώρα θυμήθηκα γιατί κοίταξα την πρόγνωση ναι θα απλώσω μέσα, εντάξει πλυντήριο σε ακούσαμε, θα σε απλώσουμε μέσα να μας υγρασιάσεις το σπίτι, να κάνεις τον αφυγραντήρα να πάρει φωτιά, ναι ήταν που ήταν η πιο απαραίτητη συσκευή εδώ μέσα, τώρα χαμός, πλυντήρια, κλάμματα, μύξες, χαμός, τί να πρωτοαφυγραντήσει ο καημένος. Όλοι καημένοι σ' αυτό το σπίτι. Εγώ; τί εγώ; ε εγώ τα γνωστά. Έχω έναν επιχείλιο ( σιγά που δεν θα είχα), σαν αποτυχημένο υαλουρονικό. Όλη η αριστερή πλευρά είναι σαν σκατά, έχω ξεβαμμένα νύχια σε χρώμα μπλε ηλεκτρονικί, ίδια με τον αναπτήρα που μου πήρε η μαμά προχτές μετά την αξονική, έχω πονοκέφαλο και πυρετό, έχω άλουστα μαλλιά σε σχήμα μουρλί από τον αέρα, έχω στομάχι τρενάκι του τρόμου, έχω πληγή μέσα στο στόμα γιατί αυτοδαγκώθηκα και όταν τρώω λεμόνι πηδάω στο ταβάνι, έχω κι εναλλαγές διάθεσης λίγο χειρότερες από τον καιρό της Ιρλανδίας, ε περίπου κάθε τέταρτο. Από την απόλυτη απελπισία στην απόλυτη αισιοδοξία και τούμπαλιν. Ναι αυτά.  Ευτυχισμένο το 2024 είπα; Λέω τώρα.

-Θθ

     Oι πρωινές τραγουδίστριες ξυπνούν στις πεντέμιση το πρωί. Περίπου την ώρα που κοιμούνται οι νυχτερινές. Έχω την τύχη να είμαι και τα δύο.  Ξύπνησα νύχτα, όχι γιατί ήθελα αλλά γιατί έχω κάπως ξεχάσει τί είναι ο ύπνος. Άν είναι εκείνο που κλείνεις τα μάτια, κι όταν τα ανοίγεις νοιώθεις ξεκούραστος, τότε σίγουρα το έχω ξεχάσει. Πονάω παντού μέσα κι έξω, ο γοφός, ο ώμος, το πόδι, το χέρι, η κοιλιά, άχρηστα όλα άχρηστα. Στον γιαλατζί ύπνο μου βλέπω νούμερα, τιμές, ιατρικές εξετάσεις, ca-125, ca-125, ca- 125 ο τελευταίος εφιάλτης. Σχόλασα  σαν καλή νυχτερινή τραγουδίστρια, γιαλατζοκοιμήθηκα και την επόμενη κατουριόμουν σαν μουρλή κι όταν βγήκες από την τουαλέτα του ΑΧΕΠΑ μ' αυτό το βλέμα, κατάλαβα πως πρέπει να μείνω ακατούρητη για ώρες. Δεν τόλμησα καν να πάω να τσεκάρω πόσο χάλια ήταν. 14 Δεκέμβρη 2009 στις φυλακές Διαβατών, εννιά το πρωί θυμάμαι τσεκ ήχου. Με θυμάμαι να περνάω την πύλη σαν πρωινή τραγουδίστρια. Θυμάμαι την πύλη, τρομακτική, σκοτεινή, με πανήψυλα συρματοπλέγματα, πρώτη φορά έμπαινα σε φυλακή, σκεφτόμουν πως είναι να μπαίνεις και να μην ξαναβγαίνεις. Θυμάμαι το ψαχτήρι, θυμάμαι να ανοίγουν τις θήκες από τα όργανα, θυμάμαι τη θήκη του βιολιού που είχε διπλό πάτο και που αν ο βιολιστής δεν την άνοιγε μόνος του, κανείς δεν θα είχε πάρει χαμπάρι. Θυμάμαι που σε αντίθεση με την τρομακτική πύλη, η αίθουσα έμοιαζε με νηπιαγωγείο, ήταν λουσμένη στο φως, με παράθυρα παντού, παράθυρα και κάγκελα και χριστουγεννιάτικο δέντρο και χρωματιστές ζωγραφιές στους τοίχους. Νηπιαγωγείο τεκές. Στις δέκα το πρωί είχε ήδη ντουμανιάσει ο ντουνιάς από τα τσιγάρα. Θυμάμαι το "κοινό", το πιο θερμό κοινό, έμοιαζαν όλοι  με παιδιά νηπιαγωγείου, τους θυμάμαι να χειροκροτάνε σαν τρελόμουρλοι, να λένε κι άλλο κι άλλο ενώ δεν ήξεραν ούτε ένα τραγούδι απ' αυτά που παίζαμε. Εκεί κατάλαβα πως όποιος έχει ανάγκη  για μουσική το δείχνει, όπως όταν κάποιος έχει ανάγκη για αγάπη, για φαγητό, γι' αλήθεια. Όσο παίζαμε είχε νεκρική σιγή, κάπως σαν το μέγαρο. Κι όταν τελείωνε κάθε τραγούδι, ξεσπούσαν όλοι από χαρά με έναν νηπιαγωγικό ενθουσιασμό. Μέχρι τότε δεν είχα ξανατραγουδήσει ποτέ στις εννιάμιση το πρωί. Με θυμάμαι να γκρινιάζω πάντα για πρωινές πρόβες ή ηχογραφήσεις. Δεν ανοίγει η φωνή το πρωί. Θέλει ώρες να ανοίξει. Κι όμως εκείνο το πρωί τραγουδούσα αηδονιστικά χωρίς ίχνος αλκόολ, μόνο με καφέ και νερό, φορούσα κόκκινες κάλτσες μέχρι το γόνατο και μια μαύρη κορδέλα στα μαλλιά. Ήταν η εποχή κορδέλα να κρύψω μαλλιά που έλειπαν. Όταν ξαναπεράσαμε την πύλη φεύγοντας, το δεξί μου μανίκι είχε κουραμπιεδοάχνη. Ήθελαν με το στανιό να μας δώσουν κουραμπιέδες. Επέμενα να τους λέω πως δεν τρώω ποτέ, μα επέμεναν πιο πολύ από μένα να μου δώσουν. Ξεσκονιζόμουν βγαίνοντας. Έτσι απλά. Έβγαινα έτσι απλά με λίγη άχνη στα ρούχα. Έβλεπα τους έγκλειστους να μας κοιτούν και να μας χαιρετάνε καθώς διασχίζαμε την έξοδο.  Πόνεσε απότομα το στομάχι μου όταν σκέφτηκα τί μπορεί να σημαίνει γι' αυτούς η πόρτα εξόδου. Δεν θυμάμαι να ένοιωσα ποτέ πιο σημαντική σαν τραγουδίστρια. Ίσως τότε που τραγουδούσα για τη Θ. Τότε που νομίζαμε οτι θα τη σώσουμε αν μαζέψουμε χρήματα. Πετάξαμε τα καλώδια και τραγουδούσαμε ανάμεσα στα διαζώματα. Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω. Ξυπόλητη κι έτοιμη να κλάψω γιατί ήξερα πως η Θ. δε θα σωθεί γιατί δεν είναι απ' αυτές που θέλουν να σωθούν. Ήταν η μοναδική συναυλία που πλήρωσα εισητήριο για να τραγουδήσω. Ίσως πάλι ξανάνοιωσα έτσι όταν  τραγουδούσα  Just say I love him  δίπλα στον καταξεσκισμένο και κατακαρκινωμένο Θάνο που καθόταν στον καναπέ με το λαμπατέρ και κουνούσε απαλά τον αριστερό του δείκτη του στον ρυθμό. Η Θωμαή, ο Θάνος, το γράμμα -θ. Ο θάνατος, ο θάνατος. Η ζωή , η ζωή, η ζωή...Έτσι προχτές ο μπαμπάς η μαμά η Σ. κι ο Γ. Εκεί στα παγώνια και τα ελαφάκια και τις κοτούλες και στα περιστέρια, λέγαμε μισοαρλούμπες για να μη σκεφτόμαστε τη λέξη απο -θ. Την σκεφτόταν οι μούρες μας, τί κάνουμε εδώ τώρα, τί; τί; ca- 125 τί κάνουμε; πού είναι τα στομάχια μας; ελάτε να πούμε αν πέτυχε ο αγουροξυπνημένος καφετζής τους καφέδες μας, ελάτε πείτε, ναι, εμένα μου τον έκανε λίγο γλυκό, εμένα πικρό, εμένα ελαφρύ, ναι εσύ τί πήρες; ναι συνήθως τον κάνουν πιο γλυκό, άντε ελάτε να κάνουμε οτι ήρθαμε εδώ έτσι τυχαία για μια απλή βόλτα. Τόσο που δεν αντέξαμε την βολτάρικη εξαίρεση, καταλήξαμε στο Lidl για να έρθουμε στα ίσα μας. Ναι, τώρα μάλιστα. Η μαμά να βγαίνει από το  Lidl είναι αυτό που όλους μας ηρεμεί. Θέλουμε η μαμά να βγαίνει απο το  Lidl. Αυτό το αντέχουμε όλοι. Δεν αντέχουμε να κοιτάζει τη θέα από την άνω πόλη, όχι, αυτό κανείς μας δεν το αντέχει. Στη ζωή δεν είμαστε ποτέ σημαντικοί, κοντά στη ζωή δεν ένοιωσα ποτέ σημαντική. Μόνο κοντά στον θάνατο. Κι η θέα απο -θ αρχίζει. Σε λίγες ώρες θα τραγουδάω σαν πρωινή σε κοπή πίτας. Θα προτιμούσα να τραγουδάω σε κοπή φλέβας. Θα τραγουδάω όσο οι ζωντανοί θα κόβουν μια βασιλόπιτα που θα γράφει πάνω 2024 κι εγώ θα θέλω να ουρλιάξω γαμήστε το 2024, γιατί δε μείναμε στο 2023, στο 2022, γιατί δεν πάμε πίσω στο 1988 που γαμηθήκαμε στα χιόνια κι ο μπαμπάς σκάλισε έναν χιονάνθρωπο και τον έκανε ίδιο με τα ξυλόγλυπτά του κι εγώ πόζαρα με τη μαμά ενώ εκείνος πήρε την  agfa pocket  κι εκανε κλιτσ-κλατσ και μας έβγαλε να χαμογελάμε παγωμένες; θα σκέφτομαι θα σκέφτομαι θα στρίβει το στομάχι μου, θα το βλέπω να βγαίνει έξω να τρέχει να πάρει αέρα ενώ θα πρέπει να τραγουδάω για τους ευτυχισμενοτο2024, και δε θα νοιώθω καθόλου σημαντική, μόνο θα περιμένω να τελειώσει το πρωινό μαρτύριο να πάρω τα λεφτά να φύγω. Ίσως η βασιλόπιτα να έχει και άχνη, ίσως λερωθώ, ίσως δεν έχει τίποτα καμία σημασία, ίσως τίποτα και τίποτα. Ίσως έχει σημασία που σήμερα θα μπορώ να κατουρήσω. Από Δευτέρα στο Ιπποκράτειο, ξανά ακατούρητη. Ε μετά κλασσικά στο Θεαγένειο που αρχίζει απο -θ. Εκεί κατουράω. Εκεί έχω κάνει και μπάνιο. Εκεί πάλι λοιπόν...Πάμε ναι. Αλλά να βγούμε, κανονικά, απλά. Με λίγη άχνη πάνω στα ρούχα μας. Απλά να βγούμε.

