42

Ο μπαμπάς κι η μαμά έχουν επέτειο.
Εγώ δουλεύω για ψίχουλα, λούζομαι δυό φορές τη βδομάδα και τους τραγουδάω το You are my destiny

Α.13.φ.τ.78.Ε






  μαμά περνάει έξω από το σπίτι κι ανασαίνει τον απορροφητήρα μου, ούτε έξω από τις ρωσσοκουζίνες δε μυρίζει τέτοια σκορδοκρεμμυδίλα παιδί μου, ο μπαμπάς χλαπακιάζει χωρίς να νοιάζεται μα βαρύ του' πεσε λέει για βράδυ, η μύξα και το μπούκωμα μπορεί να εμποδίζουν τον εγκέφαλό μου να καταλάβει γεύση, κι ολόκληρη σκορδοκοτσίδα απ' αυτές που κρεμάνε για να διώξουν τους βρυκόλακες να έβαζα μπορεί να μην καταλάβαινα τίποτα, όποτε γράφω για φαγητά συνήθως πεινάω αλλά δεν το παραδέχομαι. Σε λίγο θα γίνει εφτά το πρωί, έκανα αυτές τις γνωστές ανωμαλίες μου, και ξύπνησα αξημέρωτα ή ίσως δεν είναι η δική μου ανωμαλία που με κρατά ξύπνια μα η ανωμαλία του καιρού που έβαλε στοίχημα να μου σπάσει τα νεύρα και το κέρδισε κι όλο περιμένω τον χειμώνα μπροστά στο παράθυρο σαν αδέσποτο το αφεντικό του, θυμάσαι τη νύχτα με τα χιόνια; θυμάσαι όλες τις βόλτες μας; θυμάσαι που σου είχα πεί οτι αν χειμωνιάσει θα θέλω βόλτες; το εννοούσα και το εννοώ, και σήμερα ήθελα βόλτα αλλά τελικά δεν τόλμησα να βγω δυό φορές από το σπίτι, το σκυλί κοιμάται και κάνει κάτι ήχους αστείους, ροχαλίζει κι είναι σα ν΄ακούς γιαγιά να βογγά έξω από το ΙΚΑ, θέλω να σηκωθώ να τη χαϊδέψω μα δε θέλω να την ξυπνήσω, είναι ανήσυχη κι αυτή που δεν έχει χειμώνα, προσπαθώ να θυμηθώ τη μέρα που ετοιμάστηκα και τον περίμενα, που σήκωσα τις βαριές τάβλες του κρεβατιού να βγάλω τα χαλιά  απο τα νάυλον που τα είχα συσκευάσει με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά στο φόβο καμιάς ξεχασμένης ακατανόμαστης μαύρης σιχαμερής ανάσκελης, ευτυχώς ούτε μία, το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα, δεν είχα φωνή, ούτε χέρι. Μόνο φαγούρα κάτω από το σαγόνι. Τα μάτια μου έτσουζαν, το δεξί πιο πολύ. Ζαλιζόμουν από την πείνα μα δεν είχα κουράγιο να φτιάξω ούτε τοστ. Άνοιξα το συρτάρι του ψυγείου, πήρα ένα αγγούρι του μπαμπά το 'κοψα, έβαλα αλάτι, λάδι και ρίγανη και μπουκώθηκα και μου φάνηκε το πιο νόστιμο πράγμα στον κόσμο. Το σπίτι  ήταν καθαρό, κι η μοναξιά μου γλυκούλα. Η αδερφή μου καθόταν στον καναπέ κι εγώ πρόβαλα το κεφάλι μου στην πόρτα του δωματίου κι έλεγα 'τί είναι μωρέ, τί είναι μωρέ', το σκυλί σηκώθηκε έτσι τρυφεριασμένη που άκουσε τη φωνή μου,το αγνόησα, και τρομαγμένη η αδερφή με ρώτησε σε ποιόν μιλάω, στο σπίτι της απάντησα και πιο τρομαγμένη ακόμα συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε. Το χαίρομαι το καθαρό μου σπίτι, πάντα το χαίρομαι, να όπως τώρα που τουλάχιστον με λυπήθηκε ο ουρανός και έδωσε αγκωνιά στον ήλιο για να μη βγεί. Μου είναι υποφερτή η Κυριακή με σύννεφα. Στις τέσσερις κάθε μεσημεροαπόγεμα που το σκυλί είναι μέσα στο σπίτι, βλέπω έξω από το παράθυρο τις όμορφες να έρχονται, μια γατοπαρέα αποτελούμενη απο 6 ή 7 ασπρομαυρογκρίζες που μου πουλάνε έρωτα για να τους δώσω φαγητό, Τους δίνω τα περισσέματα και μια φορά άνοιξα και μια κονσέρβα τόνου και με μάλωσες, ε όχι και τόνο είπες. Τις αποκαλώ ψουψούρες γιατί με νευριάζει η λέξη ψιψίνα. Από μέσα μου όμως έχουν όλες ονόματα. Οι δύο έχουν αρσενικά, όχι γιατί είδα κανένα αρχίδι να κρέμεται αλλά γιατί έτσι αποφάσισα οτι είναι γάτοι. Τρώνε τα πάντα εκτός από το ρύζι που ποτέ δεν το πετυχαίνω και είναι ντροπή, εγώ η καλύτερη μαγείρισσα των βαλκανίων να μαγειρέψω ένα γαμωρύζι, απαντώ πως φταίει το οτι δε μ'αρέσει. Οι ψυχαναγκασμοί μου γιγαντώνονται με τον καιρό, θεωρώ τον φετινό χειμώνα ξεγραμμένο, σε λίγες μέρες θα έρθει ο σιχαμερός Μάρτης, κι εγώ κανονίζω το ραντεβού με την απολύμανση, καθάριζα το μπάνιο χτες κι είδα μια αράχνη, τις αγαπώ τις αράχνες. τη ρώτησα αν έχει δεί καμία από τις άλλες τις σιχαμερές που περπατάνε γρήγορα και ψοφάνε ανάσκελα, δεν απάντησε και φοβήθηκα πιο πολύ, θ άρχίσει πάλι η εποχή που θα μπαίνω στο μπάνιο με όχι καθαρό νού, που θα κατουράω και θα πατάω στις μύτες, που θα τραβάω την κουρτίνα του μπάνιου και θα ρίχνω τρομαγμένες ματιές στη μπανιέρα, κάνω σχέδια από τώρα για τον επόμενο χειμώνα που ελπίζω να είναι κανονικός, σκέφτομαι πως η υπερθέρμανση του πλανήτη και το λιώσιμο των πάγων με απασχολεί απόλυτα προσωπικά γιατί είμαι αυτιστική τσούλα κι όχι γιατί έχω οικολογική συνείδηση, κάνω σχέδια φυγής στον βορρά και ξέρω πως δε θα πραγματοποιηθούν γιατί είμαι μια κότα που φοβάται, με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μείνω εδώ να βλέπω τους χειμώνες να πεθαίνουν και να πεθαίνω κι εγώ μαζί τους, φοβάμαι πως θα καταντήσω μια μίζερη ύπαρξη που  όσο περνούν τα χρόνια θα βλέπει το μυαλό της να στενεύει και τον κώλο της να φαρδαίνει, πλημμυρίζομαι απο τέτοια άγχη κι ύστερα ησυχάζω, όχι δεν είμαι τέτοια, όχι δε θα γίνω τέτοια, θέλω να σώσω όλα τ'αδέσποτα, τα βλέπω στο δρόμο και τα σκέφτομαι όλη νύχτα μετά, τί κάνουν μόνα τους, πού πάνε, πώς κοιμούνται, τί τρώνε, δε μ' αρέσει τίποτα εκτός από την κοιλιά σου, την υπέροχη τομή στο στήθος σου και τις γραμμές δεξιά κι αριστερά των χειλιών σου, τη ρυτίδα κάτω από το αριστερό σου μάτι, το πόσο αγριεύει το πρόσωπό σου όταν με γαμάς, καμαροκαυλώνω με το πόσο ζώο μπορείς να γίνεις, αν μπορουσα να οδηγήσω θα σε πήγαινα μέχρι το младост  με 20 χλμ την ώρα για να μη χάσουμε ούτε κουνούπι στη διαδρομή, προς το παρόν με πηγαινοφέρνεις εσύ εδώ κι εκεί, πρόθυμος πάντα κι όμορφος τόσο που νευριάζομαι, η ώρα θ' αλλάξει, έχασα τον χειμώνα φέτος, θα χάσω και τη νύχτα, και τώρα πάλι θα πρέπει να σηκώσω τις βαριές τάβλες του κρεββατιού να βάλω τα χαλιά μέσα στα νάυλον και να περιμένω εννιά μήνες σα γκαστρωμένη να τα ξαναβγάλω, τρείς μήνες χειμώνας κι εννιά σκατένιοι, κάθε χρόνο γκαστρώνομαι με την ιδέα του χειμώνα, μα αρχίδια, αρχίδια πάντα,αρχίδια και του χρόνου, αρχίδια πάντα, εδώ η μαμά έφερε φράουλες, φαντάσου.

75δ.φ.π.τ.γ

Το σπίτι αυτό δε θα χαρεί ποτέ τίποτα. Στεγνό δεν ξέρει να μένει. Η υγρασία του χρόνου αυτού θα μείνει στην ιστορία. Να τώρα πάλι η αποχέτευση, πες 6 εκατοστά η γαμωακτίνα του σωλήνα επι 6 γαμωμέτρα ύψος επι το γαμωπί, κάπως έτσι δεν είναι ο τύπος μωρέ; η ακτίνα είναι στο γαμωτετράγωνο ε; ε πόσο γαμωνερό περίπου έχει ο γαμωσωλήνας μέσα, εε τη γαμήσαμε, όλο αυτό το γαμωνερό θα εξαπλωθεί στον τοίχο μου, δε θα χαρεί αυτό το σπίτι λέμε και δεν είναι μόνο οι σωληνώσεις του το πρόβλημα. Εμείς φταίμε, στο σπίτι τελειώσαμε όλες τις δουλειές πια, μα κανείς δεν είναι ευχαριστημένος κι όχι δε φταίει η γαμωαποχέτευση, δε γεννηθήκαμε για να ευχαριστιόμαστε εμείς, αα όχι δεν είναι γραμμένο στον κώδικά μας,έτσι είμαστε εμείς, καταθλιπτική μιζεροοικογένεια, θα ψοφήσουμε όλη με μια μούρη μέχρι το πάτωμα, τραβάμε τις αρρώστιες, γαμάμε μόνοι μας το ανοσοποιητικό μας.  Το καλοκαίρι έμεινα με  τα μαλλιά της θάλασσας δυό μέρες  κι ενώ θα 'πρεπε να τρέξω να λουστώ, το ανέβαλα σαν παλιοβρωμιάρα, στο κάτω κάτω σιγά τα μαλλιά, σιγά τη θάλασσα, σιγά την αναβολή. Αν περάσει λίγο παρελθόν απο  μπροστά μου παθαίνει μια μικρή αναγούλα το στομάχι μου κι αμέσως εξαφανίζεται η σκέψη, μα πού πηγαίνει ε; πού πηγαίνουν όλα εκείνα που δεν αντέχουμε να σκεφτούμε ε; εσύ εκείνα που δεν αντέχεις πού τα βάζεις; πώς να εξηγήσω και με τί λόγια το πώς νοιώθω όταν ξυπνάω; πονάνε όλα από πάνω μέχρι κάτω, το σώμα μου είναι υπερξεφτιλισμένο πια,η ψύξη με ψύχει, είναι τόσο ζεστό το κεφάλι μου,γιατί έχω ψύξη;εεε δες δες, η ζωή δεν είναι ωραία, σίγουρα δεν είναι, εγώ είμαι εξαντλημένη συναισθηματικά από αυτό που λέγεται οικογένεια, νοιώθω τράβηγμα παντού και κυρίως μέσα στο κεφάλι μου,μα όταν με αγγίζεις και με τρίβεις, θέλεις να με αγγίξεις; με σκέφτεσαι; θα μου έστριβες τσιγάρα για πάντα κι εγώ να οδηγάω μέχρι το υπερπέραν; ξεροκαταπίνω, έλα πώς λέγεται αυτό που καθαρίζουμε τον λαιμό μας, έλα ξερόβηχας, όχι δε μπορώ να βήξω από τον πόνο,εε πώς λέγεται, έλα έλα εκείνο που κάνουμε γκχχ γκχχ , καπνίζω σαν τελευταία τώρα τελευταία, φταίει που δε δουλεύω πολύ, αν ξεκινήσω κανονικά τη δουλειά θα προσέχω, ο αντίχειρας του σαναφεντικού είναι χαλασμένος, του μολύνθηκε η παρανυχίδα λέει, ένας άλλος πιο'κει χαριεντίζεται με κάτι φτηνές, όλη η ζωή ένα μουνί κι ένας πούτσος, να μπεί το ένα μέσα στο άλλο, ο εαυτός μου έχει πια πάθει υπεραυτισμό, ναι στο λέω τόσον καιρό, οι άνθρωποι είμαστε αυτιστικοί, αυνανιστικοί, νάρκισσοι και είναι λογικό δε μας κακιώνω, ζούμε στη γή αφού, ναι ο πλανήτης που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, ναι στον αυτιστικό πλανήτη δε θα γινόταν να είμαστε κάτι καλύτερο, το αλκόολ με βοηθά να σου μιλάω ααα και να συνηρώ, αυνανίζομαι με χέρι που δε βολεύει, δεν πειράζει η δουλειά να γίνεται, ναι η δουλειά,ποιά είναι δουλειά, α ναι να χύνουμε, είναι ωραία να χύνουμε, ας χύσουμε όλοι, ήσυχα για τον εαυτό μας αυτιστικά, εγώ σε ονειρεύομαι σε καυλοτρομακτικά όνειρα, μερικά στα έχω ήδη διηγηθεί, δουλεύω και κάνω ταυτόχρονα γκχχ με τον λαιμό μου,πίνω τρία λίτρα νερό σε ένα μικροσκοπικό μπλέ πλαστικό ποτήρι , τρείς γουλιές και τσουυπ τέλειωσε, εμείς πότε θα βρεθούμε κανονικά έξω από τον πολύ κόσμο ε;;; πότε θα κάτσεις ήσυχος να ακούσεις  πόσο καίγομαι για σένα αλλά κι εγώ πότε θα καταφέρω να στο πω χωρίς αλκόολ;ο κώλος μου μαύρισε από τη βολταρενίλα, το χέρι μου κρέμεται μέσα σε μια κιτςςςζζζσσ μπεΖ θήκη, έχω να κοιμηθώ ούτε θυμάμαι από πότε, πονάει φρικτά και είναι κουλό, βάζω πάγο και τσούζει το δέρμα μου, τα σαββατόβραδα οι εφημερίες είναι η καλύτερη έξοδος,  όλοι βρίσκονται εκεί σχεδόν αναγκαστικά, φοράνε τα κακά τους, βρωμάνε  και σπρώχνονται, εγώ δεν σπρώχνω ποτέ, δε βιάζομαι, η ακτινολόγα με λέει πουλάκι μου, φοράει γαλαζένια ρούχα κι είναι άλουστη, παλεύω με τον επιχείλιο, παλεύω με τις οικογενειακές ενοχές, μαλώνω τους πάντες μέσα στο μυαλό μου κι ύστερα τους δικαιολογώ, οι στιγμές που πάω να κρισιαστώ ουρλιάζοντας αφήστε με όλοι ήσυχοι λιγοστεύουν, το παρελθόν μου εξακολουθεί να είναι αναγουλιαστικό μέχρι αναγούλας, ο απόπατος που ζέχνουν κάτι άνθρωποι είναι θλιβερός, με μαλώνω κι εμένα που αποπατίστηκα, δε γαμιέται με δικαιολογώ κι εμένα. Η απο πάνω της αδερφής μου περνάει τη μισή μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας, μιλάει με μια άλλη, μπαίνω και δεν τη χαιρετώ, ίσα που κουνάω το κεφάλι μου, φθινοπωριάζει και φοράει καλσόν κι ώσπου ν'ανοίξει η αδερφή μου την πόρτα διακρίνω τις σκασμένες φτέρνες της, μέσα από το νάυλον, με αηδίαζε από παιδί η εικόνα αυτή, θυμάμαι τις φίλες της γιαγιάς να έρχονται, να βγάζουν τις παντόφλες τους έξω από το σπίτι, κι εγώ να κοιτάζω επίμονα τη νεκροκυτταρίλα τους να διαγράφεται μέσα από το μαύρο νάυλον, μερικά ήταν σκισμένα εκεί,κι άλλες φορές όταν τα έτριβαν μεταξύ τους ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο χρτσς χρτσς, αηδίαζα κι έλεγα πως αν γίνει ποτέ έτσι η φτέρνα μου θ' αυτοκτονήσω, αηδίαζα μα μετά τις δικαιολογούσα κι αυτές, την από πάνω της αδερφής μου δεν τη δικαιολογώ γιατί είναι η μεγαλύτερη βρωμοκατινάρα του κόσμου, κι όσο η αδερφή μου έλειπε από το σπίτι της εγώ είχα τα κλειδιά και το είχα κάνει γαμιστρώνα το σπίτι κι εκείνη σίγουρα από μέσα της έλεγε καλά που έχουμε τη μεγάλη αδερφή εδώ να μένει γιατί αν έρθει η μικρή τη γαμήσαμε,τα σάββατα στη δουλειά είναι αποπνικτικά, γίνομαι κάτι που με το ζόρι αναγνωρίζω, πίνω αυτοκαταστροφικά γιατί δεν ξέρω να το κάνω ευχαριστιάρικα, αδυνατώ να βασιστώ σε οποιουδήποτε την κουβέντα, η ανθρωπική αναξιοπιστία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, σε αγγίζω ανεπαίσθητα και μου 'ρχεται ημιλιποθυμία αλλά εσύ χαμπάαρι, οι άνθρωποι πρώτα μαθαίνουν το πόσο ζεστά είναι τα μπούτια μου και ύστερα το πραγματικό μου όνομα, έκλεισα ραντεβού στο δερματολόγο, τί έχεις με ρώτησε, βγάζω αηδίες απάντησα, κανονίσαμε συνάντηση, να μου αφαιρέσει τις αηδίες που έβγαλα,  όποτε λέω τη λέξη αηδία, εκτός από τον εαυτό μου σκέφτομαι και το παρελθόν μου, το σπίτι είναι όμορφο, ζεστό και τακτοποιημένο, το καταχαίρομαι, ξυπνάω και το βλέπω να αυνανίζεται στο λιγοστό του φως, το σκυλί μου έχει πια τη γωνία του, είναι μικροκαριόλικο γιατί βρίσκει ευκαιρίες να πηδάει στον καναπέ αλλά κάνω ήχους μπρρρ, κντζντς, πσψςντ και κατεβαίνει  ανόρεχτα, το δεξί μου χέρι κρέμεται, βρήκα τυχαία ένα χαρτί ψάχνοντας ένα άλλο χαρτί και διάβασα κάτι αηδίες που μου χοροπήδησαν αναγουλιαστικά τη στομαχική χώρα, κοιμάμαι πλακώνοντας τον αριστερό ώμο εδώ και δύο μήνες, δεν παραπονιέται ο κακόμοιρος, αν ήμουν καλά θα οδηγούσα 7600 χιλιόμετρα μέχρι εκεί που θέλω αλλά αρχίδια το χέρι, αρχίζουν κι οι βροχές και να πάλι η υγρασία που λέγαμε, αργοπεθαίνει και το πόδι, είμαι ένα τεράστιο σημαντικό τίποτα, κοιμόμαστε γυμνοί, έχεις συνειδητοποιήσει πόσο ζεστά μπούτια έχω; χύνω πάνω σου και στάζουν τ'αρχίδια σου, δεν ξέρω πώς μεταφράζεται αυτό σε άλλες γλώσσες,φυτρώνουν παρανυχίδες στα δάχτυλά μου και κάθε φορά που τα χώνω μέσα στο βρακί μου σκαλώνουν και με πονάνε, μερικές ματώνουν, προχτές που σε έπιανα από τη μέση μοσχοβολούσες, προσπαθώ να θυμηθώ πόσο ανοιχτό είχες το πουκάμισο, είμαι ακατάλληλη για οτιδήποτε, αν κάποιος υπολογίσει σε μένα θα χάσει, το ξέρω κι ας το ξέρει, κάθε που ρουφάω μια τζούρα γέρνω το κεφάλι ανεπαίσθητα δεξιά, γράφω κάθε μέρα σε μαλακόχαρτα κι ύστερα όλα εξαφανίζονται,γράφω ένα βιβλίο χρόνια τώρα μα δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ γιατί είμαι αναβλητική ανθρώπισσα μέχρι αηδίας,κουτσοδιορθώνω μα μπαα, τελικά καταλαβαίνω πως μόνο για μένα γράφω, αυτιστική μαλάκω για πάντα, γράφω όπως αυνανίζομαι, αποφορτίζομαι και σκάω ήσυχα, έχω λόξυγγα και γελάω, πεινάω κάθε μέρα και φταίς εσύ, καυλώνω 879857438439843 φορές τη μέρα και φταίς εσύ, φοβάμαι 21324567865432134567 φορές τη μέρα και φταίω εγώ, ο ύπνος μου μικροφωνίζει και δεν αρκεί, θέλω να κοιμηθώ γυμνή, ζεστά και ήσυχα να μην ονειρευτώ,  να μην αγχώνομαι για το πώς θα στεγνώνουν τα ρούχα τώρα που χειμωνιάζει,η ώρα αλλάζει τώρα που γράφω, αγχώνομαι μήπως πρέπει να γράψω μια ώρα παραπάνω, ρουφάω άλλη μία, γδύνομαι και κοιμάμαι.