A.Th.Ps-sMt/185-6m

Tο αίμα είναι περίεργο υλικό. Όχι δεν είναι υλικό. Πρώτη Ιουνίου είπαμε αντίο με τη Μερσούλα. Πάνε πέντε μήνες τώρα κι εγώ ανοίγω τα παντζούρια και πονάει πάντα λίγο η καρδιά μου που δεν κατεβαίνει τριποδικά από πάνω. Τόσο δα πριν μπεί ο Νοέμβρης, έγινε η απολύμανση και στρώθηκαν τα χαλιά. Είναι η εποχή που όποιος μπεί με παπούτσια στο σπίτι πυροβολείται αυτόματα. Όποιος εκτός από τις γάτες. Τα μικρόβια που κουβαλάνε οι άνθρωποι, αυτά να φοβάσαι, αυτά φοβάμαι κι εγώ. Τώρα είναι Δευτέρα, 10 μέρες πριν τη Λισαβόνα, κι όλα είναι ίδια όπως κάθε Δευτέρα. Όλα πεντακάθαρα και γυαλισμένα κι εγώ με τα -μη χέρια μου στη γωνία, με πόνους παντού και μερικά αίματα λίγο παντού. Το παπάρι ξαναπέρασε απ' έξω και πέταξε κόκκαλα και ψωμιά στην αυλή.  Τα σκούπισα όλα μαζί με μερικές εκατοντάδες ροδιακά φύλλα, μαζί με μερικές βελόνες από τον ιμαλαϊακό μου Κέδρο, μαζί με γατότριχες. Μία κοκκινόλευκη κορδέλα έξω από το σπίτι προειδοποιεί οτι για δύο μέρες θα μας βομβαρδίσουν με κομπρεσέρ. Εγώ μέσα στο άγχος της επικείμενης φασαρίας προσπαθώ να ησυχάσω και να προλάβω να κάνω τα ήσυχά μου μέχρι να αρχίσει το μπρρρ μπαμ μπουμ μαζί με λίγα πουλάκια. Η ατμόσφαιρα είναι γλιτσοβρώμικη έξω, τα εκατοντάδες φύλλα θα έπρεπε να είναι χιλιάδες, τα δέντρα έχουν μουρλαθεί, είναι πράσινα μέσα στον Νοέμβρη, ο καφές μου έχει μουρλαθεί, είναι ξινός κάπως, τον χάλασαν σου λέω ή φταίει που παίρνω όλο της προσφοράς σαν τίμια φτωχάτζα. Προσπαθώ να συνδεθώ στον τραπεζικό λογαριασμό, πρέπει να βρω καινούργιο κωδικό. Οι κωδικοί μου είναι πάντα καντήλια, gamiestekwlotrapezes με διάφορους αριθμούς και σύμβολα και κεφαλαία και διάφορα άλλα παπάρια ασφαλείας. Ο καφές των 07.00 απέτυχε. Τώρα κοντέυει 10.00 και μόλις έφτιαξα τον δεύτερο. Θυμήθηκα που πήγα για δοκιμαστικό στο Balham στο καφέ του σταθμού  έξω από το  Wandsworth common. Η κυρία είχε μια βιντατζομηχανή του καφέ κι εγώ έπρεπε να φτιάξω έναν  flat white και τον έφτιαξα και η κυρία ενθουσιάστηκε με τον καφέ μου και τ' αγγλικά μου και τις ασυναίσθητες κινήσεις καθαριότητας και την ταχύτητά μου, κι εκεί που όλα ήταν καλά κι εγώ έτοιμη να πηδήξω από τη χαρά μου που βρήκα δουλειά, μου έσκασε το παραμύθι πως θα πρέπει να ανοίγω το καφέ στις πέντε το πρωί που για μένα σήμαινε να ξεκινάω από το σπίτι στις τέσσερις που σήμαινε πως έπρεπε να βγω μόνη στη στάση να περιμένω το 57. Είπαμε αντίο και με την κυρία κι ήταν πάλι 1η Ιούνη. Πήρα μαζί μου τον καφέ που μόνη έφτιαξα και μπήκα στο πάρκο. Φορούσα γυαλιά ηλίου με λευκό σκελετό. Τηλεφώνησα στη μαμά σαν μεταναστευτιάρικο μαμόθρεφτο κι η μαμά έλεγε εε μα ναι παιδί μου δεν πειράζει καλά έκανες, σιγά μην βγαίνεις μόνη σου μέσα στη μαύρη νύχτα, δεν πειράζει αγάπη μου θα βρείς άλλη δουλειά και άλλα τέτοια, κι εγώ την άκουγα κι έπινα τον καφέ και σκεφτόμουν  ωω ρε καφεδάρα που έφτιαξα κι η μαμά συνέχιζε μέχρι που κλείσαμε το τηλέφωνο ναι ναι παιδί μου δεν το συζητώ καλά έκανες ναι άντε άντε άντε γεια. Η μαμά λέει πρώτα τρία άντε και μετά ένα γειά πριν κλείσει κάθε της τηλεφώνημα. Είναι Δευτέρα κι εγώ πίνω τη δεύτερη αποτυχία μου και σε λίγο θα προβάλουν οι ξανθιές αραιές μπούκλες της μαμάς έξω από την πόρτα της αυλής. Η μαμά πήρε τον μπαμπά και ήρθαν στη δουλειά μου. Τρείς ώρες τραγουδούσα κι εκείνοι στο λίγο παραπέρα τραπεζάκι αγκαλιασμένοι τραγουδούσαν κι αυτοί. Ο μπαμπάς καταβρόχθιζε λίγο και φυστίκια, η μαμά χόρευε στην καρέκλα σαν μπλουζοροκού. Ακουμπούσαν τα κεφάλια τους γερμένοι ο ένας στον άλλο. Οι αραιές ξανθιές μπούκλες της μαμάς σε χρώμα κομμωτριί, δίπλα στις πρώην πυκνές καυσαερί μπούκλες του μπαμπά που τώρα που ασπρίζουν  αραιώνουν κι αυτές. Εγώ πήρα κι απ' τους δύο. Οι μπούκλες μου είναι αραιές προς τα πάνω και πυκνές προς τα κάτω σε χρώμα μαύρο μεσηλικί. Μερικές φορές τραγουδάω και ο ανεμιστήρας απέναντι, που μου είναι πιο απαραίτητος κι από το μόνιτορ, μου φέρνει καμιά μπούκλα μέσα στο στόμα, κι εγώ όπως όλοι ξέρουμε αν με ακουμπήσει τρίχα κοντά στο στόμα μπορώ να ξεράσω τρείςχιλιάδες εμετούς, γι αυτό πάντα όταν τραγουδάω τα μαλλιά είναι πίσω πίσω πολύ πίσω, και τα χέρια έτοιμα να απομακρύνουν οτιδήποτε χνουδωτό από την τριχοευαίσθητη περιοχή. Τρείς ώρες πάνω στη σκηνή, καθιστή πια, ω ναι περνάνε τα χρόνια και καθόμαστε κι εγώ θυμάμαι τα παλιά χρόνια που τραγουδούσα όρθια πάνω σε δωδεκάποντα μπας και ψηλώσει το μπασμένο 1.64 μου. Όλα αυτα τα μικρά που κάναμε και δεν κάνουμε. Αυτό είμαστε. Είμαστε αυτό που είμασταν κι αυτό που γίναμε. Είμασταν ενεργητικοί και παθητικοπάθαμε. Είμασταν χοντροί κι αδυνατίσαμε, είμασταν αλκοολικοί κι απεξαρτηθήκαμε, είμασταν ενοχικοί και σταρχιδιστήκαμε, είμασταν ευτυχισμένοι και δυστυχήσαμε, είμασταν όρθιοι και γίναμε καθήμενοι, βγαίναμε έξω ξεβράκωτοι και τώρα φοράμε παλτά και κασκόλια, καπνίζαμε δυό πακέτα και τώρα μετράμε τα τσιγάρα σαν κότες, ξυπνούσαμε το μεσημέρι και τώρα αν ξυπνήσουμε μετά τις οκτώ είναι έγκλημα, κοιμόμασταν ανενόχλητοι για ώρες και τώρα στο τρίωρο σηκωνόμαστε για κατούρημα, κάναμε χατήρια και πεθαίναμε από το άγχος και τώρα δεν κάνουμε αλλά πάλι πεθαίνουμε από το άγχος, είχαμε στομάχια με γαλβανιζέ επίστρωση από μέσα και τώρα τρώμε λίγο φρέσκο κρεμμύδι και το στομάχι μας είναι πιο ευαίσθητο από το δέρμα της πριγκίπισσας με το μπιζέλι, κλαίγαμε με το τσικ και μετά δεν κλαίγαμε και τώρα πάλι κλαίμε, είμασταν ατρόμητοι και γίναμε φοβισμένοι, είμασταν τί σκατά είμασταν και ποιός ξέρει τί σκατά θα γίνουμε. Είμασταν μόνοι κι είμαστε πιομόνοι. Το πιο όμορφο ξημέρωμα το είδα μόνη. 18 Νοέμβρη 2017, στον όγδοο όροφο Παπαναστασίου με Συμεωνίδη στο κτίριο με το αστείο όνομα θεαγένειο που θα έπρεπε να λέγεται καρκινο-νοσοκομείο, στον θάλαμο με το αστείο όνομα χειρουργικό-ογκολογικό μαστού που θα έπρεπε να λέγεται όροφος κομμένου βυζιού, ε λοιπόν εκεί  στο καρκινικό μπαλκόνι  είδα το πιο πονετικά υπέροχο ξημέρωμα ανάμεσα απο κεραίες που έκαναν τζζζζζζ, εκεί με τα καράβια που περίμεναν στο κενό, με τον θολό Όλυμπο που έμοιαζε ολόκληρος σαν ένα κομμένο βυζί, εκεί που όσες είμασταν τυχερές μπήκαμε και βγήκαμε με δύο βυζιά, οι