127


Οδηγάω και τραγουδάω "το φαρμακο που καίει τις πληγές είναι γραμμένο σ'αυτοσχέδιες συνταγές". "την πίκρα που 'χω μες στο στόμα πιές", η αγ. δημητρίου είναι πάντα μόνη της σαν εμένα, τα πουκάμισά σου μου ιδρώνουν το κεφάλι, στο λέω και δε με πιστεύεις,κανείς δεν πιστεύει κανέναν, ήρθαν τα γενέθλιά σου, 127 χρόνια κωλοπερίμενα, κωλοπεριμένω ,πεινάω, μόνιμα πεινάω, αηδία κατάντησε, πείνα μαζί με αηδία, με ασχήμια κολλημένη πάνω μου, κλαίω για τα χρόνια που έχασα με τιποτένιους, ποιά!εγώ η τιποτίστρια να κλαίω τον τιποτισμό, να μαζεύω ενοχές προίκα, να χαϊδεύω το στομάχι μου  μόνη, να μου λείπουν τα πιό χάδια του κόσμου που μόνο ένα αγόρι σε όλους τους πλανήτες ξέρει να δίνει, θέλω να τον ανακρίνω, να τον ρωτήσω πού έμαθες να χαϊδεύεις έτσι, κρατιέμαι, πονάει το κάτω μου, δεν ξέρω τί σκατά είναι, σάλπιγγα, ωοθήκη, μουνί, πώς λέγεται εκει κάτω, ναι εκείνο το υγρό υπέροχο ζεστό σημείο λέω, πώς λέγεται ρε, βουλώνει η μύτη μου, κι ο οργανισμός μου, κεράσι-επινεφρίνη , 1-0, αναπνέω με το στόμα, έλα ν' αλλάξουμε μαζί σεντόνια, έλα να μάθεις να στρίβεις τσιγάρα, έλα κι έλα, το καλοκαίρι αυτό θα μας ξεσκίσει να το θυμάσαι, σε πεθυμώ, πού στον πούτσο είσαι, αφού δε με ψάχνεις, γιατί με ψάχνεις;κανέναν δεν έχω όταν ξημερώνει, κανέναν δεν έχω όταν δεν ξημερώνει, κανένας δε μ' έχει. θέλεις να μ ' έχεις; πες ναι, πες πες ναι, είδα κάτι πουλιά, πετούσαν βαρετά,  κι ανόρεχτα, μιλήσαμε λίγο, έλα με τις ανθρωποπαπαριές σας, μου έλεγαν, αντί να περπατάμε , απλά πετάμε, σιγά τη μαλακία, γέλασα εγώ, σάββατο βράδυ κόβουν το νερό τα μουνιά, ανοίγω το ψυγείο, παίρνω 4 μπουκάλια, κάνω ντουΖζζ, κωλωπαγώνω, ούτε μισή σάλπιγγα δε θα μείνει, στο τέλος μυρίζω όμορφα, ο αφεντικός απλώνει το χέρι πάλι και μου χαϊδεύει την πλάτη, μπορεί και να του σηκώνεται, στ'αρχίδια μου, μόνο λεφτά θέλω, 140 για το ρεύμα, έχω 70, αρχίδια, κωλοφτωχή είμαι, αρχίδια, μάθε να στρίβεις, τί θεϊκό σεξ κάνουμε, φταίει το συναίσθημα το είπαμε ναι, τη θλίψη μου πριν και μετά τη βλέπεις; η υγρασία του κόλπου μου είναι παροιμιώδης, με τρομάζει κι εμένα μη νομίζεις, έχετε γενέθλια το είπαμε ναι, και οι 72 έχετε, θέλω να γαμηθούμε μια μέρα όλοι μαζί, να με σκίσετε όλοι μαζί, μη μου θυμώνεις, σου χω φέρει κει τσόλια στη λισαβόνα, μη θυμώνεις, τώρα ετοιμάζομαι πάλι να σου ρθω, έλα μη γκρινιάζεις, εμένα ήθελες, εμένα θα έχεις,τα μάτια μου κλείνουν και μετά δεν ανοίγουν, το στομάχι μου κοντεύει να βγεί έξω μου, ναι είναι πεινασμένο, ο γκρί γαμωαναπτήρας ανάβει σα μουρλός, κοντεύει να μου κάψει βλεφαρίδες και άλλα, είμαι κουρασμένη. να ξάπλωνα, να μ έγλειφες, να έχυνα μέσα στο στόμα σου και να κοιμόμουν τον βαθύτερο ύπνο που βαθυκοιμήθηκε άνθρωπος. ιδέα δεν έχεις πόσο σε πεθυμώ, ιδέα.να σου ακουμπούσα το γόνατο και τίποτα άλλο...

18131912

Πλένω τα δόντια μου σχολαστικά, το αφεντικό τυχαία ακουμπά την πλάτη μου και την επαινεί,  επαινεί το δέρμα μου,  το ξέρω ρε αρχιδιάρη οτι έχω μαλακό δέρμα, δώσε κάτι παραπάνω να ζήσω,  έχω πονοκεφάλους που θα μπορούσαν να περάσουν τα σύνορα, εσύ υπερόμορφος έρχεσαι και φεύγεις, μισομαλώνουμε, υπάρχεις και τρομάζω σαν μωρό, μου λείπεις, σε σκέφτομαι, μα κουβέντα δε λέω, καταπίνω παυσίπονα, όχι τα ασημί ρε μάνα, τα κόκκινα παίρνω, από τον γενάρη σκέφτομαι την απολύμανση μα την καθυστέρησα και πάλι σα μαλακισμένο και νααα πάρτα μωρή, πάρε τις κατσαρίδες στη μούρη, ευτυχώς το αγόρι σηκώθηκε ήρεμα, την ξεπάστρεψε κι ύστερα μ' αγκάλιασε, ηρέμησε μου' λεγε, με τί απ 'ολα να ηρεμήσω, με την κατσαρίδα ή με σένα, εγώ ποιήματα δεν ξέρω να γράφω, μια μέρα όμως θα γράψω ωδή στην κέτσαπ ή στις τηγανητές πατάτες, ρεύτηκα σαν αγόρι, φέρομαι σαν απροσάρμοστο γιατί ο φόβος μου είναι παροιμοιώδης, είμαι αυτήπουέδιωχνετ'αγόρια, αντιδρώ στις αγάπες όπως και στις κατσαρίδες και δεν ξέρω καν αν είμαι λιγότερο σιχαμερή από 'κείνες, το σκυλί δε με θέλει πιά, γιατί να με θέλει, βήχω σα γαϊδούρι κι ας μην έχω ακούσει ποτέ γαϊδούρι να βήχει, σχήματα, κύκλοι, άνθρωποι, σχέσεις, κι εγώ σαν άμαθο μωρό  να κοιτάω με γουρλωμένα μάτια και να γέρνω δεξιά τον λαιμό μου, μήπως και καταλάβει, τα σιχαίνομαι όλα, θέλω να βρίσω μα το μαύρο σου πουκάμισο δε με αφήνει, το άγγιγμά σου στα  πόδια μου, ξημερώνει κι εγώ νυχτώνω, είμαι φοβική ολικής, πιό όλικής κι από τα δημητριακά μου, τρείς βδομάδες είμαι υγρή, το λονδίνο με ξαναπεριμένει μα σιγά να μην πάω, φέρνω λονδρέζικα δώρα σε όσους με νοιάζουν, με νοιάζουν γιατί έτσι, δε θα δώσω λογαριασμό,  κουράστηκα και δεν υπάρχει κανείς να με ξεκουράσει και μην παρεξηγηθείς, απλά όταν εσύ με χαϊδεύεις εγώ δεν ξέρεις τί παθαίνω, νευριάζομαι ρε, που όσοι εκτιμώ είναι λυπημένοι, τους ονειρεύομαι, λυπημένους και δικούς μου, τους ονειρεύομαι. ονειρεύομαι πως τους προστατεύω, πως τους κάνω σεξ, πως τους τυλίγω με μεμβράνες τρυφεράδας, ξέρεις τι;, είμαστε λίγοι εμείς που αγαπάω, πρέπει να μας προστατέψω ολους, εγώ τ' αγόρια τα διώχνω μακρυά, εγώ είμαι η πιο υγρή που ξέρετε όλοι, εγώ είμαι η πιό κατεστραμμένη γιατί άφησα ανθρώπους να με καταστρέψουν, εγώ νοιάζομαι στην παθητική φωνή, νοιάζομαι με νοιάξιμο, όποτε σε βλέπω κατεβασμένο παθαίνω κατεβασμό και χέσε με εμένα, εσένα δε σου πάει ο κατεβασμός, για κάθε γιώργο που έχασα βρήκα καινούργιο, έχω τον παντοτινό όμως που πήγε στο Σηάτλ και θα ρθει κάνα πρωί του τέλη Ιούλη ή καμιά κυριακή Κιούμπρικ να με ξυπνήσει κάνοντας τσικ τσικ κι εγώ θα του μαγειρέψω, οι αγάπες μου δεν τελείωνουν, όσοι αγάπησα θα είναι εκεί για πάντα, ένα αγόρι με υπέροχα χέρια και κιτςζσ δαχτυλίδι μου μιλάει για ομορφιές, τον ακούω με τ' αυτιά τεντωμένα, η ανθρωπότητα κουράστηκε από την κούρασή μου, αχ ας μη μου μιλήσει κανείς μέχρι τον αύγουστο, σας παρακαλώ όσοι μ' αγαπάτε μη μου δίνετε σημασία, πείτε πως δεν υπάρχω, όποτε με βλέπετε κάντε πως δε με βλέπετε, όσοι ξέρετε τί παθαίνει το στομάχι μου όταν στεναχωριέται κάντε πως δε με βλέπετε, γεννήθηκα στεναχωρημένη και θυμωμένη, θα μπορούσα να σε χαϊδεύω απόψε μέχρι να παραγγείλεις καινούργιο δέρμα , μα όπως είδες κρατήθηκα στο ύψος μου, στο  σιγά το ύψος θα πείς, μα ναι, έστω σ' αυτό ξέρω να κρατιέμαι, η μαμά είναι γλυκούλα τελευταία, αυτό το καλοκαίρι θα είναι γλυκούλι απο άποψη μαμαδίσια, ο μπαμπάς λέει την ιστορία  για το διπλανό μουνόπανο  κάθε τόσο, σήμερα το απόγευμα πήγα να του κάνω παρέα, καθίσαμε στο μεγάλο μπαλκόνι και να πάλι άρχισε για το διπλανό μουνόπανο και τρέμουν τα χειλάκια του, ηρέμησε μπαμπακούλη πανέμορφε, έγινε αυτό, τελείωσε, τον έβρισες και αρκεί, ναι καλά έκανες, κωλόγερος κακό ψόφο να 'χει, όχι απλό ψόφο, κακό ψόφο, τον χειρότερο ψόφο του κόσμου, είπε για τη μαμά πως θα της γαμήσει τη μάνα, δηλαδή είπε κακές κουβέντες και για τη γιαγιά, άκου ρε μουνόπανο σκατόγερε, αγράμματε κωλάνθρωπε, αν ξαναπιάσεις τη γιαγιά στο στόμα σου θ' ανέβω στην ταράτσα σου και θα κάνω σεισμό και τσουνάμι και ηφαίστειο, γαμώ το σπίτι σου, κωλάνθρωποι, γαμωγείτονες, σιχαμένη ανθρωπότητα, μικροψώληδες τιποτένιοι, η οικογενειούλα σου, η περιουσιούλα σου, σκουλήκια θα σε τρώνε μαλάκα, θα βγαίνουν κι απ' τα μάτια σου που και τώρα βγαίνουν γιατί τίποτα όμορφο δεν είδες ποτέ, έλα να τον βρίσουμε μπαμπά, έλα έλα, εσύ να λες τί του είπες κι εγώ να λέω, ουστ γαμημένε κωλόγερε κι εσύ να ευχαριστιέσαι που βρίζουμε, έλα έλα πες κι άλλα, έλα δε βαριέμαι ποτέ να βρίζω ανθρώπους, ο μπαμπάς λέει ποτέ για κανέναν δεν έχω ευχηθεί να ψοφήσει μα αυτός κακό ψόφο να'χει, του απαντώ πως το έχω ευχηθεί για πολλούς και δε νοιώθω άσχημα, η σχιζοφρενική μου αγάπη μου στέλνει συνταγές για γαϊδουράγκαθα, το σκυλί δε με θέλει πια, κι αύριο που θα της κάνω και μπάνιο θα με ξεθελήσει για πάντα,οι συμμαθήτριές μου  γίνηκαν εμπόρισσες, παχαίνουν καταθλιπτικά, κι όλη η θλίψη τους είναι κάπως συκεντρωμένη στο προγούλι τους, έχουν παιδιά και άντρες, μοιάζουν πενηντάρες κι εγώ μπροστά τους κοριτσάκι, η καρδιά μου χτυπάει ακόμα και κάτι στιγμές είμαι ολοζώντανη. θα περάσω μόνη το πάτωμα στο δωμάτιο γιατί είμαι μεγάλη μαστόρισσα μα θα περιμένω τον μάστορα να βάλει τα πλακάκια στην κουζίνα, δεν τα πάω καλά με τον αρμόστοκο, γύρισα σπίτι και είμαι μόνη μου, ολομόναχη ,τόσο που σχεδόν τσούζει, αλλά τέτοια είμαι αφού, σαν την ασφάλεια της μοναξιάς δεν έχει,  έχω ακράτεια, το λέω και ξεκαρδίζομαι, μακάρι να με αγαπούσε κάποιος και να γινόταν χαρούμενος που υπάρχω, μακάρι να γινόμουν κι εγώ χαρούμενη, μακάρι να μπορούσες να μου τηγανίσεις αυγά σήμερα το πρωί, μακάρι να μπορούσα να φάω ψωμί,μακάρι όλα να ήταν εύκολα, μακάρι να μην είχα γεννηθεί άνθρωπος, μακάρι να ήμουν όμορφη  και υγιής, μακάρι να μπορούσα να πω και να δείξω όσα αισθάνομαι χωρίς να με πιάνει πυρετικό ρίγος, μακάρι να μην υπήρχαν κατσαρίδες , μακάρι να μην ήξερα πως θα πεθάνω, μακάρι να πέθαινα αύριο αλλά να μην το ήξερα, ο μπάρμαν με κερνάει μπύρα, μου ακουμπάει τον καρπό. ευχαριστώ λέω και τραβιέμαι απότομα, αν πάμε μαζί ποτέ στο σούπερμάρκετ μην απορήσεις
που θ'΄αγοράσω δυο συσκευασίες κέτσαπ, είναι ο τρόπος μου να επιβιώνω, ή η ελπίδα μου, πάρτο κι έτσι.

0000

Дυό τόνοι ξύλα χύθηκαν στην αυλή,  τις νύχτες επιστρέφω νωρίς,  στην τράπεζα το πρωί το σώμα της κυρίας πίσω μου είναι βιαστικό, το αισθάνομαι να δονείται πίσω μου αγάμητα, είμαστε στον θάλαμο εκείνον της αναμονής, η φωνή λέει πατήστε το κουμπί και περιμένετε ν' ανάψει το πράσινο, ψάχνω το κουμπί, στα δύο δευτερόλεπτα που διαρκεί αυτό, νοιώθω το χέρι της από πίσω να θέλει να πεταχτεί να το πατήσει, η ανάσα της είναι εκνευρισμένη, στο μουνί μου τη γράφω, η πόρτα ανοίγει, μπαίνω με βήμα ήρεμο και κανονικό, κοιτάζω δεξιά ένα υποκίτρινο φως που μπαίνει από τη τζαμαρία, στα δύο δευτερόλεπτα που διαρκεί αυτό, η κυρία με σπρώχνει για να προλάβει να πάρει χαρτάκι πριν απο μένα,  μου θυμίζει εκείνη τη βρωμερή ίδια κυρία που έκανε το ίδιο στον ο.α.ε.δ και κόντεψε να με ρίξει κάτω, μα ο υπάλληλος που την εξυπηρέτησε ήταν πιο αργός από τον υπάλληλο που εξυπηρέτησε εμένα κι έτσι τελείωσα πρώτη και φεύγοντας της έδειξα το υπέροχο κωλοδάχτυλό μου κάνοντας και μισή στροφή,  ή την άλλη στο μανάβικο του supermarket  με το κωλόμωρό της και τη σκατομάνα της, οι άνθρωποι σιχαίνονται τις ζωές τους και το δείχνουν κάθε που πρέπει να κάνουν υπομονή έστω σε μια  μικρή ουρά για να ζυγίσουν τις ντομάτες τους, ζώα που σπρώχνονται να προλάβουν να καθίσουν στο λεωφορείο, να πληρώσουν έναν λογαριασμό, να παραλάβουν ένα δέμα, να ζυγίσουν δυο γαμημένες ντομάτες, τα σάββατα πηγαίνουμε με τη μαμά στο  supermarket, η μαμά είναι πάντα βιαστική μα ποτέ δε χώνεται, ποτέ δεν σπρώχνει, έχει τη βιασύνη  που έχει σε όλη τη ζωή της, την ολόδική της βιασύνη που είναι ευγενής τουλάχιστον, είναι όλοι άσχημοι μέσα στην αγωνία τους να προλάβουν να πάρουν χαρτάκι, είναι άσχημοι στο ταμείο, άχρηστες τιποτοικογένειες με ατίθασα καταπιεσμένα παιδάκια, μανάδες κακοφορμισμένες και μπαμπάδες ημίσκληρους, παρατηρώ μια  τέτοια οικογένεια, τους πετυχαίνω πρώτα στον διάδρομο με τις κονσέρβες, κι ύστερα στον άλλον με τα απορρυπαντικά, ο άντρας κι η γυναίκα δεν κοιτάζονται ποτέ, τους ξαναβρίσκω στο ταμείο, το αγοράκι ρίχνει κάτω το μπουφάν του, το κοριτσάκι με περιεργάζεται, κοιτάζει τα χέρια μου με απορία, κοιτάζει μια το δεξί που έχει μπλε νύχια κι ύστερα το αριστερό που έχει μωβ, ο άντρας κι η γυναίκα δεν κοιτάζονται, μπορεί να έπρεπε να νοιώσω συμπόνοια, να σκεφτώ πως είναι κουρασμένοι, πως αγχώνονται για τα άλλα χαρτάκια τα χρωματιστά που καθορίζουν τα πάντα, όχι δε μπορώ να νοιώσω καμία συμπόνοια, εμετό μου προκαλούν,  τους κάνω εικόνα να επιστρέφουν σπίτι μέσα στην απογευματινή σαββατομιζέρια τους και αναγουλιάζω κι αμέσως παθαίνω αυτοθυμό, ποιά είσαι μωρή μαλακισμένη που τα ξέρεις όλα, μπορεί να φτάσουν σπίτι και να πηδηχτούν μέσα σε απόλυτη καύλα κι αγάπη και να λιώσουν στα χάδια κι εσύ να γυρίσεις μόνη στο βρωμόσπιτό σου, ολομόναχη και κατάξερη και νηστική, νοιώθω την ίδια αναγούλα και για μένα, όλοι το ίδιο σιχαμένοι είμαστε μα εγώ τουλάχιστον δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, σε μένα μόνο που δεν παίρνω από λόγια, τα ξύλα στην αυλή είναι βουνό, φοράω κάτι τεράστια γάντια, τα χέρια μου κολυμπάνε μέσα, ξεκινάω να παίρνω ένα να το βάζω στη θέση του, το κάνω αργά, διαλέγω ποιό ταιριάζει με ποιό σα να κάνω παζλ, καταλαβαίνω πως με αυτόν  τον ρυθμό δε θα τελειώσουν ποτέ, αρχίσω να τα παίρνω στα χέρια μου δύο-δύο, κι αν κάποιο είναι κάπως μικρό κι ελαφρύ παίρνω και τρίτο, φοράω μόνο μια ζακέτα, ο μπαμπάς είναι πιο εκεί και κόβει τα μεγάλα στη μέση, κάνει ένα μαγικό με το τσεκούρι και τα χτυπάει μια φορά και μετά γυρίζει το τσεκούρι από την ανάποδη, κάθε φορά σταματάω και τον κοιτάω, του λέω άσε με κι εμένα να δοκιμάσω, παίρνω ένα χοντρό μεγάλο ξύλο όχι μου λέει αυτό δε γίνεται είναι στριφνό, θέλω λίγο να γελάσω, η παιδική μου αθωότητα θα τον ρωτούσε σαν το κεφάλι σου ε μπαμπά; η ενήλική μου ενοχότητα ρωτάει απλώς τι πάει να πεί στριφνό, ο μπαμπάς εξηγεί κι εγώ επιμένω και ρωτάω, μα δεν κόβεται με τίποτα; ούτε με πριόνι; ούτε με αλυσοπρίονο; ο μπαμπάς απαντάει όχι κάθε φορά, η παιδική μου αθωότητα θα ρωτούσε ούτε με δράκο; η ενήλική μου ενοχότητα αποφασίζει να πάψει να ρωτάει, παίρνω ένα άλλο, το χτυπάω με το τσεκούρι και καταφέρνω μόνο να κολλήσει το τσεκούρι μέσα, φτάνει προσπάθησα, η μαμά απλώνει πετσέτες στο μπαλκόνι και μας κοιτάει, ορίστε που παραπονιέσαι που δεν έκανες γιο την ακούω να λέει, κι αμέσως μετά βάλε κάτι ακόμα παιδί μου με τη ζακετούλα είσαι, ο μπαμπάς με κοιτάζει ιδρωμένη με τα τεράστια γάντια και τα τρία κούτσουρα στα χέρια και γίνεται ολόκληρος μια ενοχή, σε λίγο βγάζω τη ζακέτα μου και γίνομαι ο εαυτός μου με την πλάτη και τους ώμους έξω, έχω πιάσει ρυθμό πια, θα μπορούσα να στοιβάζω κούτσουρα για όλη μου τη ζωή, η μαμά ξαναβγαίνει με βλέπει χωρίς τη ζακέτα λέει κάτι δικά της, ακούω μερικές λέξεις, μη χειρότερα θεε μου και τέτοια και μπαίνει μέσα γρήγογρα σα να μην αντέχει να με βλέπει, το ξυλοβουνό αρχίζει να μικραίνει, κι άλλο κι άλλο κι άλλο, η δουλειά τελείωσε, μυρίζω ωραία, ξυλένια, ξυλικά, βγάζω τα γάντια και τα χέρια μου είναι κατακόκκινα, με φαγουρίζουν, πηγαίνω μέσα να πλυθώ, ο μπαμπάς δεν έχει γιο  αλλά έχει μια κόρη που είναι δυνατή σαν αγόρι και κουβαλάει τρία τρία τα κούτσουρα κι η μαμά έχει μια κόρη που δε φοράει ζακέτες και πανωφόρια αλλά κάνει τον άντρα της να γελάει κι έτσι της τα συγχωρεί όλα, αν όλη η ζωή είναι γεμάτη απο ενοχές, συμπλέγματα, φόβους κι ανασφάλειες τότε ευτυχία είναι οι στιγμές που αυτά λείπουν, οι ελάχιστες στιγμές, οι τόσες δα, νύχτωσε κι όλα είναι ήσυχα, το σαββατόβραδο ήσυχο, βήχω σαν σκατά και χαλάω την ησυχία, ψάχνω αναπτήρα στην τσάντα μου, χώνω μέσα το χέρι και το στριφογυρίζω, βγάζω το χαρτάκι της τράπεζας, ένα χαρτάκι με έναν αριθμό, λευκό και μικρό, βγάζω κι ένα λίγο πιο μεγάλο ροζ με τον αριθμό 10 επάνω, σκέφτομαι πως αν είχα μπόλικα τέτοια θα ήταν όλα αλλιώς, σκέφτομαι πως όταν δεν έχεις τέτοια δεν έχεις τίποτα, χάνεις κεφάλια, πόδια, χέρια, νεφρά επειδή δεν έχεις ροζ και γαλάζια χαρτάκια, είναι τόσο αηδία που καταντάει ωραίο, βήχω, πίνω νερό, σκουπίζω, τινάζω, μια