άτυχες έφυγαν με ένα ή κανένα. Τότε που συνέβη το πιο τρομακτικό του κόσμου, ήμουν πάλι μόνη. Μόνη να νοιώθω το ράψιμο, τα τραβήγματα, να ακούω όσους ήταν στο χειρουργείο να μιλάνε και να μη μπορώ ν' αντιδράσω, να σκέφτομαι τώρα θα κουνήσω τα δάχτυλα των ποδιών μου για να καταλάβουν οτι ξύπνησα κι αυτά ακούνητα, τότε που όλα τα ένοιωθα όλα τα σκεφτόμουν μα ήμουν η πιο ανήμπορη του κόσμου κι άρχισα να πνίγομαι κι άκουσα να λένε - ξύπνησε - ξύπνησε κι ένοιωσα έναν χοντρό σωλήνα να βγαίνει βίαια από το λαρύγγι μου και πήρα ανάσα σαν λαχανιασμένη κι έτρεμα και για δύο μέρες δεν είχα φωνή και σου έλεγα κάτω από το δέντρο του κυλικείου θα τους κάνω μήνυση αν χάλασε η φωνή μου,  τότε που ήταν 17 Νοέμβρη κι εγώ έκλαιγα μόνη μόλις τελείωνε το επισκεπτήριο, κι έβγαινα μέσα στον ψόφο με τις μωβ παντόφλες να καπνίσω στο μπαλκόνι με τα πολύ ψηλά αντιαυτοκτονικά κάγκελα και τελικά χάλασα τη φωνή μου μόνη μου, έτσι είναι όταν είσαι κοντρόλ φρηκ, τουλάχιστον να ελέγχεις τις καταστροφές μόνος. Κι όταν τα ανέβα κατέβα στον όγδοδο για έξι μέρες τελείωσαν, γύρισα στο σπίτι με μια τομή υπερσουλουπωμένη σε σχέση με άλλες, κι έβαζα ξυπνητήρι κάθε μέρα για να παίρνω φάρμακα. Ξυπνούσα πάντα πριν το ξυπνητήρι, τέτοια είμαι ξυπνάω πριν τα ξυπνητήρια, πριν τελειώσουν τα χειρουργεία μου, πριν γίνει σεισμός, πριν χτυπήσει το τηλέφωνο, πριν ξημερώσει η μέρα, πριν τελειώσει το πλυντήριο, πριν γεμίσει ο αφυγραντήρας, πριν ξεκινήσουν να μυξοκλαίνε οι γάτες, μόνο έτσι. Ή πριν, ή καθόλου. Έτσι μια μέρα θέλω να πέσω όμορφα για ύπνο σε καθαρά σεντόνια και να μην ξυπνήσω, μα κάπως μαγικά όσοι αγαπάω να είναι προστατευμένοι, τα ζώα μου ταϊσμένα και τα δέντρα μου ποτισμένα, η αυλή καθαρή και το σπίτι να λαμποκοπάει, έτσι το έχω φανταστεί ήσυχο το τέλος όπως στο δωδεκάλεπτο  adagietto  του Μalher, ένα απαλό κλείσιμο, σαν ξεθωριασμένη ανάσα που χόρτασε αέρα, σαν το τελευταίο χασμουρητό του ροζ πάνθηρα που όταν κλείνει το στόμα, κλείνουν και τα μάτια και τσουπ ύπνος. Προς το παρόν ξυπνάω και κάνω όλα τα ρουτινοπράματα με την ίδια σειρά. Οι πόνοι μου είναι αφόρητοι, ανασαίνω ξυράφια, τα πλευρά μου είναι σαν διαλυμένα κάπως και εκεί μέσα στα νυχτοκλάματα που φώναζα δεν αντέχω άλλο δεν αντέχω άλλο, μπούκωσα τόσο από τις μύξες που μου ήρθε εμετός και πήγα στο μπάνιο και ήμουν όλη κόκκινη, όλη η μούρη κόκκινη να ψήνεται να καίει το κεφάλι μου, δεν ξέρασα τελικά, μόνο φύσηξα τη μύτη μου έτσι άγαρμπα όπως πάντα κάνω γιατί δεν ξέρω πώς τη φυσάνε οι ενήλικες. Έριξα νερό στα κόκκινα μούτρα μου κι είχα κάτι μάτια πρησμένα κι ήμουν όλη σαν σκατά πατημένα που ευτυχώς κατάφεραν να κοιμηθούν μερικές ώρες. Ναι εκεί μέσα στα νυχτοκλάματα ησύχασα με λίγο νερό στη μούρη, εκεί που φώναζα δεν μπορώ δεν μπορώ, τελικά μπόρεσα, τελικά πάντα μπορώ, πάντα μπορώ κι άλλο. Τους υγιείς δεν μπορώ μόνο. Με νευριάζουν πια. Θέλω όλες οι φίλες μου να είναι γιαγιάδες έξω από το ΙΚΑ. Να λέμε μόνο πόσο πονάμε και πού, να λέμε τί φάρμακα παίρνουμε πόσα την ημέρα, τι πλέξαμε, τί μαγειρέψαμε, τέτοιες θέλω. Βαρέθηκα να είμαι η πιο άρρωστη συνέχεια, βαρέθηκα να τελειώνει το ένα και να αρχίζει το άλλο, δεν κουράστηκα, βαρέθηκα με κανονική βαρεμάρα.  Ο μπαμπάς έκανε πάλι το θαύμα του κι έσωσε τη μεγάλη κορνίζα που φρόντισα με λινίσια μαεστρία να σπάσω, ναι δεν έφταιγα πολύ, το τζάμι ήταν της πλάκας, έμεινε ο  Hammershøi χωρίς τζάμι, ίσως καλύτερα τελικά, εκεί στο υπόγειο εργαστήριο του μπαμπά εγώ ήμουν ευτυχισμένη κι ας έσπασε το τζάμι, εκεί μέσα μαστορεύοντας είμαι πάντα τόσο ήρεμη, με την ανελίνη δίπλα μέσα στο εμαγιέ κατσαρολάκι με τα γαλάζια λουλούδια, μπορώ να περάσω ώρες έτσι τρίβοντας με το γυαλόχαρτο, βερνικώνοντας με το πρρρρ του Λουί δίπλα και τα μυξοκλάματα του Σίμπα για χάδια και τις κότες τριγύρω και λίγο τα τρεξίματα των αρουραίων απο πάνω, και τον μπαμπά να έρχεται που και που να δει αν έκανα καμιά μαλακία, και το μαστόρεμα πάντα να καταλήγει σε ψαχούλεμα και πάντα ν' ανακαλύπτω κάτι, κανένα παλιο σκουριασμένο πόμολο ή κανένα παλιό κλειδί, και το ψαχούλεμα στου μπαμπά να καταλήγει σε ψαχούλεμα στης μαμάς και να ενθουσιάζομαι με τις ανακαλύψεις κι η μαμά να λέει -μα στο έδειξα αυτό και δεν το ήθελες κι εγώ να ενίσταμαι -αποκλείεται να μου το έδειξες ααα το θέλω το θέλω και να γυρίζω σπίτι με τις παλιατζούρες θησαυρούς μου κι άντε βρες χώρο πάλι για καινούργια μπιχλιμπίδια κι ο μπαμπάς με τη μαμά γελάνε και προχτές γυρίζοντας από το χωριό μου έφεραν δώρο τα ασήκωτα ρώσικα εμαγιέ του παππού κι εγώ πάλι χοροπήδηξα και έφτιαξα φιδέ μέσα στην εμαγιέ κατσαρόλα με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και όλα είναι πιο νόστιμα όταν είναι μαγειρεμένα μέσα σε όμορφα σκέυη, και παρόλη την αρρώστια και τη μύξα και τους πόνους, ο καημός μου ήταν να μαγειρέψω μέσα στην καινούργια μου παλιατζούρα, κι ο φιδές ήταν τόσο πηχτός και πάλι φταίει που ήταν κομμένος και δεν ήξερα πόσο να βάλω μέσα, αλλά καλύτερα από το να είναι νερομπλουκιασμένος, τώρα πάλι ιδρώνω, πέφτει πάλι ο πυρετός, πέφτει για να σηκωθεί μέσα στη νύχτα να με σηκώσει κι εμένα να τρέμω σαν ψάρι κι αύριο πρωί εκεί μαζί με τους αλλους ημίφτωχους ή φτωχούς να περιμένω να πάρω επίδομα φτωχατζίας, και να γυρίσω σπίτι ήσυχη και ημιτίμια και ντριιιν ντριιν από το Παπαγεωργίου σας παίρνουμε, είστε σε λίστα για χειρουργέιο, ααα ναι είμαστε σε λίστα και για 'κει, με συγχωρείτε είναι τόσα τα χειρουργεία που ξεχάστηκα αλλά εσείς πάντα με θυμάστε τί καλοί είστε, τί γλυκούληδες. Δώστε μου μερικές μέρες όμως, σε δέκα έχει Λισαβόνα και όπως ξέρετε πατερίτσες και Λισαβόνα δεν ταιριάζουν. Ξέρετε είμαι κουλή μη γίνω και κουτσή, δείξτε λίγο έλεος, άα εντάξει αν είναι για αργότερα ναι βέβαια χαρά μου, αλοίμονο άλλο ένα χειρουργειάκι μια χαρά, θα βάλω τα φραουλένια μου και θα 'ρθω. Θα βάλω και ξυπνητήρι αλλά θα ξυπνήσω πριν χτυπήσει, μόνο κάντε μου μια χάρη, βάλτε τη σωστή ποσότητα αναισθητικού είμαι κάπως έξτρα ευαίσθητη και ξυπνάω νωρίτερα, δεν μπορώ να μείνω αναίσθητη για πολύ. Θέλω να επιστρέψω στην ευαισθησία μου, ναι άντε να είστε καλά κι εσείς, περιμένω με ανυπομονησία.

trait unaire- m.p.t.s

 
'Eβαλα πλυντήριο στις 0520 το πρωί που σημαίνει θα βγώ να απλώσω στις 0800. Ακούγεται κάπως υπερβολικό το ξέρω, μα δεν είναι τίποτα μπροστά στο οτι κοιμήθηκα πριν τις 2300. Τελευταία φορά που κοιμήθηκα τέτοια ώρα ( αν εξαιρέσουμε τη Λονδινική ζωή) ήταν μάλλον στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου.  Ακόμα και τα χρόνια της pastelaria που το ξυπνητήρι έκανε μπι μπι μπιπ στις 0530, κοιμόμουν μετά τα μεσάνυχτα. Η ζωή μου μοιράστηκε ανάμεσα σε πολύ πρωινές και πολύ βραδινές δουλειές. Μπορούσα να δουλεύω πέντε βράδια κάθε εβδομάδα, να πίνω πέντε βράδια κάθε εβδομάδα, να τραγουδάω πέντε βράδια κάθε εβδομάδα, κι ενδιάμεσα να ταξιδεύω για συναυλίες, να είμαι στους δρόμους, σε αυτοκίνητα, στριμωγμένη ανάμεσα σε πιατίνια, κιθάρες, πεταλιέρες και τρομπόνια, να κοιμάμαι οπουδήποτε, σε δωμάτια ξενοδοχείων με άλλους τρείς, πέντε, οκτώ, σε αντίσκηνα, σε φτηνά κωλοξενοδοχεία, σε ακριβά ξενοδοχεία. Με θυμάμαι να ετοιμάζω φαγητό για όλους μας πηγαίνοντας με το κινούμενο σπίτι στη Βιέννη. Να πίνω νερομμπλουκιασμένο καφέ με γεύση ξινίλα στο Βελιγράδι στις δύο τα ξημερώματα καπνίζοντας εκείνα τα μαύρα τσιγάρα με το χρυσό φίλτρο που η μαμά κατά λάθος πέταξε ( όχι δεν της το έχω συγχωρήσει, είναι στα ασυγχώρητά της, μαζί με τη γυαλιστερή τσάντα με το ξύλινο χερούλι και τα πολύ ψηλά παπούτσια χορού που εξαφάνισε). Με θυμάμαι να κατουράω ζογκλερικά σε σερβικές και ουγγρικές τουαλέτες βενζινάδικων, τις οποίες άφηνα πάντα πιο καθαρές απ' οτι έβρισκα. Θυμάμαι την ομίχλη περνώντας τα σύνορα για την Ουγγαρία, τα ατέλειωτα δάση, εμένα άυπνη και γούρλωνα μάτια, έπινα όποιον καφέ απ' όπου να 'ναι και κάπνιζα, όλοι ψοφίμια κι εγώ άυπνη, θυμάμαι την τουαλέτα στο ξενοδοχείο της Βιέννης με τα πλακάκια σκάκι. Θυμάμαι να ακούω πρώτη φορά εκεί τον Γ. να ροχαλίζει γιατί τον είχα ζαλίσει να μην κοιμηθεί σε όλη τη διαδρομή. Θυμάμαι τη ζωή κασκαντεριλίκι στον δρόμο, με θυμάμαι να βγάζω τρίωρα προγράμματα, να κοπανιέμαι άυπνη, να τραγουδάω, να έχω ενέργεια μέχρι το έβερεστ, θυμάμαι πόσο εύκολο μου ήταν να ντυθώ και να βαφτώ οπουδήποτε για κάθε παράσταση. Γρήγορη πάντα να μου λένε όλα τα αγόρια της μπάντας -ωωω δεν αργείς καθόλου. Θυμάμαι να μη με νοιάζουν τα μαξιλάρια, τα φώτα, η φασαρία, με λίγα λόγια θυμάμαι νεότητα κι ευκολότητα και προσαρμοστικότητα, πράγματα που έδωσαν τη θέση τους σε γριότητα και δυσκολότητα και απροσαρμοστικότητα και ξινίλα και κούραση. Το ύψος και το βάθος, η βασίλισσα της ακραίας ακρότητας. Από τα χίλιατρίαεκατομμύρια πράγματα στο μηδέν. Από την απόλυτη ενεργητικότητα πεντάχρονου στην απόλυτη ακινησία ογδονταπεντάχρονου. Έτσι έχω τις μέρες άλφα και τις μέρες  βήτα. Τις μέρες άλφα (τέτοια προβλέπεται η σημερινή), ξυπνάω αφύσικα νωρίς, στις οκτώ το πρωί έχω ήδη απλώσει, έχω ήδη πιεί έναν καφέ, έχω ήδη γράψει, έχω ήδη αερίσει τα σκεπάσματα, έχω τσιτώσει τα σεντόνια, έχω πάει κι έχω έρθει ένα εκατομμύριο φορές πέρα δώθε, έχω κάψει όλες τις θερμίδες της μέρας μέχρι το μεσημέρι, έχω συναντήσει ανθρώπους, έχω έτοιμο φαγητό, σπίτι που τρίζει από καθαριότητα, ψώνια, βόλτα, πρόβα, γάτες, μπαλκόνι, αυλή, έχω γυαλίσει το κομμωτήριο της μαμάς, έχω τελειώσει όλα τα ατελείωτα και είναι ακόμα μεσημέρι και δεν ξέρω τί σημαίνει η λέξη ξεκούραση και ψάχνω αχόρταγα με τα μάτια τί άλλο μένει να κάνω, κι όταν δεν βρίσκω τίποτα σε εμφανές σημείο αρχίζουν τα ντουλάπια και τα μπαούλα και τα συρτάρια κι όλα βγαίνουν έξω και ξαναμπαίνουν μέσα πιο ψυχασθενικά διπλωμένα. Τις μέρες άλφα δεν έχω χέρια και πόδια, δουλεύω στο  max,  στο τρία σαν κουρδισμένη, ζομπιασμένη, τις μέρες άλφα η εξαντλητική κούραση γίνεται αυτοσκοπός, ακραία παραγωγικότητα, οι μέρες άλφα είναι άχρονες και προκαλούν θορύβους στο σώμα μου κι όταν πλησιάζουν στο τέλος τους, με μετατρέπουν λίγο σε νεότητα κι ευκολότητα και δε με νοιάζουν τα μαξιλάρια και τα φώτα και η φασαρία και μπορώ να κοιμηθώ πάλι  παντού και είμαι μαγικά ευχαριστημένη είναι το  trait unaire μου η χαμένη απόλαυση και η υπεραπόλαυση και κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες κρατάνε οι μέρες άλφα μέχρι που κάποτε ξυπνάω αλλιώς και ξέρω οτι αρχίζουν οι μέρες βήτα. Εκείνες τις μέρες μετά βίας ετοιμάζω πρωινό και καφέ, κι αν μπορούσα να φάω μέσα στη μέρα θα παρέλειπα το πρωινό αλλά πρέπει να το φάω έτσι κι αλλιώς μιας και θα είναι πιθανότατα το μοναδικό γεύμα της/των μέρας/ημερών. Τις μέρες βήτα κάθομαι στη γωνία μου αναβάλοντας τα πάντα, ψηλαφώ μια τριχούλα πάνω από το άνω χείλος μου και δεν μπορώ να πάω μέχρι το μπάνιο να πάρω το τσιμπιδάκι να τη βγάλω, κοιτάζω το άδειο κίτρινο κουτάκι με τα φίλτρα και δεν μπορώ να σηκωθώ μέχρι την κουζίνα να το πετάξω. Τις μέρες βήτα κάνω τα απολύτως απαραίτητα. Τις γάτες μόνο, το μπουκάλι με το νερό για να συμπληρώσω τα πάνωαπότρία λίτρα νερό που πρέπει να πιω, κανένα πούκαιπού κατούρημα, το κινητό μένει ξεφόρτιστο ενώ ο φορτιστής είναι στο ράφι πάνω από το κεφάλι μου, ναα έτσι να κάνω το χέρι τον πιάνω, αλλά πού κουράγιο να κάνω έτσι το χέρι να τον πιάσω, τις μέρες βήτα είμαι ο χιμπατζής στον καθρέφτη του Wallon,  τις μέρες βήτα σχεδόν δεν είμαι, τις μέρες βήτα είμαι τόσο όσο για να μην τρομάζουν οι άλλοι, δεν ξέρω τί είναι αυτό που καθορίζει ποιά μέρα θα είναι άλφα η βήτα, μπορεί το σπω, μπορεί τα χάπια, ο κύκλος μου, το κεφάλι μου, η επερχόμενη εμμηνόπαυση, ω δεν ξέρω και ω δεν με νοιάζει. Ο Οκτώβρης μέχρι τώρα είναι σχεδόν όλος μέρες άλφα. Ο Νοέμβριος που περιμένω -άντεάντε -πώςκαιπώς , θα είναι σίγουρα άλφα γιατί είναι λισαβονικός μήνας, α ναι ξέχασα να πω οι λισαβονικοί μήνες και τα λισαβονικά μέρη είναι πάντα άλφα μόνο άλφα μέχρι να τρέξει αίμα από κάπου, δεν έχει σημασία από πού. Απλώνω στα κάγκελα του άδειου σπιτιού της μαμάς από πάνω. Από τη γωνία μου μπορώ να δω το κάτω του μπαλκονιού. Τα παντελόνια της μίας δουλειάς μαζί με τα καλσόν της  άλλης δουλειάς πάνε πίσω μπρος κι εγώ τα βλέπω μέσα από το τζάμι, και εμφανίζονται κι εξαφανίζονται κι είναι σαν να κάθεται κάποιος πάνω στην κουπαστή του μπαλκονιού και να κάνει κούνια και μερικές φορές φυσάει κι από αλλού και διπλώνονται τα σκέλη των παντελονιών (έγραψα σκέλη γιατί δεν θα μπορούσα να γράψω τη λέξη μπατζάκια, άκου μπατζάκια) κι ευτυχώς το σκοτεινό σπίτι του βορρά που έχω την τύχη να ζω, έχει αυτόν τον μαγικό αέρα σχεδόν πάντα κι έτσι στεγνώνει τα ρούχα γρήγορα και τους χειμωνικούς μήνες, και μερικές φορές αν τύχει να δουλεύω σε μέρες βήτα που τα κάνω όλα τελευταία στιγμή με το ζόρι, τρέχω πάνω να μαζέψω το καλσόν της δουλειάς παρακαλώντας να έχει στεγνώσει ολότελα, ευτυχώς τα καλσόν στεγνώνουν πρώτα απ' όλα. Το ξεμανταλώνω βιαστικά από το σύρμα και τρέχω κάτω να το φορέσω όσο τα άλλα ρούχα συνεχίζουν να χορεύουν σε ρυθμό  tarantelle styrienne- Debussy που ποτέ δεν μ' ενθουσίασε. Όταν φυσάει προς τα έξω, μερικά ρούχα ακουμπάνε στη ροδιά κι έτσι είναι πιθανό όταν τα μαζεύω να πέφτουν φύλλα ή διάφορα ζωντανούτσικα γι' αυτό πάντα πρώτα τα τινάζω να πέσει οτι είναι να πέσει. Μερικές φορές ο άερας είναι μαλακός αλλά πιο όμορφα ρυθμικός κάπως σαν τη συμφωνία 3 του Brahms που πάντα με ενθουσίαζε, αργούν λίγο περισσότερο να στεγνώσουν τότε αλλά δεν έχει καμία σημασία. Οι γάτες ανεβαίνουν μαζί μου όσο απλώνω, κι όταν μου πέφτει κανένα μανταλάκι κάτω στην αυλή,χώνουν τα κεφάλια τους ανάμεσα από τα κάγκελα και κοιτάνε κάτω, εγώ χεσμένη από τον φόβο μου τις τραβάω πιο πίσω και συνεχίζω το έργο μου, το ψυχασθενικό άπλωμα με τα σωστά μανταλάκια στα σωστά σημεία κι όταν τελειώνω και κατεβαίνω στην αυλή, ξαναγυρίζω το κεφάλι μου να δω κι από κάτω τί κατάφερα, να κάνω έναν τελευταίο έλεγχο, μη μου ξέφυγε κάτι, μην άπλωσα κάτι λάθος, σε σημείο που δεν έπρεπε.Κάθε που τελειώνουν όλες οι δουλειές κι επιστρέφω στη γωνία κοιτάζω τον Τσέμπου που κάθεται πάντα στ' αριστερά μου κι έχει πάντα κάπως ένα ευχαριστημένο ύφος, προσπαθώ να μιμηθώ το ύφος του, όχι υπερβολικά ευχαριστημένο, εκείνο το απλό ζουισανσμένο το λειψό  που ασυνείδητα πολεμά η μαμά με τα αντιλακανικά τάπερ της να ξεζουισανσνιάσει. Η μαμά μου, η αιώνια μοιράστρια τάπερ γεμάτα ξεχωριστές ανάγκες για τον καθένα. Τάπερ απο παγωτά καϊμάκι, απο φτηνιάρες φέτες του Lidl, από χαλβά καθαράς Δευτέρας, από γιαούρτια 2%, τάπερ που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο, γεμάτα ανάγκες και υπεραπολαύσεις σε μικρομερίδες, ω ναι η μαμά μου που έχει ανεβάσει το μοίρασμα  σε άλλο επίπεδο και η ανάγκη της να μας ευχαριστήσει είναι πιο μεγάλη από τον αριθμό των τάπερ κι έτσι χρησιμοποιεί και βάζα, βάζα από μέλι, βάζα απο ελιές, από πιπεριές φλωρίνης, δοχεία ηδονής που πάντα παραλαμβάνει άδεια κι επιστρέφει γεμάτα, εκτός από τις φορές που της την σκάω όπως την περασμένη εβδομάδα που της επέστρεψα ένα γεμάτο με φάβα που καταβρόχθισαν με τον μπαμπά. Όμως η μαμά δεν το αντέχει αυτό, παθαίνει χιμπατζή του Wallon όταν παίρνει κάτι γεμάτο, γι' αυτό μετά τη φάβα μου 'χωσε μέσα στο τάπερ ρωσικό φαγητό. Μαμά - Λίνα = ∞ - 0