σκόνη μπαίνει στο μάτι μου,  πιάνω την κιθάρα, τραγουδάω, σταματάω, τί καλά να ξεκινούσε πάλι χειμώνας, στις εφτά το απόγευμα  δεν είναι πια βαθύ σκοτάδι, θ' αλλάξει η ώρα πάλι, μια ώρα μπροστά ναι, πώς ν' αλλάξουν οι άνθρωποι, μια ώρα μπροστά κάθε μάρτη, μια ώρα πίσω κάθε οκτώβρη, πώς να πάνε μπροστά εε; πώς;;; τώρα που το σκέφτομαι κι εμένα το πίσω μ'αρέσει αφού, ο οκτώβρης και το πίσω και το από πίσω, όχι οι πισινές ευτυχώς, όχι οι καβάτζες ευτυχώς, ευτυχώς και δυστυχώς, ευτυχώς γιατί θα καταντούσα μια πισινή που βιάζεται και σπρώχνει, μια ξεφτιλισμένη γυφτένια  κουράδα χωρίς αξιοπρέπεια  που δε ντρέπεται προκειμένου ν' αποκτήσει υλικά "αγαθά", δυστυχώς γιατί τώρα θα είχα πολλά ροζ και πολλα υλικά "αγαθά", και θα ήμουν πρώτη πρώτη σε όλα τα γκισέ, και θα είχα έξι νεφρά και τρία πόδια, αλλά ξέρεις τί ρε γύφτο; τις νύχτες θα κοιμόμουν με ημίσκληρους... προτιμώ τους "σκληρούς"... τράβα γαμήσου τώρα.

9


 Дεν κατάλαβα αν κοιμήθηκα ή αν λιποθύμησα, η ανικανότητά μου είναι παροιμιώδης, η αηδία μου επίσης. Έφαγα ταραμά με μέλι, βουτάω το δάχτυλό μου στην κέτσαπ, κλωτσάω ο,τι όμορφο συμβαίνει, το μυαλό μου δε μπορεί να ξεκολλήσει απο εκεί, εκεί, η μαμά  έφερε έναν φτηνιάρικο καπνό, ο μπαμπάς άλλαξε το φίλτρο στη βρύση μα το νερό εξακολουθεί να έχει μια γεύση που δε μ'αρέσει, μπορεί να φταίει που τρώω ταραμά με μέλι, τα μαλλιά μου αρραιώνουν, μικροσκοπικά καπέλα κρύβουν τ' άκρυφτα, πώς να είναι η ζωή όταν τη μοιράζεσαι με κάποιον αναρωτιέμαι, το τσιμέντο της αυλής γλιτσιάζει από τα νερά, όλοι έχουμε γλιστρήσει εκεί, ξέμεινε η πετσέτα της Ζαΐρας στο παράθυρο, έρχεται κάθε νύχτα και κοιμάται μια λευκή πανέμορφη γάτα, σκέφτομαι πως αν μπορούσα να την κρατήσω θα τη φώναζα ασπρούλα και μου 'ρχεται εμετός με τη σκέψη, ηλίθιος ανθρώπινος εγκέφαλος, με τη λογική αυτή εγώ θα έπρεπε να ονομάζομαι αχρηστούλα ή χοντροκωλούλα και πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω να ονομάζονται αηδιούλες ή εμετούληδες, εύχομαι κάθε νύχτα τον ψόφο του οδηγού του ασημί  peugeot που παραλίγο να με σκοτώσει, φαντασιώνομαι πως χτυπάει σε μια κολώνα και κόβεται στα δύο ολόκληρος τόσο που χωρίζουν τ' αρχίδια του στη μέση ( αν έχει)να πεταχτεί ένα δεξιά ένα αριστερά να περάσουν ασπρομαυρούλες να του τα φάνε, σκέφτομαι τα δευτερόλεπτα του τρόμου και μουδιάζω, πλένω σχολαστικά τα καλσόν και τα εσώρουχά μου στο χέρι, τα στραγγίζω και τ' απλώνω διπλωμένα στο καλοριφέρ, όταν πίνω δεν ξέρω τί κάνω, όταν δεν πίνω δεν ξέρω τί κάνω, η στεναχώρια των ημερών έχει πια όνομα, είναι βαφτισμένη πια, άλλαξα σεντόνια επιτέλους, δυο σακούλες πράσινα στο νεροχύτη, περιμένω να στεγνώσουν να τα τυλίξω σε χαρτί να τα βάλω στο ψυγείο, σε μια εβδομάδα θα είναι στο στομάχι μου, δύο ολόκληρες σακούλες στο στομάχι μου μαζί με στεναχώρια που δε μπαίνει ούτε σε σακούλα ούτε σε ψυγείο, μόνο σε στομάχι, είμαι τόσο στεναχωρημένη που ο οργασμός μου είναι βαρετός και μου φέρνει κλάματα, μπορεί να είναι ο ορισμός της κλαψομουνιάς αυτός, εεε και τί έγινε μόνη μου, όλο μόνη μου, όλα μόνη μου, τα αίματα σταμάτησαν, θα 'ρθουν άλλα, ξεπαραδιάζουν οι γιατροί, 90 ευρώ δώρο στο υπέροχο μουνί μου, το σπίτι είναι παλιό, τα έχει όλα μα του λείπουν (μ)πρίζες και διακόπτες*, έτσι κι εγώ έχω πατεντιάσει εδω μέσα, καλώδια έρχονται απο παντού περνάνε μέσα απο κασώματα, στρίβουν, ανεβαίνουν κατεβαίνουν καρφωμένα με ρόκα ( ή ροκάκια που θα λεγε ο μπαμπάς που υποκορίζει και τ ανυποκόριστα), βιδωμένα πολύ(μ)πριζα σε τοίχους, κολώνες, πατώματα, πέφτει το ρεύμα όταν βάζω  ηλεκτρική σκούπα, βγάζω το ένα, βάζω το άλλο, βγάζω την τοστιέρα, βάζω την καφετιέρα, βγάζω τον εκτυπωτή βάζω τον φορτιστή του κινητού, διαδικασία εξαντλητική για κανονικό άνθρωπο, έχω συνηθίσει, το δεξί μου γόνατο με σουβλίζει, λέω κάθε μέρα πως θα κάνω χίλια πράγματα κάποιος πόνος τελικά δε με αφήνει, έχω ξεμείνει σε έναν εαυτό που δεν αναγνωρίζω, ο μάρτιος αποδείχτηκε αγαπημένος, γκρίζος κόντρα στα  κοκκινολευκά βραχιολάκια που στολίζουν καρπούς, πρώτη φορά μετά από τόσα πολλά χρόνια που δε φόρεσα, πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, για δώρο θέλω να γίνει καλά ένα αριστερό χέρι που έσπασε αυτό θέλω μόνο και τίποτα άλλο, η κυρία με ρωτούσε  ποιό τραίνο να πάρει για να κατέβει στην oxford street, της είπα να με ακολουθήσει κι αμέσως ένοιωσα μια ευθύνη να κάθεται στην πλάτη μου ήμουν υπέυθυνη εγώ για κείνη, μπήκαμε στο τραίνο αμίλητες και λίγο αμήχανες, ατεβήκαμε βγήκαμε στο δρόμο, εδώ είστε κυρία, με ευχαρίστησε κι έφυγε προς τα κάτω, εγώ προς τα πάνω, γελάω με το πάνω και κάτω, γελάω με το πώς ορίζονται αυτά, εκείνη μπορεί να νόμιζε πως έφυγε προς τα πάνω κι εγώ προς τα κάτω, σημασία έχει πως εκείνη πήγε προς το αριστερό μου χέρι κι εγώ προς το δεξί γελάω πάλι, ποιός ορίζει το αριστερό και το δεξί, για τίποτα δε μπορεί να είναι σίγουρος κανείς εκτός απο λίγα, θα ψοφήσουμε μια μέρα, τα μάτια με το κλάμα αλλάζουν, το είχα ξεχάσει, κοκκινίζουν, ήρθε ο μπαμπάς να φέρει το φίλτρο, με ρώτησε αν έκλαιγα γιατί τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα γελάω με το κατακόκκινα, ποιός το ορίζει το κόκκινο, τα έτριβα για ώρα του είπα, με μάλωσε που δε φοράω τα γυαλιά και διαβάζω όλη μέρα με χαμηλό φωτισμό που καίει και πολύ ρεύμα, ο μπαμπάς υπολογίζει όλα τα φωτιστικά στο σπίτι, επιμένει πως αν άναβα το κεντρικό φως θα κατανάλωνα λιγότερα watt, του γυρίζω την κουβέντα στα επιστημονικά που αγαπάει για να ξεχαστεί και να μη με πρήζει, μπαμπά κι ο watt κι ο   joule ήταν james το ξέρεις; ψαρώνει σαν αγοράκι μικρό, ο μπαμπάς ξέρει πως ένα watt είναι ένα joule το δευτερόλεπτο, ε και;, όλοι το ξέρουμε, σημασία έχει πόσα καταναλώνουμε, σημασία έχει οτι τα μάτια μου δεν είναι κόκκινα από το τρίψιμο, μήτε από το διάβασμα στο ημίφως, σημασία έχει πως πλάνταξα μπαμπά που αν έπρεπε να σου βρούμε όνομα όπως στα κατοικίδια θα ήσουν ο καταθλιπτικούλης κι η μαμά η παρεμβατικούλα κι όλοι μαζί οι προβληματικούληδες. Πάω να βγάλω το πλυντήριο τώρα να βάλω το φουυυυ που στεγνώνει τα μαλλιά.