Past - present -future -continuous no.34

 
D
έκα μέρες ξυπνάω, νυστάζω μέσα στη μέρα ναι, αν βρω αυτόν που κάνει τα λογιστικά θα του δώσω ένα τεράστιο φιλί που με απαλλάσσει από το να πηγαίνω στις εφορίες, πάντα θα τους αγαπώ τους λογιστές, έναν συγκεκριμένο πιό πολύ από τους άλλους βέβαια. Ο μπαμπάς φρικάρει που τα χαρτιά μου είναι πάντα σκορπισμένα, ναι είμαι αμελής με αυτά ναι, ποτέ δεν ξέρω που είναι τα εκκαθαριστικά τα βρωμιστικά κι όλα αυτά τα άχρηστα χαρτιά που ποτέ δεν τα κατάλαβα, κάπως έτσι άφησα το βιβλιάριο υγείας να λήξει ναι,   και με περίμενε η προϊσταμένη ν' ανέβω στην κλινική για την εισαγωγή κι εγώ το βούρλο συνειδητοποίησα πως το βιβλιάριο είναι ληγμένο κι έτρεχε η μαμά στο ΙΚΑ,  είναι τόσες οι εγχειρήσεις που δεν τους δίνω σημασία πια, αυτό φταίει ναι, μα είναι δυνατόν να περιμένουν από μένα να έχω βιβλιάριο υγείας; εγώ θα έπρεπε να έχω ελευθέρας με τόσα μπες-βγες, αν όχι εγώ τότε ποιός; Περίμενα έξω από το νοσοκομείο με τις φλέβες πουτάνα, την πεταλούδα έτοιμη να στάξει πράματα μέσα μου, ναι ήμουν αυτή που σέρνει τον ορό, κι ώσπου να γυρίσει η μαμά με τη σφραγίδα του ΙΚΑ βρήκα ευκαιρία να καπνίσω, και ατυχία δεν είχα αναπτήρα, άπλωσα το αριστερό χέρι με τις κολλητικές ταινίες και το ματωμένο βαμβάκι, ποιός ν' αντισταθεί σε τέτοιο χέρι, μια κυρία μου έδωσε έναν αναπτήρα που έγραφε χαλκιδική με κιτσζch γράμματα κι είχε κι έναν ξεθωριασμένο χάρτη με τρία πόδια, κράτα τον μου είπε, ήταν σεπτέμβριος μάλλον ή είναι σεπτέμβριος  δε θυμάμαι, δεν μετράω μήνες μετράω αυγά χαμένα ένα κάθε μέρα μας κάνουν περίπου τριακόσσιαεξηνταπεντε κάπου εκεί ναι ίσως και παραπάνω ίσως θα μπορούσε να είναι αύγο-υστος αλλά όχι δεν είναι, τον αναπτήρα τον έχω ακόμη, δε θα χαθεί ποτέ ο τρίποδος αναπτήρας,  ίσως πρέπει να τον φυλάξω μέσα στο πράσινο αηδιαστικό απόβλητο που έχω στη συλλογή με τα αηδιαστικά μου διαφόρων χρωμάτων, στις εφτά το πρωί έχει κρύο, ο ύπνος μου είναι πολύ τουρετικός, κοπανιέμαι, κοιμάμαι στον καναπέ, το κρεβάτι είναι μεγάλο κι έχει υγρασία, είναι μια αράχνη διχασμένη δίπλα, δεν ξέρει αν πρέπει να χτίσει το σπίτι της πάνω ή κάτω από το ράφι, απο κάτω της φωνάζω έχει πιό ζέστη, ενδιαφέρονται οι αράχνες για ζέστη, δε θα το μαθω ποτέ, ούτε αυτό, ούτε γιατί τα ταξίδια πάνω από τον ειρηνικό  δε λέγονται υπερειρηνικά, ούτε γιατί το βιβλιάριο ονομάζεται υγείας κι όχι αρρώστιας, γελάω λίγο δεν θα απαλλαγώ ποτέ από τέτοιες απορίες το ξέρω καλά. Μα ναι το βρήκα, είναι Οκτώβρης, Οκτώβρης παντού κι εγώ τιμωρήθηκα που άφησα ίσως και για πρώτη φορά άπλυτα ποτήρια τη νύχτα. Τιμωρήθηκα με τον χειρότερο τρόπο, εκεί μέσα στην πρωινή μαχμουρλίαση πλένοντας τα χτεσινά, μια μεγάλη μαύρη δίπλα στο χέρι μου, με διαπέρασε μουδιαστικό ρεύμα όπως το φυτίλι του δυναμίτη στα καρτούν, ξεκίνησε από το χέρι κι ανέβηκε στο κεφάλι κι εξαπλώθηκε και γλιτώσαμε μια πρωινή λιποθυμία. Ήθελα να ουρλιάξω ο Οκτώβρης δεν είναι μήνας κατσαρίδας, όχι σε μένα, όχι στην σούπερ υστερο-παστρικιά όχι. Είναι Οκτώβρης και το σπίτι είναι ακόμα ξεκάλτσωτο. Πριν εννιά χρόνια ήταν πάλι Οκτώβρης κι εγώ άναβα τη σόμπα τις καθημερινές και το σαββατοκύριακό άναβα το καλοριφέρ. Η Ζαΐρα ερχόταν κι έπιανε πρώτη θέση μπροστά στη σόμπα, δεν κουνιόταν  από 'κει, τη λάτρευε τη ζέστη, απορούσα πάντα πώς δεν καίγεται. Τα σαββατοκύριακα που η σόμπα ήταν σβηστή επέμενε να κάθεται εκεί, την κορόιδευα της έλεγα, έλα στον καναπέ χαζούλα όλο το σπίτι είναι ζεστό τώρα. Δε με άκουγε όμως, παρέμενε εκεί ξαπλωμένη, ναι τα σκυλιά είναι πιστά ακόμα και στις σόμπες, και στις σβηστές σόμπες, πιστά στη συνήθειά τους, συγκινούμαι μ' αυτό, πονάω και θέλω να φωνάξω αλλά μένω σιωπηλή, έχουν χαλάσει όλα, έχω κάτι νεύρα, νοιώθω πιο αντικοινωνική απο ποτέ, με πλησιάζουν άνθρωποι για διάφορους λόγους, πουτάνα κωλοδουλειά με αναγκάζεις να μιλάω με ανθρώπους,  θέλω να στείλω τη μύτη μου στα σκουπίδια αεροπορικώς, πουτάνα μύτη πάρε τις μύξες σου κι εξαφανίσου από μπροστά μου ναι αεροπορικώς παραβιόν και πάρε μαζί και το λαιμό, τις φωνητικές μου χορδές θα τις κρεμάσω στο δέντρο, είναι κυριακή ή αλλιώς κυριακήμου, ζωάκια κι αυγά και κότες και μαρούλια και ο κήπος του μπαμπά υγρός τρέχουν τα σκυλιά πάνω μου με γεμίζουν τρίχες σάλια, τους χαϊδεύω και τους δύο με τόση μανία τόση αγάπη, με καβαλάνε, θέλω να πέσω κάτω στις λάσπες πώς είναι δυνατόν να επικοινωνώ τόσο άρτια μαζί τους όταν με τους ανθρώπους δε μπορώ να αλλάξω ούτε κουβέντα χωρίς να πεθάνω απο τιποτότητα, οι άνθρωποι με συρρικνώνουν, με στεγνώνουν, μεγαλώνω φοβάμαι μη χάσω την υγρασία μου, θέλω να έχω εκείνη την υγρότητα που να χρειάζομαι φλωτέρ βαρέως τύπου για να πάψω να στάζω, οι εναλλαγές της διάθεσής μου καταντούν αστείες, μπορώ να νοιώσω τα πάντα σε μερικές ώρες, όλη νύχτα πέθανα στο κατούρημα, εε πώς αλλιώς αφού ήπια , όλο το χαμομήλι όλων των λόφων, κι όλο το φλαμούρι όλων των βουνών κι όλο το θυμάρι όλων των βάζων σε μια μέρα, κρόκους και μέλια και σιρόπια και χωρίς τσιγάρο η ζωή είναι άσχημη, χωρίς τσιγάρο ακούς πιο καλά, χωρίς καφέ, γάλα και αυγό και εννιά ώρες ύπνος, καταπίνω καρφίτσες, δεκμεβριάτικος ήλιος, χριστουγεννιάτικος, ωω λες να είναι Δεκέμβριος;  με κόκκινο σκουφί, σιχαμένος κωλοήλιος, σκατόκαιρος θεσσαλονίκης, φταίνε τα γαμωπαραμύθια που μας έμαθαν οτι τα χριστούγεννα χιονίζει, ποιόν κοροϊδεύετε ρε μουνιά ποτέ δε χιονίζει αφού, η μαμά θέλει σουπερμάρκετ, ναι θα σε πάω μαμά και θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο μη με κάνεις να είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους, καρφώνω το βλέμμα μου στην πόρτα του σούπερμάρκετ αυτή με το φωτοκύτταρο που όλη την ώρα ανοιγοκλείνει, βγαίνουν από μέσα άνθρωποι λυπημένοι με λυπημένες σακούλες, άσχημοι, γιατί είναι όλοι τόσο άσχημοι, πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν όμορφοι άνθρωποι, μπαινοβγαίνουν, φοράνε άσχημα ρούχα και άσχημα παπούτσια, θα φάνε θα πιούνε, διακρίνω κρασιά μέσα στις νάυλον σακούλες τους, λουκάνικα και αλεύρι, ανοίγει πάλι η πόρτα βγαίνει ένας επιτέλους λίγο όμορφος, φοράει έναν κόκκινο σκούφο και ποδιά με το όνομα του σουπερμάρκετ, λυπημένος κι αυτός αλλά όμορφος, πετάει σκουπίδια και πριν μπεί πάλι μέσα, τον σταματάει μια κακοφορμισμένη κοπέλα του ζητάει χρήματα, της χαμογελάει με μια λύπη δεν της δίνει τίποτα, εκείνη επαναλαμβάνει σαν ζόμπι -καλή υγεία να έχετε καλή υγεία να έχετε, σε όποιον μπαίνει και βγαίνει, -έχω δυο παιδιά, είμαι άνεργη μητέρα, καλή υγεία να έχετε, ανοίγω το παράθυρο δεν μπορώ να τη φωνάξω, δεν έχω φωνή, περιμένω να με δεί,  με βλέπει της κάνω νόημα να με πλησιάσει της δίνω δυόμιση ευρά και μου δίνει ένα πακέτο χαρτομάντηλα tango premium soft, μου λέει -ευχαριστώ καλή υγεία να έχετε ( χααα σε μένα το λες κυριούλα μου) της λέω σχεδόν ψιθυριστά όλα καλά να σου πάνε, είναι βρώμικη, κι εγώ είμαι γεμάτη τρίχες και λάσπη και σάλια σκύλων και περιμένω αυτήν την καλή υγεία παρακαλάω για την καλή υγεία επιτέλους, πιο ζητιάνα απο 'κείνη, όλοι ζητιάνοι είμαστε, βήχω και καταλαβαίνω πως μπορώ να μιλήσω, κι όμως δε μιλάω, ας μην ξεγλαρώσω που θα 'λεγε κι η μαμά, δοκιμάζω τί είναι αυτό που μπορεί να μου προκαλεί αλλεργία, έκοψα το μαλακτικό κι η αλλεργία συνεχίζει, έκοψα και το απορρυπαντικό, όχι ούτε αυτό είναι, σειρά του αφρόλουτρου ναι μπορεί να είναι αυτό, αν δεν είναι κι αυτό τότε δε μένει παρά μόνο να είμαι αλλεργική στους ανθρώπους τόσο πολύ που να χαλάει το δέρμα μου, έχω το κυριλλικό  και με σώζει ευτυχώς με μαλακώνει βοηθάει και στα ψιθυριστά, όλο το σπίτι θα γυαλιστεί, σκούπες και σφουγγαρίστρες και ξεσκονίσματα όλα τα ράφια προσεκτικά εκτός από το ράφι που ζει η αράχνη αυτό θα το αφήσω έτσι κι ας κάνει εκείνη ο,τι νομίζει, εκείνο το πρωί θα είναι πάλι κυριακή, το αγόρι θα κοιμάται μέσα κι εγώ θα έχω ξυπνήσει από νωρίς, το στήθος του θα  ανεβοκατεβαίνει αργά, θα φοράω κάλτσες κι εκείνος όχι. Εκείνο το πρωί θα είναι Δευτέρα όπως σήμερα, θα έχω βρεί μια κατσαρίδα στον νεροχύτη της κουζίνας, το δυνατό αγόρι θα την ξεπαστρέψει, θα φύγει μέσα στον μετεωρίτικο αέρα φχίου φχίου, κι εγώ θα μείνω πίσω φοβισμένη να γράφω και να γράφω με όποιο δάχτυλο μπορώ, με κακό ρυθμό αρχάριας πιανίστριας, όπως τότε που πρωτομάθαινα να παίζω τις νύχτες Μόσχας στο πιάνο. Είπα Μόσχας, γύρισα το κεφάλι αριστερά στα ράφια με τ' αγαπημένα. Όλα μέσα στη σκόνη. Δεν μου χρειάζεται κάτι άλλο για να καταλάβω πώς νοιώθω εσωτερικά. Η σκόνη στα ράφια μου το δείχνει ξεκάθαρα. Καπνίζω το τελευταίο μου τσιγάρο πριν ξεκινήσω τις δουλειές. Τα έπιπλα είναι όλα  βαμμένα με βερνίκι εμποτισμού γιατί σιχαίνομαι τις γυαλιστερίλες. Ξεσκονίζω πάντα με πεντακάθαρο πανί βουτηγμένο σε χλιαρό νερό με λίγο μαλακτικό ρούχων το οποίο το βάζω πάντα σε ένα μεγάλο πλαστικό παλιό μπωλ φέτας κι όταν τελειώνω το ξεσκόνισμα, το πλένω το στεγνώνω κι εκεί μέσα χωράνε ακριβώς τέλεια το υγρό για τα τζάμια και το υγρό του μπάνιου που μπαίνουν με τα φσιτφσίτια τους να κοιτάνε προς τα έξω. Οι δουλειές του σπίτιού είναι ιερή υπόθεση. Πιστή στη συνήθεια κι εγώ σαν σκυλί, πρέπει όλα να γίνουν με τη σωστή σειρά. Οι δουλειές του σπιτιού είναι σαν ξόρκι. Αν δεν τις κάνω με τη σωστή σειρά δεν θα πετύχει το μαγικό. Ξεκινάω πάντα από τα δύσκολα ράφια με τα χιλιατρίαεκατόνπέντε πράγματα. Ξεκινάω από την ασημένια καράφλα του Λένιν με την καρδερίνα του Φ. κάτω από το στήθος του. Δίπλα ο Πεσσόα με τον Ορφέα στο χέρι. Μπροστά τους οι 5 ξύλινες πράσινες ματριόσκες. Τα ράφια τα έχω ονομάσει σοβιετική Λισαβόνα. Εκείνα που θέλουν μισή ώρα ξεσκόνισμα το καθένα. Να σηκωθούν όλα τα μικροαντικείμενα προσεκτικά να ξαναμπούν προσεκτικά στην ίδια θέση. Τα σοβιετικά σοκολατάκια της Χ. δίπλα στα  L.P πλακάκια του Γ, δίπλα στην κόκκινη πορσελάνινη ματριόσκα που μου έκανε δώρο η Σ, δίπλα στην τεντίνια του Γ2, που μπροστά της έχει το δώρο του μικρού Σ, και παραδίπλα το κοράκι του Πόε, το πολωνέζικο φλυτζανάκι της Θ, το ποδήλατο του Η, όλα μπροστά από την καρδιά του Φ. στον τοίχο με το ξύλινο βάζο στην άκρη και τις αποξηραμένες πρώην ροζ αμυγδαλιές που μαδάνε σε κάθε μικροκίνηση, κι εκεί είναι όλο το μυστικό των πραγμάτων που αγαπάμε, τα αγαπάμε ακόμα κι αν μαδάνε και γαμάνε το υστερο-παστρικό μας ξεσκόνισμα. Στην άκρη του ραφιού κρεμασμένο με μια διάφανη πινέζα ένα φλαμίνγκο, το ένα από τα 11 που ζουν εδώ μέσα, ανάμεσα στις εκατομμύρια  μικρές και μεγάλες φραούλες, κι έτσι ο χώρος είναι ψυχασθενικά γλυκός, έχω κάνει τα παντρέματα που θέλω κι όποιος αντέξει. Δεν ξέρω πώς μπορούν να συνυπάρξουν ο Βλάντιμιρ με τον Φερνάντο, το κοράκι του Πόε με τα έντεκα φλαμίνγκο, το βινύλιο του Gould με τη γκαζόλαμπα του μπαμπά, είναι κάπως όπως ο κήπος μου. Ξέρω οτι θα τα καταφέρουν, όπως ζει ο κέδρος με τα νυχτολούλουδα και τη δαμασκηνιά, έτσι θα τα καταφέρουν και τα αντικείμενα, όπως τα καταφέρνω εγώ με όλα τα εσωτερικά μου αταίριαστα, ωω λίγο να συνεχίσω αυτή τη σκέψη είμαι ικανή να νοιώσω ενοχές για τα λινίστικα αυθαίρετα παντρέματα, φυσάει θεόμουρλα έξω, η τοστιέρα κάνει τσ τσ τσ, τρώω μισό τοστ και το στομάχι μου πονάει, καταπίνω ανάμεσα σε μιαου και μιαου, βγαίνω έξω στον φρενοαέρα να απλώσω το σκέπασμα, μου γυρίζει στη μούρη, με σκεπάζει ολόκληρη, ξαναθυμάμαι όλα τα πρωινά του χειμώνα, η πιο γνώριμη πρωινή πάλη με τον αέρα. Αλλάζω κουρτίνες, προσθέτω μικρές δαντελικές λεπτομέρειες στο σπίτι, το ξαναφέρνω σιγά σιγά σε μορφή σπιτιού γιαγιάς Τούλας, γίνομαι η γιαγιά που την κορόιδευε η μαμά που έγινε κι εκείνη η γιαγιά, γινόμαστε όλοι αυτό που κοροϊδεύουμε κι όταν τελειώνουμε τις δουλειές κάνουμε όλες τα ήσυχα δικά μας. Η μαμά κάνει γλυκά, η γιαγιά έπλεκε, εγώ γράφω. Η γιαγιά πάντα ημίγυμνη απο πάνω και ξυπόλυτη από κάτω. Η μαμά φασκιωμένη από πάνω και ξυπόλυτη από κάτω. Εγώ  ημίγυμνη από πάνω με χοντρές κάλτσες μέχρι το γόνατο από κάτω, κάπως η κάθε μία με τη δική της ισορροπία, να θυμίζουμε η μία την άλλη τόσο όσο, για να κοροϊδεύουμε η μία την άλλη, όσο ίδιες χρειάζεται. Να πίνουμε κι οι τρείς τον ίδιο καφέ διαφορετικά παρασκευασμένο, να έχουμε όλες δαντελικές κουρτίνες, να ζούμε σε παλιά ισόγεια με κατσαρίδες. Είμαι η εξελιγμένη μορφή της γιαγιάς στο ισόγειο που εκείνη πρώτη έζησε, στο ισόγειο που με ξεσκάτισε, στο ισόγειο με τα μουρλά εσωτερικά σκαλιά, ένα να ανέβεις στην κουζίνα, ένα να κατέβεις βγαίνοντας από το μπάνιο, τα σκαλιά που προσπάθησα να φέρω σε ευθεία στο στραβό σπίτι που δεν ξέρει από αλφάδια, που κανένας τοίχος δεν κάνει ορθή γωνία με άλλον, στο ισόγειο που όλα γέρνουν γιατί γερνούν, κι εγώ μαζί κι η μαμά κι η γιαγιά, τρείς λίγο γριές, λίγο νέες, πολύ παιδιά. Όλες γιαγιάδες. Η κανονική γιαγιά, η μεσαία γιαγιά που είναι η μαμά κι εγώ η μικρή γιαγιά. Είναι Οκτώβριος, το βαφτιστικό μας όνομα που χρησιμοποίησα μόνο στο Λονδίνο γιορτάζει. Εγώ και η μεσαία γιαγιά θα πάμε να βρούμε την κανονική γιαγιά κάτω από το χώμα, θα της αδειάσουμε μια χλωρίνη πάνω στα μάρμαρα, θα αντικαταστήσουμε τα παλιά πλαστικά λουλούδια με καινούργια, θα αλλάξουμε το δαντελένο σεμεδάκι, και αφού θα είναι όλα υστερο-παστρικά καθαρά όπως τα θέλει, θα την αφήσουμε να κάνει τα ήσυχα δικά της. Ναι Οκτώβριος είναι τελικά. Σίγουρα.