191971933333

Το νερό τέλειωσε
τα τσιγάρα έσβησαν
η ελπίδα χοχοχο
οι άνθρωποι απογοητευτιάρηδες
η όρεξη αργοπεθαμένη
οι κοιλιές κοιμούνται
τα κεφάλια μας ροχαλίζουν
τα ψυγεία ετοιμάζονται πιό πολύ κι απ τα μπικίνια
το καλοκαίρι μας τρομάζει
οι χειμωνάνθρωποι καταθλίβονται
περιμένουμε τον Νοέμβρη να μας ξαναζήσει
......ζήσει,,,ζήσει..ζήσει

η ζωή τον παίρνει
το άγχος μας θρέφει
η θρέψη αγχώνεται
με το δεξί χέρι χαϊδέυω το σκυλί
το αριστερό κάνει τον μαλάκα
θα πλύνω το δεξί
χτες αυνάνιζε ένα  ξανθό αγόρι
σήμερα κάνει τον μαλάκα
όλοι κάνουμε τον μαλάκα
και πιο πολύ οι μαλάκες

οι μαλάκες κάνουν τον μαλάκα
μα οι έξυπνοι δεν κάνουν τους έξυπνους

το δεξί πόδι πονάει
όλοι το παρηγορούν ξεχνώντας
πως αν δεν υπήρχε το αριστερό
θα κουτσαίναμε σαν κουτσοί
το αριστερό πόδι είναι ο αφανής ήρωας
το δεξί ο εμφανής μαλάκας

παραλίγο θα αγαπούσα απόψε αλλά τελικά δεν πρόφτασα
είπα 3485754 κουβέντες
μα καμιά δε με κουβέντιασε

με το δεξί χέρι χαϊδεύω το σκυλί
με το αριστερό νανουρίζω τις βλεφαρίδες μου
αύριο θα γράψω περισσότερο
γιατί  η μέρα θα είναι λίγο πιο μεγάλη
αγαπώ το σκοτάδι
μα χωρίς φως δε γράφω ούτε τ' όνομά μου
η προγεστερόνη με προγεστερόνει

519Δ8

σε ό,τι σάλτσα φτιάχνω βάζω μέσα φύλλα δάφνης. Είναι τα λισαβοναπωθημένα μου που με ωθούν να το κάνω.  Ξέρω πως στο τέλος θα πρέπει να τα αφαιρέσω. Μ' αρέσει να τα βγάζω με το χέρι, να τα γλείφω και μετά να τα πετάω, είναι μία πράξη αγάπης, είναι σαν την τελευταία επιθυμία  του μελλοθάνατου. Είναι σεβασμός σε ένα υλικό που θυσιάζεται για να σου δώσει γεύση, είναι αυτοκαταστροφικά τα φύλλα δάφνης ναι, είναι. Ήπια μέχρι αποκόλλησης δυό μέρες πριν, η δουλειά έφταιγε, η συναναστροφή με τόσους ανθρώπους με κάνει να πρέπει να είμαι μεθυσμένη, ήπια και βγήκα στον κρύο αέρα μισοξεβράκωτη όπως πάντα, νααα μια νύχτα που θα ήθελα να έχω μια ζακέτα μαζί μου, έχασα τον καπνό μου, κάπου έπεσε και δεν είχα τη δυνατότητα να σκύψω και να ψάξω,  ήταν δύσκολη μέρα η Παρασκευή ναι, το φωνάζω να το ακούσουμε όλοι, εμφανίστηκαν κάτι πλάσματα από το παρελθόν, απο 'κείνα που καλά καλά δεν έχεις απαντήσει στον εαυτό σου γιατί επέτρεψες να υπάρξουν στη ζωή σου, που σε ξανατρομάζουν και λίγο σε αναγουλιάζουν και χωρίς να το καταλάβεις σου αλλάζουν την έκφραση στο πρόσωπο, έπρεπε να πιω τόσο που το πρόσωπό μου να μη μπορεί να κάνει άλλες κινήσεις, κρατούσα με δυσκολία ένα μπουκάλι μπύρας μέσα στα δάχτυλά μου,  το αγόρι  με το ωραίο πουκάμισο που κάνει τα κοριτσάκια να αχβαχίζουν  προσφέρθηκε να μου δώσει τσιγάρο, έβγαλε απο άλλο σημείο τον καπνό, απο άλλο τα χαρτάκια κι απο άλλο το φίλτρο, ήταν σα να έκανε μαγικά, ήθελα να γελάσω αλλά μάλλον δε μπορούσα, ίσως και να μπορούσα, ποτέ δεν θα μάθω, εσύ στον κόσμο σου φυσικά, άναψα τσιγάρο κι ένοιωσα μια ασφυξία να  έρχεται σχεδόν περπατώντας κατά πάνω μου, βγήκα έξω στον κρύο αέρα πάλι με τη γνωστή εξαφανιστική μου διάθεση, περπατούσα γρήγορα, θάυμα ναι ω θαύμα, κρύωνα, ναι αυτό είναι θάυμα, την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου κρύωνα, ας μαθευτεί σε όλες τις χώρες, το ασταθές δεξί πόδι που φιλοξενεί τα σίδερα δεν άντεξε άλλο τις κλωτσιές μου στο παρελθόν, λύγισε, έπεσα στον δρόμο, έγδαρα τα γόνατά μου, τις παλάμες μου,   ο γοφός μου τραντάχτηκε, έμεινα εκεί μερικά δευτερόλεπτα, με πήρε το παράπονο, ήθελα να έρθεις να με σηκώσεις με αγάπη, κι ας ήταν να με παρατήσεις εκεί μετά, να με σηκώσεις με τα χέρια σου, όπως κάνω εγώ στα φύλλα δάφνης, όχι δεν είμαι τόσο αυτοκαταστροφική όσο αυτά, αλλοίμονο, σηκώθηκα μόνη μου, τα γόνατά μου έτσουζαν, έκλαιγα με την κατάντια μου, μα να μην αντέχει παρελθόν αυτό το κορίτσι, τίναξα τα ρούχα μου, καταστράφηκε το αγαπημένο μου καλσόν, το πιο τρυφερό καλσόν που υπήρχε πάει, πέθανε, γέμισε τρύπες, μπορούσα να χαϊδεύω για ώρα τα πόδια μου όταν το φορούσα, πάει τώρα, πάνε και τα τελευταία χάδια στα πόδια μου, πάνε , πάνε, όλα πάνε  αφού καταστράφηκε το καλσόν, κι εσύ στον κόσμο σου φυσικά, συνέχισα να περπατάω κουτσαίνοντας ανεπαίσθητα, άνοιξα την πόρτα του πρώτου μπαρ που βρήκα, ήθελα να πιω κι άλλο, δεν έχω ιδέα τί όψη είχα μα το αγόρι που σέρβιρε τους ανθρώπους με κοίταζε επίμονα, έφερε χαρτοπετσέτες και νερό, μου σκούπισε τα αίματα προσεκτικά, μου έφερε μια μπύρα να πιω, κι ύστερα άρχισε να μου δίνει χαρτάκια με ζωγραφιές, ανάμεσα σε τρέξιμο και πλύσιμο ποτηριών και σερβίρισμα ανθρώπων, τον έβλεπα να τρέχει να σκουπίζει τα χέρια του, να βγάζει το σημειωματάριο που είχε στην τσέπη και να γράφει κάτι, μερικές φορές τον διέκοπταν και γύριζε να με κοιτάξει αγχωμένος, σηκώθηκα να φύγω, έλα αύριο, έλα αύριο, μου το είπε χίλιες φορές περίπου,  έφυγα μέσα στο κρύο, αχ να είχα μια ζακέτα, ή εσένα, ή το αριστερό σου φρύδι, γύρισα σπίτι χωρίς να θυμάμαι πώς ακριβώς, ξύπνησα το απόγευμα, δεν κοίταξα την ώρα μα πριν τελειώσω τον καφέ μου είχε ήδη νυχτώσει, το πλάσμα που θ' αγαπώ για πάντα έπεσε κι έσπασε το χέρι του, σαχλοκόριτσο κι αυτό σαν εμένα, με μια μέρα διαφορά πέσαμε πάλι, μόνο που εγώ δεν είχα τί άλλο να σπάσω, τα σίδερα στο πόδι μου κάνουν κρρρρ και πονάω κάθε που το πατάω, οι ευαίσθητοι άνθρωποι παθαίνουν όλα τα γαμημένα σκατοπράγματα, κι όλα τα αρχιδοβιβλία αυτοπαπαριάς γράφουν για το πώς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, ανώτερος κι αρχίδια, θα ήταν απόλυτα χρήσιμο να υπάρχει ένα βιβλίο για το πώς να γίνεις αναίσθητος, μουνόπανο, πώς να γίνετε χειρότερος, αυτό πραγματικά μπορεί να βοηθούσε πολλούς, πληκτρολογώ και προσπαθώ να κουνήσω τον αστράγαλό μου, πονάει φρικτά, καλά να πάθεις καλά να πάθεις λέω από μέσα μου, να μάθεις να μην είσαι θυμωμένη τις παρασκευές, οι άνθρωποι στους δρόμους φοράνε μάσκες απ' αυτές που φαίνονται, εγώ σαν χαζή ποτέ δεν κατάφερα να φορέσω, ούτε απ' αυτές ούτε από τις άλλες, στο σπίτι ο,τι κι αν κάνω ο σούμπερτ πάντα θα είναι ο αρχηγός, αυτός αποφασίζει πότε θα τον ακούσω, πώς μπορώ να μην τον αγαπώ μετά εεε, πώς! εσύ στον κόσμο σου φυσικά, καθάρισα όλο το σπίτι, το σκυλί σιχαίνεται την ηλεκτρική σκούπα όσο εγώ εσένα όταν σε πιάνει η φλωριά σου, θα ξημερώσει τώρα πάλι, το νερό έξω είναι παγωμένο, να έλεγα για τα παγωμένα φιλιά που είναι τ' αγαπημένα μου, να γλείφεις ένα παγάκι κι ύστερα να φιλάς με μουδιασμένη γλώσσα, ναα μπόρεσα και σκέφτηκα μια ομορφιά, το καλσόν πρέπει να το θάψω, ή μήπως να το κρατήσω εδώ να το βαλσαμώσω, δεν κινδυνεύει να το φάνε τα σκουλήκια, το λέω στη μαμά, της λέω πάει το καλσόν, τόσα έχεις μου λέει, όχι όχι όχι το αγαπημένο μου  ήταν, η μαμά σιχαίνεται να λέω τέτοια, δεν τα καταλαβαίνει, κράτα το και φόρα το μου απαντά, είναι στη μόδα, βλέπω τα κοριτσάκια που τα φοράνε ξεσκισμένα, έτσι κι αλλιώς τόσες μαλακίες φοράς, δεν υψώνω καθόλου τη φωνή μου, της λέω όχι δεν καταλαβαίνεις, εγώ δεν κάνω τέτοια, και το καλσόν το ήθελα για να χαϊδεύω τα πόδια μου και δεν είμαι κοριτσάκι, κι η μαμά στον κόσμο της φυσικά.