kr,A.gp?


λέπω ταινίες με χιόνια σε κομμουνιστικές γλώσσες που η γνάθος μου με τα περιεχόμενά της κάνει προσπάθειες να προφέρει, περιμένοντας τον χειμώνα να φανεί έστω κι αχνά. Με κούρασαν οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες, η έξω φασαρία, η σκόνη μέσα στο σπίτι, ο ξυποληταριασμός, τα κουνούπια.  Βαρέθηκα να μου λένε ωω είσαι τόσο μαύρη, ναι πώς να ξεμαυρίσω αφού μετά από κάθε πρωινή βόλτα γυρίζω πιο σκούρη; Βαρέθηκα τα καλοκαιρινά κιλίμια που η ηλεκτρική τα σηκώνει ολόκληρα και πρέπει να τα τινάξω και αχ ας μην τα ξαναπώ για τα άχρηστα χέρια. Βαρέθηκα το κλατσ-κλατσ των σαγιοναρικών μου ποδιών. Να χειμωνιστεί λίγο ο καιρός να βάλω τις παντόφλες φραούλα, να ξεκινήσω να πλέκω το μεγάλο σάλι. Ω είπα σάλι, Κάθε μέρα σκέφτομαι το πάτερν και κάθε μέρα αλλάζω γνώμη. Πρέπει να αποφασίσω ποιό θα πλέξω, διαλέγω τα δύσκολα και μετά κωλώνω γιατί θέλουν μέτρημα και μέτρημα και τόση δουλειά και έτσι κι αλλιώς ξέρω οτι μόλις το τελειώσω δεν θα έχω χέρια για κάποιον καιρό, δεν θα κοιμάμαι χωρίς νάρθηκες ναι χαλάλι, άρα το δύσκολο σχέδιο, έκλεισε ναι αυτό θα πλέξω. Θέλω να γράψω γράμματα στο χέρι και δεν μπορώ να σφίξω το στυλό, δοκιμάζω και με τα δύο χέρια, είναι αδύνατον. Ξεκινάω καλά κι ύστερα απο τρείς σειρές τα γράμματά μου μοιάζουν δευτέρας δημοτικού. Πρέπει να πάρω μια ώριμη απόφαση ( γελάω). Δεν θα έχεις χέρια Λίνα, δεν θα μπορούν να κάνουν αυτά που κάνουν οι υπόλοιποι. Θα κάνεις τα μισά, ίσως και λιγότερα από τα μισά. Είναι αυτή η αποδοχή του γήρατός μου, του πρόωρου γήρατός μου. Βιώνω μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Με περιμένουν χίλια δύο πράγματα να κάνω. Θα τα κάνω όλα ναι. Έχω περίεργη δημιουργική όρεξη παρόλη την παντού-ασχήμια. Θες η κεραία που φτιάχτηκε; θες οι γάτες; θες η τσαμπα-θεραπεία, θες το πρόωρο γήρας, θες που εξαντλήθηκα να αυτοκοπανιέμαι, θες όλα μαζί, ποιός ξέρει. Χίλια δύο μπροστά, τα γιατρικά αρχικά, και πάλι υπέρηχοι, μαστογραφίες, και ξανά και πάλι και χάπια και γυναικολόγοι και βασανιστική πείνα και πάλι χάπια και ποδήλατα και τρεξίματα και γάτες και στειρώσεις και εκθέσεις κι εκτυπώσεις και σπίτι κι απολύμανση και πιντιέφια και  βιβλία και ψυχανάλυση και  πρόβες και φωτογραφήσεις και βόλτες και ηχογραφήσεις και πλέξιμο και γράψιμο και γράψιμο και γράψιμο και αληθινή ζωή κι όλα όσα προκύψουν, κι είμαι κάπως έτοιμη για όλα ενώ ποτέ δεν ήμουν εε τώρα είμαι. Μόνο τον ωριλένιο θα ακυρώσω, δεν έχει νόημα αφού. Πρέπει να κόψεις το κάπνισμα, - ε δε θα το κόψω, -ε τότε δεν έχει νόημα...Με βρίσκουν κάτι στεναχώριες στις γωνίες και με πεθαίνουν στον πόνο, τυλίγω τα δυό μου χέρια πάνω μου να συγκρατήσω τα σπλάχνα μου μην χυθούν έξω από την απελπισία. Κάτι άκυρα σπαρακτικά κλάματα σαν εμετός που δε μπορεί να συγκρατηθεί. Όλο το καλοκαίρι που δεν έβαψα τα μάτια μου ήταν κάπως βολικό, έκλαιγα και τα έτριβα και ούτε γάτα ούτε ζημιά και τώρα που η δουλειά απαιτεί πάλι μαύρες γραμμές, τη γαμήσαμε. Το αριστερό μάτι πάντα πετυχαίνει, το δεξί σκατά. Μια ζωή τα δεξιά μου άσχετα από τ' αριστερά μου. Η αριστερή πατούσα ένα νούμερο μικρότερη από τη δεξιά, η αριστερή πλευρά του κεφαλιού  γεμάτη κάτασπρα μαλλιά κι η δεξιά χωρίς, το αριστερό φρύδι μακρύ και το δεξί κοντό, το αριστερό πόδι καινούργιο, το δεξί σάπιο σιδερένιο, το αριστερό αυτί κουφό, το δεξί ακούει, είμαι χωρισμένη στα δύο, μόνο τα μάτια είναι και τα δυο τυφλά. Δεν βλέπω κοντά, ούτε μακρυά ούτε ενδιάμεσα, δεν μπορώ να κόψω μια σαλάτα χωρίς γυαλιά, και χτες που έβαψα τα άσπρα μαλλιά μαύρα βάφτηκε η πέτσα μου και τώρα είναι όλα λίγο μουτζουρωμένα και μαυριδερά σαν τις μέρες που με πιάνει εκείνη η μαύρη στεναχώρια. Έχω αυτά τα μαύρα ολοκαίνουργια γυαλιστερά παπούτσια που τους έδωσες το όνομά μου και δεν έχω πάει πουθενά για να τα φορέσω, άντε πότε θα πάμε κάπου. Οι προσπάθειες να πιω μαύρο καφέ έπεσαν στο κενό, δε μ' αρέσει δε μ' αρέσει, το κολυμβητήριο έχει άβολες ώρες και το πρωί έχει μόνο κάτι θείες που πάνε να κάνουν ασκήσεις στο νερό να απαλύνουν τον πόνο από τα παΐδια τους, εγώ δεν πονάω εκεί ευτυχώς, δεν είναι τόσο γηραιό το γήρας μου, κάνω ακόμα εύκολα φουλ σπλιτ, η μέση μου δεν πονάει ποτέ, λίγο τα πίσω μπούτια όταν ξεκωλώνομαι στις δουλειές. αλλά αυτό και μόνο. Όλοι οι δικοί μου πόνοι είναι αταίριαστοι με την ηλικία μου, έχω αίματα, τρέχω αίμα, ολόκληρη τρέχω αίμα, έχω ανάποδο αυχένα και σαν πλέκω πολλές ώρες βλέπω αστεράκια μόλις σηκώσω το κεφάλι, ζαλίζομαι με το παραμικρό, ο αιματοκρίτης γαμιέται, τα δέκατα κάθε βράδυ να με κρατάνε ζεστή, δύο χρόνια σταθερά πάνω από 37, ναι μεταμορφώνομαι σε γάτα σιγά σιγά, κουσούρια γεμάτη κουσούρια, κι εγώ τα αγκαλιάζω όλα ξαφνικά, τί τρομακτική αποδοχή  είναι αυτή, τί σκατά ρε συγκρατείστε με, δεν αντέχω τόση ωριμότητα αχ όχι δεν αντέχω, θέλω την αδιεξοδίλα μου πίσω, μόνο όταν κοιμάμαι, εκεί το ασυνείδητο δουλεύει ρολόι ευτυχώς ω ναι σαν εκείνη τη μέρα πότε ήταν μια βδομάδα πριν η λιγότερο που πήρα το αμάξι του μπαμπά για τη δουλειά, ο μπαμπάς έκανε το πιο ψυχασθενές καθάρισμα και ξεκωλορίζιασε τον μηχανισμό που μετακινεί τη θέση του οδηγού και κόλλησε κι εμένα δεν έφταναν τα πόδια μου να οδηγήσω κι ας φορούσα δώδεκα πόντους τακούνια και βγήκα βιαστικά και πήρα το μαξιλαράκι της αυλής και το έβαλα πίσω από την πλάτη μου και οδήγησα έτσι μέχρι τη δουλειά με το φλοράλ μαξιλάρι του κήπου, ναι έτσι κάνουμε εμείς οι μπασμένες, ναι τί έλεγα οδήγησα έτσι κι επέστρεψα έτσι και το ίδιο βράδυ είδα στον ύπνο μου οτι ο μπαμπάς  ανεβασμένος στη σκάλα, μου έκοβε κάτι λουλούδια κι ώσπου να σκύψει μου τα δώσει είχαν ήδη μαραθεί κι ήταν βαριά σαν κοτρώνες, τσαα να'το μωρέ το ασυνειδητούλι πως δουλεύει άχου το, κοτρώνες τα λουλουδάκια του μπαμπά, μούρλια τα ονειράκια μου, ναι τί περίμενες δεν μπορεί να κάνει θαύματα το μαξιλάρι, ρυθμίζει τα αυχενικά, ρυθμίζει τον κάπως ωραίο ύπνο αλλά μέχρι εκεί, δεν μπορώ να περιμένω τα πάντα από ένα μαξιλάρι, είναι έξω από το κεφάλι το μαξιλάρι, ε ναι ομπζε-πετι-α με 25 ευρώ, τρίτο πρόγραμμα και τρίτο μαέστρο η καθημερινή εναλλαγή, και είμαι εντάξει και μ' αυτό που πριν λίγο καιρό κι αυτό ακόμα θα ήταν ένα αδιεξοδικό δίλημμα που θα δημιουργούσε άγχος όπως τόσα άλλα, να μη μιλήσω για την γατίσια ονοματοδοσία, έτσι απλά έδωσα το όνομα Μίξα στον Μίξα και Τολστόι στον Τολστόι, έτσι ξαφνικά δυο αρσενικά κουραδάκια στη ζωή τσουπ ναι Τολστόι γιατί έχει τόσο αδύνατο πρόσωπο, Τολστόι κι όχι Μπέκετ γιατί ένας Μπέκετ δε θα γουργούριζε έτσι. Ο Τολστόι γουργουρίζει κομπρεσσερικά θα  μπορούσε να είναι ο Μερσούλης αλλά όχι αυτό το όνομα ακόμα τσούζει τόσο πολύ και δεν μπορεί να το πάρει κανείς εκτός απ' αυτήν την αδέσποτη έξω που ναι τη βλέπω τη δουλειά, ναι ναι τη βλέπω τη δουλειά, είμαι συγκρατημένη προς το παρόν αλλά για πόσο ε; είπαμε ωριμότητα αλλά όταν φτάνουμε στο θέμα "σωζωζώα", εκεί καταρρίπτονται όλα, το αδύναμο σημείο μου, το πιο αδύναμο σαν αυτό με την οδοντοστοιχία μου, γι αυτό έχει αποκλειστεί από  τη ζωή μου το κόκκινο κρασί, αα και το μαύρο τσάι, αν χρειαστώ ποτέ σφράγισμα μπορεί και να πεθάνω, ναι ναι αντέχω τα πάντα στο ιατρικό ιστορικό μου αλλά τίποτα οδοντικό, αυτό το θέλω κατάλευκο και πεντακάθαρο όπως και τα δόντια μου, ααα είπα πεντακάθαρο, ναι όπως το σπίτι, ωω ευτυχώς με αναγνωρίζω πάλι. Ναι σήμερα είναι μια τυχαία Πέμπτη στην εποχή της ηρεμίας που ευτυχώς όλες οι μικροϋστερίες είναι εδώ κοντά μου, ναι ναι εγώ είμαι, ευτυχώς η ήρεμη ωριμότητα δεν διαπέρασε όλα τα στρώματα της ύπαρξής μου, ουυυφφφφ  και φχίιου  αντε και κόντευα να σκάσω.