1958

Όλοι οι ήρωες των βιβλίων που αγαπώ είναι ολομόναχοι,  ανήμποροι ν' αγαπήσουν και να συνεννοηθούν, κακομοιριασμένοι και αχώνευτοι, παράταιροι, πολλές φορές σιχαμένοι, πνίγονται σε μια κουταλιά νερό, μισάνθρωποι που αγαπούν τους ανθρώπους με τον πιο συναρπαστικό τρόπο, ατρόμητα φοβισμένοι, υπερπροστατευτικά αυτοκαταστροφικοί, που κάνουν με τον πιο σωστό τρόπο τις πιο λάθος επιλογές, όλοι οι ήρωες των βιβλίων που αγαπώ είμαι εγώ στην τέλειά μου εκδοχή. Η εταιρία κινητής με αγαπάει, θέλει να μου χαρίσει ένα τεράστιο τηλέφωνο που δε χωράει καλά καλά στην παλάμη μου, το αγόρι με τα μεγάλα βλέφαρα που δουλεύει εκεί μου λέει γεμάτος χαρά τί μπορεί να κάνει η συσκευή, προσπαθώ μάταια να δείξω ένδιαφέρον μα μπαα, το καταλαβαίνει κι αυτός, τέσσερις μέρες μετά πηγαίνω και του λέω χάλασε δεν δουλεύει, το αγόρι ανοίγει τα μεγάλα του βλέφαρα το παίρνει στα χέρια του, του βάζει ρεύμα και μου απαντά, δεν το φόρτισες, θέλω να γελάσω πολύ μα η ντροπή μου δε με αφήνει, νοιώθω η πιο βλαμμένη στον κόσμο - όχι πως δεν είμαι, νοιώθω η πιό άχρηστη - όχι πως δεν είμαι, σκέφτομαι τον Π. είναι ο μόνος που τρώγομαι να του πω τί έκανα πάλι και να δω πώς θα με κοιτάξει, τόσα χρόνια με τον Π. κάνουμε διαγωνισμό αυτοεξεφτελισμού σε σχέση με τέτοια πράγματα, φεύγοντας από το κατάστημα λέω στο αγόρι με τα μεγάλα βλέφαρα, όπως καταλαβαίνεις δε θα με ξαναδείς ποτέ, γειά σου για πάντα, το αγόρι γελάει ευγενικά, προσπαθεί να με παρηγορήσει, όλοι έχουμε κάνει τέτοια μου λέει, θέλω να του πω όλοι ναι μα εγώ έχω κάνει κι άλλα,  ο μπαμπάς νευριάζει που δεν τρώω με πηρούνι, θέλεις να γίνεις κινέζα, με ρωτάει, όχι  όχι του λέω, με βλέπει να προσπαθώ να πιάσω το λαχανομαρούλι, με κοροϊδεύει, η μαμά θυμώνει που δε θέλω να φάω κρέας, εσύ με τα προβλήματα που έχεις πρέπει να τρως, το ξέρεις, δε μπορείς να φας ούτε φρούτα, πίσω απ' ότι λέει η μαμά αναβοσβήνει η ερώτηση, ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, θα ψοφήσω μανούλα, θα ψοφήσω και θα με φάνε τα σκουλήκια, κάτι λευκά μικρά είναι τα είδα ναι, πολύ μικρά, σχεδόν όμορφα, ράβω από νωρίς ένα καινούργιο φουστάνι που έχει περίεργο ύφασμα, ο αντίχειράς μου πιάστηκε, επιδιόρθωσα κι εκείνο που ξηλώθηκε στο πιο αστείο σημείο, δυο εκατοστά από την αριστερή μου ρώγα, ξύπνησα το πρωί κι είχε πεταχτεί έξω, γελοίο ήταν, το έραψα προσεκτικά, είμαι σίγουρη πως εκείνο το σημείο τουλάχιστον δεν θα ξηλωθεί ξανά, το σώμα μου πονάει στα γνωστά σημεία, έφαγα φασόλια μέσα από κονσέρβα, θυμάμαι  τ' όνειρο με τις κονσέρβες και τρομάζω,έχω άπειρους λόγους να τρομάζω μ' αυτό τ 'ονειρο, με τρομάζω έτσι κι αλλιώς τελευταία, ο θυμός μου εξασθενεί, δίνει τη θέση του σε μια ανάλαφρη αδιαφορία που δε με απασχολεί καθόλου, νοιώθω μια ανάλαφη αδιαφορία για την ανάλαφρη αδιαφορία μου,  κοιμάμαι το πρωί και δε με αγχώνει, πίνω τόσο που δε θυμάμαι, τρέμω από το κρύο, πέφτω στο κρεββάτι, δε με παίρνει ο ύπνος, έλα έλα πήγε οχτώ έλα, το παραξηλώσαμε, ώχ μη λες ξηλώσαμε, έλα έλα πότε θα κοιμηθώ, δε μπορώ να κοιμηθώ, αυνανίζομαι μία φορά, μετά από λίγο άλλη μία, άντε κοιμήσου, με παίρνει ένας άτσαλος, κουραστικός ύπνος, μουδιάζει το χέρι μου, το πλακώνω, με πλακώνει, πλακώνομαι ολόκληρη, ξυπνάω το μεσημέρι και φοράω μια ζακέτα με πολύ μικρά κουμπιά που γλιστράνε μέσα στα φρεσκοξυπνημένα κι αγουροξεμουδιασμένα μου δάχτυλα, την κουμπώνω όλη μέχρι κάτω και νοιώθω τρομερή κούραση, έξω φυσάει δυνατά, παίρνω τα σκεπάσματά μου και τ' απλώνω στο σκοινί με 12 μανταλάκια που το ένα έχει απόσταση από το άλλο περίπου 10 με 13 εκατοστά, ο άερας είναι ψυχρός κι αντί να απλώσω γρήγορα και να μπω μέσα κάθομαι εκεί ξυπολυμένη και κοιτάζω την απόσταση που έχει το ένα μανταλάκι από το άλλο, το νερό στην αυλή έχει γίνει πάγος κι εγώ είμαι ξυπόλητη, αν με  έβλεπε η μαμά τώρα μπορεί και να έπεφτε από το μπαλκόνι, επιστρέφω στο σπίτι προσπαθώντας ν' αποφύγω τα σημεία με πολύ πάγο, δεν έχω πόδια για τέτοιες μαγκιές, μπαίνω μέσα και φοράω κάλτσες, τα σκεπάσματά μου αερίζονται, το βράδυ θα είναι πάλι φρέσκα και μοσχομυριστά, όλα είναι φρέσκα στο κρεββάτι μου εκτός από μένα, άλλαξα τις μπαταρίες της οδοντόβουρτσας και τώρα κάνει σαν τρελή, μου μουδιάζει τα δόντια, το σκυλί φεύγει όταν ακούει την οδοντόβουρτσα να κάνει γκρρρρ, με περιμένει στο χωλ όρθια, μερικές φορές αν με πιάσει παραδοντισμός βαριέται και ξαπλώνει, με βλέπει να βγαίνω και σηκώνεται, άντε μια ώρα μωρή με τα δόντια σου πάμε για ύπνο, για μερικά δευτερόλεπτα κάθε νύχτα τη φοβάμαι τη στιγμή που πηγαίνω για ύπνο, δεν ξέρω ακόμα γιατί, πάντα μαζί με το σκυλί που έρχεται από πίσω μου έρχεται κι ένα πλάκωμα, τις καλές νύχτες φεύγει μόλις με βάλει στο κρεββάτι, τις κακές μπαίνει κάτω από τα σκεπάσματα μαζί μου και στριφογυρίζει, μ' αρέσει να κοιμάμαι στο πλάι, να κρατάω με τη δεξιά μου παλάμη τον αριστερό μου δείκτη και να βάζω τα δυο χέρια μαζί μέσα στους μηρούς μου,  η κονσέρβα έχει μέσα δύο ειδών φασόλια και καλαμπόκι και καρότο, τα πιάνω ένα ένα με το κινεζικό πηρούνι μου, περνάνε έτσι σαράντα ολόκληρα λεπτά, δε μπορώ άλλο πονάει ο αντίχειράς μου να προσπαθέι να στερεώσει ανάμεσα σε δυο ξυλάκια  ένα γαμημένο γλιστερό καλαμπόκι, δίνω το υπόλοιπο στο σκυλί, βγαίνω να βρω τ' αδέσποτα, τί κάνουν μ' αυτό το ψοφόκρυο, πού είναι, αφήνω φαγητό και νερό, ο απέναντι με κοιτάζει με αηδία μα δεν ασχολούμαι μαζί του, μπαίνω μέσα, ήρθε η ώρα να φύγω στη δουλειά, πλησιάζω στον καθρέφτη, με κοιτάζω με αηδία, όχι σαν του απέναντι, άλλη αηδία, δικιά μου, ολόδικιά μου.