Clown in the moon

 

μιουν ανάσκελη πάνω στην πετσέτα με τα φλαμίνγκο που μου πήρε η μαμά από τη λαϊκή της Δευτέρας κι είχα εκείνη την πολύ λεπτή άμμο πάνω μου που κολλάει παντού και που δεν την ξεφορτώνεσαι εύκολα και λίγο φυσούσε και κάθε φχίου του αέρα μου κολλούσε κι άλλη από τα δεξιά και μου έκανε σχέδια στο έξω μέρος της γάμπας κι ύστερα πιο πάνω στον μηρό και κάθε φχίου έφερνε και τις φωνές των διπλανών στο αυτί μου. Έλυναν σταυρόλεξο, ακούω τον κυριούλη να λέει στην κυριούλα "είδος τυριού, το δεύτερο έψιλον, οχτώ γράμματα" κι η κυριούλα απάντησε "φέτα" κι εγώ γελούσα μόνη μου αλλά μετά στο είπα και είπες φέταφέτα και γελούσαμε πάλι και κάθε γέλιο τί να είναι λες. Πόση ώρα λες να γελούσαμε; Θέλω έναν καθρεύτη όταν γελάω να δω πόση ώρα μετά μένει η μούρη μου με το γέλιο πάνω και πώς ξαναμεταμορφώνεται σε κανονική λινομούρη. Πονάει λίγο το κεφάλι μου από τ' αριστερά άρα σίγουρα δεν είναι από την άμμο, αυτή ερχόταν από τα δεξιά. Επιστρέφω σπίτι και αφήνω την αλμύρα να κάνει τη δουλειά της στο δέρμα μου σα να μη θέλω να την αποχωριστώ. Θα έρθει ο χειμώνας και θα ψάχνω ευκαιρία να βουτήξω τα πόδια στη θάλασσα, έλα πες πότε με θυμάσαι να βλέπω θάλασσα και ν' αντιστέκομαι γιατί εγώ δε με θυμάμαι. Στον Ατλαντικό είχα λίγο κωλώσει αλλά και πάλι δεν κρατήθηκα. Φυσούσε και τότε αλλά φυσούσε χειμωνιάτικα κι εγώ είχα εκείνες τις άχρηστες μπότες που διαλύθηκαν στις πρώτες τρεις βόλτες και κατηφόρισα τη  Rua da Madalena γιατί μόνο από κεί ήξερα να κατεβαίνω στην αρχή που η Λισαβόνα ήταν άγνωστη και βγήκα στην  Praça da Figueira κι είχε στη γωνία το παπουτσάδικο και πήρα καινούργιες αλλά πήρα τις πιο ακατάλληλες, ε ναι τί θα 'παιρνα. Μόνο εγώ τέτοια επαγγελματική ανοησία, χειμωνιάτικα αγόρασα πλεκτές μπότες, μέσα στον πιο βροχερό Νοέμβρη στην ιστορία της Λισαβόνας. Πλάτσα πλούτσα όλη μέρα τα πόδια μου παγωμένα και το βράδυ να βάζω τις μπότες στο αερόθερμο να στεγνώσουν. Όλη μέρα με πόδια λούτσα και μπότες σκατά μα μπροστά στον Ατλαντικό τις έβγαλα να μην τις βρέξω ναι βασίλισσα και υπερβασίλισσα της ανοησίας με όλα τα ακατάλληλα ρούχα, όλα ακατάλληλα για βροχή μάλλινες μπότες και μάλλινο πόντσο και εκείνο το τρία τέσσερα μέτρα κασκόλ και το τσαντάκι στο στήθος με το μικρό μπροστινό θηκάκι που ήταν γεμάτο γόπες γιατί δεν ήξερα πού να τις πετάξω και το βράδυ το άδειαζα στο σπίτι και βρωμούσε και το καθάριζα με ένα παλιό σφουγγάρι και χλωρίνη και έφευγε η βρώμα και την επόμενη το ξαναγέμιζα με γόπες, έτσι περνούσε η ζωή με ακατάλληλα παπούτσια με ακατάλληλα ρούχα, ώσπου ανακάλυψα τη λαϊκή του Σαββάτου κοντά στο  Beco Surradores  που τότε δεν το φοβόμουν ακόμα γιατί δεν είχε πλησιάσει ο τύπος με το πιστόλι στο μπουφάν. Εκεί βρήκα όλα όσα έψαχνα εκτός από μπότες και ρούχα και έγινε όλη η περιοχή το πιο αγαπημένο μου σημείο, πάμφτωχη γειτονιά μέσα στη φτωχή Λισαβόνα που δεν ήξερε τί είναι οι τουρίστες, δεν ήξερε τίποτα τότε η καημένη η όμορφη. Κι εγώ καθημερινά αλώνιζα στη Rua da Madalena προσποιούμενη οτι δε θυμάμαι πως δυο δρόμους πιο κάτω απλώνεται η  Rua dos Douradores. Μπορούσα να βγω κι απο 'κει αλλά όχι δεν πήγαινα απο 'κει. Δεν πέρασα ποτέ άσκοπα απο 'κεί. Δεν πρέπει ποτέ να περνάμε απλά απο εκεί. Δεν τη διασχίζουμε σου λέω. Είναι προορισμός από μόνη της, απαγορεύεται να τη διασχίζουμε, κάπως το ένοιωσα αυτό από το πρώτο δευτερόλεπτο αλλά ήταν σα να το ήξεραν όλοι οι λισαβονέζοι και κανείς όντως δεν περνούσε από 'κει. Η μαμά αν έβλεπε τις λαϊκές της Λισαβόνας θα χοροπηδούσε από τη χαρά της ωω κι αν έβλεπε τις τιμές. Θα έκαναν αστεράκια τα μάτια της όπως όταν την πήγα στο  charity  του Tooting  και στο  lidl του Λονδίνου. Η μαμά ξέρει όλες τις λαϊκές. Τις Δευτέρες περπατάμε εφτά χιλιόμετρα να πάμε και να γυρίσουμε, όλο λέμε δε θα πάρουμε τίποτα κι όλο γυρίζουμε φορτωμένες. Με τη μαμά δε σταματάμε ποτέ στους ακριβούς πάγκους. Πάμε μόνο εκεί που είναι δύο πράματα ένα ευρώ η το πολύ τρία πράματα δύο ευρώ. Αν βρούμε κάτι πολύ πολύ εξαιρετικό τότε μπορεί να δώσουμε δυο ευρώ για ένα μόνο πράγμα. Μερικές φορές έρχεται κι ο μπαμπάς μαζί αλλά εκείνος πηγαίνει στους πάγκους με τα δύο και τρία ευρώ το κομμάτι κι εμείς του φωνάζουμε όχι οοοοόχι μην πας Μητροπόλεως. Τα δύο ευρώ είναι η Τσιμισκή και τα τρία η Μητροπόλεως, εμείς μένουμε Εγνατία άντε μέχρι Ερμού ένα ευρώ το κομμάτι. Ο μπαμπάς είναι αθώος και δεν ξέρει, η μαμά εξαφανίζεται κι επιστρέφει με πράγματα για όλους μας και είμαστε ευχαριστημένοι. Η θαλασσοπετσέτα φλαμίνγκο έκανε έξι ολόκληρα ευρώ όμως η μαμά μου την πήρε, ήταν σουπερ εξαιρετική η πετσέτα φλαμίνγκο δε γινόταν να μην τα δώσουμε. Τις Τρίτες έχουμε ρεπό και τις Τετάρτες τις ψιλοαφήσαμε. Τις Πέμπτες όμως τρέχουμε σαν παλαβιάρες γιατί πρέπει να πάμε σε δύο διαφορετικές. Γελάμε που τα κινητά μας γράφουν άλλα βήματα κι η μαμά όλο αναρωτιέται ε πως γίνεται ρε Λίνα, εεε τέτοιες απορίες έχουμε εδώ στην ελληνική ζωή μου που όλα είναι μικρά και οι αποστάσεις μικρές αλλά εγώ εκείνη τη Δευτέρα είχα ξεκωλιάσει το κινητό κι έγραφε εικοσιέξι χιλιάδες βήματα και έσπασα το ρεκόρ του  Richmond Park, μόνο που δεν είχε κέηκ καρότου μετά να με αποζημιώσει. Στο Λονδίνο άλλο πράμα, μέχρι το  Sainsbury's να πεταγόμουν,  το κινητό έγραφε βήματα αλλά ποιό  Sainsbury's,, στη δουλειά έγραφα χιλιόμετρα, σκάλες κουβαλήματα γαμήσι κανονικό πάνε τα χέρια, στη Λισαβόνα δε μετράς βήματα έτσι κι αλλιώς γιατί κάνεις γάμπα Μπατσινίλα από το πάνω κάτω, και το κωλομέρι σου γίνεται σαν πέτρα, και θυμάμαι να με σφάζουν τα μπούτια μου από πίσω και εκεί κατάλαβα πόσο γαμησιάρα μπορεί να είναι μια μεγάλη κατηφόρα αυτή η  Rua Maria Pia, τί ξεκώλωμα να την κατεβαίνεις, ω ναι τώρα που το σκέφτομαι στη Λισαβόνα δεν μέτρησα ποτέ βήματα, μπορεί να μη δουλεύει εκεί ο μετρητής έτσι κι αλλιώς, εγώ αν ήμουν μετρητής, μόλις κάποιος ξεκινούσε να ανεβαίνει στη Graça, θα χαλούσα. Κι αν ο όποιος κάποιος φορούσε ακατάλληλες πλεκτές μπότες θα τον χαλούσα κι αυτόν. Στο Λονδίνο έστρωσα, είχα τα κατάλληλα παπούτσια, παπούτσια που φυσικά διάλεξες εσύ αλλά δεν ταίριαζαν με τα φουστάνια μου αλλά ποιός γαμεί τα ταιριάσματα όταν μπορούσα να περπατάω όλο το Λονδίνο και το σιδερένιο πόδι να μην πρήζεται. Όταν καλοκαίριασε σαγιοναρίστηκα κι εκεί αλλά δε θύμωσες, κοιτούσες λίγο στραβά αλλά δεν έλεγες τίποτα. Ήταν τότε που η κορτιζόνη πήγαινε κι ερχόταν σαν μουρλή κι εμένα το πρόσωπό μου πρηζόταν σαν πρησμένο, τότε που στο σπίτι είχαμε πάντα  booja-booja, τότε που η μουρλή μαμά έπαιρνε το 333  tooo Tooting Broadway και ψώνιζε μόνη της γαρίδες κι επέστρεφε πάλι αμάσητη και δεν μπερδεύτηκε ούτε μία φορά κι εγώ γελούσα και ήταν η πιο τρελή σκηνή που είχα δεί στη ζωή μου, τη μαμά να σεργιανάει στο Λονδίνο  σα να σεργανιάει στη λαϊκή της Σταυρούπολης, η μαμά ο πιο προσαρμοστικός άνθρωπος στον κόσμο, ασύλληπτα αμάσητη με άγνοια κινδύνου όπως εγώ τα πρώτα χρόνια της Λισαβόνας που σεργιανούσα στην Alcântara, όπως τότε στα 13 που πήγαινα μόνη στο δασάκι το βράδυ να καπνίσω. Ωωω αμέτρητη ηλιθιότητα, υπέροχη ηλιθιότητα, πόσο μου λείπει. Πόσο μου λείπω, νέα κι απερίσκεπτη. Πόσο μου λείπω να τρέχω μόνη με το αντίσκηνο στους βράχους εκεί στα Πυργαδίκια, να το στήνω μέσα στη νύχτα, να κολυμπάω στις 5 το πρωί ολομόναχη, πόσο μου λείπω να παίρνω το μανάβικο αμάξι του παππού και να το ξεκωλιάζω στα χιλιόμετρα κρυφά, πόσο μου λείπω να κατεβαίνω στα κατσάβραχα  με το αυτοκίνητο εκεί στη Σκιώνη και μετά να κολλάει και να μη μπορώ να το βγάλω και να τρέχω να βρίσκω τους θειούς με τα τρακτέρ  να έρθουν να με ρυμουλκήσουν, να ξεμένω από βενζίνη και λεφτά, να βουτάω σε κάθε επικίνδυνο άγνωστο με το κεφάλι βουρ βουρ χωρίς κινητά να ειδοποιήσω κανέναν, ολομόναχη χωρίς κανένα μέτρο προστασίας,  ωω κωλόφαρδη που υπήρξα, πόσες μα πόσες μαλακίες μπορεί να κάνει μία έφηβη; τις έκανα όλες, όλες, δεν άφησα ούτε μία μαλακία για κάποιον άλλον, αφήστε κάτω τις μαλακίες, δικές μου  είναι, κι η μαμά να μουρλαίνεται, έτσι είσαι κωλόπαιδο; πάρε τώρα μαμαδίστικη απερισκεψία, και δώστου να τριγυρνάει μόνη της στο Λονδίνο και να ανεβαίνει στα διώροφα λεωφορεία και να σκάω να την ψάχνω και να μη σηκώνει τηλέφωνα, πω ρε πούστη γυρισιά, πάρτα τώρα Λίνα, κάνε εκατό τηλέφωνα στη μαμά, κάνε εκατό στον μπαμπά όταν πρέπει να οδηγήσει μέχρι το χωριό, πάρτα ανησυχιάρα, καλά που δεν έκανα παιδιά, θα τα είχα μουρλάνει   για πάντα τα κακόμοιρα όπως μουρλαίνω τις γάτες και σκάω  και σου λέω με δράμα δεν ήρθε ο Μίξας το πρωί για φαγητό και τρελαίνομαι κι ύστερα έρχεται και μου νιαουρίζει και τρέχω και του μιλάω σαν γιαγιά πριν την ανακοπή, αχ μη μου το ξανακάνεις αυτό αχ τί είναι αυτά που μου κάνεις, αχ θα με σκάσεις, κι εσύ γελάς και μου λες ηρέμησε ηρέμησε κι εγώ ηρεμώ και γελάω με την κατάντια μου ξέροντας οτι θα την επαναλάβω. Είναι όλα αυτά που όταν τα διηγούμαι στον Π. με κοιτάει με ύφος "γίνεσαιημάνασου", ναι γίνομαι η μάνα μου αλλά όχι σκέτη, πακέτο με την κατάθλιψη του μπαμπά, είναι συνδυασμούλης μούρλια αλλά τουλάχιστον δεν έκανα παιδιά και την πληρώνουν ο Μίξας κι ο Τολστόι που ευτυχώς η φύση τους έχει προστατεύσει από τέτοιες ανθρωπουλίστικες παράνοιες και που ευτυχώς η φύση τους, προστατεύει εμένα. Κάθε φορά που έχω λίγα περισσότερα παρεδώσια με ανθρώπους, με παρηγορεί το οτι θα επιστρέψω σ' αυτά τα μαγικά τετράποδα. Κάθομαι στο σκαλί της εξώπορτας και καπνίζω κοιτώντας τους για ώρες. Έδεσα ένα μικρό κουκουνάρι με ένα σκοινί. Το έσερνα, το σήκωνα κι ο Μίξας το κυνηγούσε σαν θεόμουρλος χωρίς σταματημό και σε ρώτησα μα καλά πως δε βαριέται τόσες ώρες να παίζει μ' αυτό κι απάντησες γατάκι είναι, είναι το φυσικό του να μη βαριέται, η σωστή απορία είναι πώς εσύ δε βαριέσαι να παίζεις μ αυτό τόσες ώρες και πάλι γελάσαμε γιατί εγώ δεν το είχα σκεφτεί αυτό και ναι έτσι είναι. Σκέφτομαι τις ελάχιστες γάτες της Λισαβόνας. Είναι ήσυχες και κρύβονται, ταλαιπωρημένες κι αυτές σα να είναι όλες γέννημα θρέμα της Αλφάμα. Θυμάμαι τη γάτα της Κριστίνα. Τεράστια εκείνη, τεράστια η γάτα της. Θαμπό λευκό τρίχωμα της θλίψης,  λίγο σαν της Μερσούλας. Όλες οι γάτες της Λισαβόνας είχαν θαμπά χρώματα ναι. Θυμάμαι τους σκύλους στο  Cais do Sodre, θυμάμαι τις κουράδες τους παντού. Κάθε που ξεχνιέμαι στη γωνία μου, κάθε που κοιτάζω τα τουριστικά  azulejos μου, κάθε που κοιτάζω την ετερωνυμική μου βιβλιοθήκη, όλα τα λισαβονικά μου πράγματα, πάντα σκέφτομαι τη Λισαβόνα, πάντα θέλω να γράψω για τη Λισαβόνα, έτσι και τώρα, μα η μέσα φωνή σκούζει και γκρινιάζει σήκω τεμπέλα, σήκω θαμπή τεμπέλα, πρέπει σε μία ώρα να ψυχοθεραπευτείς μωρή φτωχάτζα, σήκω είναι Οκτώβριος ακόμα, έχεις 45 μέρες μέχρι τη Λισαβόνα. Μέχρι τότε έχεις ελληνική ζωή να ζήσεις, έχεις άλλους εφτά ψυχοθεραπευτικούς κατηφορισμούς, άλλα 92 γατοταΐσματα, 14 βόλτες λαϊκής με τη μαμά, σήκω ζήσε Λίνα, έχεις πρόβες, δουλειά, χειμερινή απολύμανση, έχεις να βράσεις παντζάρια για τον χειμώνα, να ετοιμάσεις βάζα τουρσί, να πλέξεις σάλι με τα σάπια σου χέρια, να στειρώσεις τον Τζότζο, να ράψεις κουρτίνα για το υπνοδωμάτιο, σήκω τεμπέλα πότε θα τα κάνεις όλα αυτά; η μέσα φωνή δε σταματάει το κράξιμο, το έξω σώμα σηκώνεται ανόρεχτο, ο αρχόμενος έρπης στο άνω χείλος δεξιά φαγουρίζει, έρχομαι να σε ξυπνήσω. Συγνώμη που θα με δείς λίγο αθεράπευτη άλλο ένα πρωινό. Αααα η πόρτα. Με πρόλαβες.
 
 
 

My tears are like the quiet drift
Of petals from some magic rose;
And all my grief flows from the rift
Of unremembered skies and snows.

I think, that if I touched the earth,
It would crumble;
It is so sad and beautiful,
So tremulously like a dream.