98

Ψήνομαι, ρώτα το θερμόμετρο, τα μάτια μου δεν κρατιούνται ανοιχτά, πέντε μέρες επί 39 πυρετό μας κάνει 145 λιωσίματα κι ιδρώτες, δεν έχω όσφρηση, αναγνωρίζω την πίκρα του θυμαριού που πίνω και τίποτ' άλλο, πριν έναν χρόνο ακριβώς τότε που πάλι ψηνόμουν κι έπινα το σιρόπι ντασταϊέφσκι, τότε ναι κατάπια μια μεγάλη πίκρα που μ' άφησε με ξηρό στόμα κι αηδία για πολλούς μήνες, δυστυχώς δεν είχα τη δυνατότητα να την αποβάλω σε μορφή μύξας, την ξέρασα όμως και πάει, βήχω και πονάω παντού, δε μπορώ νε ελέγξω τίποτα, πίνω νερά και χαμομήλια και θυμάρια, κατουριέμαι συνέχεια, δε μπορώ να σηκωθώ, βήχω και μου φεύγουν ούρα, δεν έχω συναίσθηση, δεν έχω δύναμη, έχω ακράτεια ούρων κι εγκράτεια συναισθημάτων, το τίποτά μου έχει ακράτεια, μου φεύγει το τίποτα του εαυτού μου, είναι αυτό που προτιμώ να βλέπουν οι άλλοι, δείχνω τον χειρότερο, τον πιο προβληματικό εαυτό μου, οι άνθρωποι παραδόξως με συμπαθούν, μου 'ρχεται να σκάσω στα γέλια, η αδερφή μου που με ξέρει τόσο δεν το πιστεύει ποτέ, δε γίνεται λέει να σε νομίζουν για γλυκιά και κοινωνική, γελάω πολύ, γελάω με όλα και πιό πολύ με μένα, ανοίγω το βάζο με το θυμάρι, παίρνω βαθειά ανάσα, προσπαθώ να μυρίσω κάτι, τίποτα τίποτα, πηγαίνω στο μπάνιο, τρίβομαι καλά και μετά πάλι δεν ξέρω πώς μυρίζω, κι αν βρωμάω πώς θα το ξέρω εε, όχι αποκλείεται να βρωμάω έκανα μπάνιο το πρωί, μα κι αν για κάποιο λόγο βρωμάω πώς θα το ξέρω, έρχεται η μαμά, μύρισέ με της λέω τί μυρίζω, με φιλάει μου λέει μοσχοβολάς, την πιστεύω έχει ευαίσθητη μύτη η μαμά, τόσο ευαίσθητη που θα μπορούσε να είναι μυστικός πράκτορας, ευτυχώς έχει τις υστερίες της τις μαμαδίσιες και σώζεται το πράγμα, θέλει να μείνει μαζί μου, όχι όχι όχι να πας στο σπίτι σου, είμαι καλά, πυρετό έχω και θα κοιμηθώ, κοιμάμαι δύο εικοσιτετράωρα σχεδόν, μέσα σε πόνους, κατουριέμαι συνέχεια, σηκώνομαι μέσα στη νύχτα και κατουράω, πλένομαι και γυρίζω στο κρεβάτι, τρέμω και παγώνω, με θυμάμαι να μου φοράνε πάνες μέχρι την τρίτη δημοτικού, ναι τώρα που το σκέφτομαι ποτέ δεν έκανα τίποτα "ταιριαστό" με την ηλικία μου και ποτέ δε σταμάτησα να κάνω τ' αταίριαστα,καθόμασε με την αδερφή και βλέπουμε φωτογραφίες, έρχεται κι η μαμά, είναι εκείνα τα απογεύματα κυριακής που μένεις στο τραπέζι της κουζίνας ένα οχτάωρο, έχουμε μαζέψει τα πιάτα, έχουμε μπροστά μας καφέ και σωρό φωτογραφιών, η αδερφή γελάει μου λέει ποτέ δεν είχες παιδικό ύφος, με κοροϊδεύουν κι οι δυό τους, η μαμά με λέει πουτανιάρικο, η αδερφή μου λέει είχες ύφος καυλωθυμωμένο, γελάω της λέω εσύ είχες καθυστερημένο του καλού και ήσυχου παιδιού, κοιτάζουμε παλιά αντικείμενα στις φωτογραφίες, πού είναι αυτά όλα ρωτάω τη μαμά, τόσα παιχνίδια, πού είναι αυτό πού είναι αυτό, τα κατέστρεψες όλα απαντάει η μαμά, δεν έμεινε τίποτα μετά που γεννήθηκες, και γιατί δεν κατέστρεψα όλους αυτούς τους άσχετους που μ' έχουν αγκαλιά, ποιοί είναι όλοι αυτοί, και γιατί φοράω τόσο άσχημα ρούχα, μου προκαλούν ασφυξία οι φωτογραφίες, δε θυμάμαι τίποτα από τότε, η μιζέρια του ογδόντα μου προκαλεί απέραντη θλίψη, για μένα, για τη μαμά για τον μπαμπά, για την αθωότητά τους, είναι νέοι, αγκαλιάζονται παντού, μας φιλάνε μπροστά από κιτςσζς  μαδημένα χριστουγεννιάτικα δέντρα, μπροστά από μίζερες σκατουλόχρωμες ταπετσαρίες, πίνω συνέχεια γάλα, η γιαγιά πλέκει, ο παππούς φωνάζει, κοιτάζουμε κι άλλες κι άλλες, σχολιάζουμε, απόγευμα κυριακής του γενάρη, στο τραπέζι της κουζίνας, όλη η θλίψη της ανήμπορης ελληνικής οικογένειας, και νααα η μαμά κάνει το πρώτο σχόλιο- όχι που δε θα το 'κανε, τελικά η ευτυχία είναι μικρές στιγμές, ωπ ωπ ωπ στοπ μαμά, στοπ, όχι φιλοσοφίες κυριακάτικα, όχι τη μιζέρια σου στα μούτρα μας, έχουμε τη δική μας, αυτόνομη, αυτοδημιούργητη και καμαρωτή, εεε ο καθένας τη δική του, ας χωρίσουμε και κάτι σ' αυτη την οικογένεια, βαριέμαι πρώτη τη μάζωξη, πάντα βαριόμουν πρώτη, παλιά μετά το κυριακάτικο τραπέζει βλέπαμε όλοι μαζί ταινία, βαριόμουν πρώτη και πήγαινα στο δωμάτιο,  το είχαν μάθει όλοι και δεν τους ένοιαζε, πάντα βαριέμαι πρώτη ή είναι που θέλω να προλάβω τη μιζέρια, τα μάτια μου είναι κατακόκκινα, το θερμόμετρο κάτι έπαθε και δείχνει τη θερμοκρασία σε κλίμακα F, τί σκατά, ψάχνω έναν μετατροπέα, έχω 101.3 ναι θα μπορούσα να έχω 101,3 τότε που πήγα να ξαναγίνω λίγο άνθρωπος και που δεν ήθελα να δείξω τον προβληματικό χειρότερο εαυτό μου, τότε που άπλωσα το χέρι μου και χάιδευα έναν υπέροχο βραχίονα, τότε μπορεί να είχα και πυρετό 150, ευτυχώς ο βραχίονας φρόντισε να μου τον ρίξει στο κάτω από το μηδέν, στο έξω από το θερμόμετρο κι είμαι παγωμένη τόσον καιρό κι ο πυρετός τώρα ήρθε ακριβώς γι αυτόν το λόγο, γιατί έπρεπε ν'ανέβει κάπως η θερμοκρασία μου και δεν υπήρχε άλλος τρόπος, θέλω τόσο πολύ να πιω δυο πορτοκάλια, κοιτάζω το  prezolon ναι γιατί όχι, ας πιω κι αν κάτι γίνει prelozonομαι, τελικά κωλώνω, η ώρα περνάει, οι κυριακές τέλειωσαν, η αδερφή μου ξανάφυγε, ο μπαμπάς κι η μαμά πάλι στην τηλεόραση, όχι νέοι πια, όχι αγκαλιασμένοι, χωρίς ταπετσαρία, εγώ μόνη να βαριέμαι πρώτη, να βαριέμαι κι εμένα, και τα θυμάρια και τα χαμομήλια και τις αρρώστιες μου...ας βρωμάω, στ' αρχίδια μου.

61320-13

 'ℴταν φυσάει το ραδιόφωνο δεν πιάνει καλά, εγώ πιάνω, το ραδιόφωνο έχει χιόνια, εγώ μπαα, κι η αυλή είχε χιόνια, ξαγρύπνησα να τη δω λευκή, εγώ η χιονολάτρης, η χιονόδουλη, η χιονοφρήκ  γεμίζω τη μπανιέρα και θέλω να μπω μα δε βρίσκω κουράγιο να ξεντυθώ, είναι τόσο κρύο το σπίτι, κρύο σαν την καρδιά μου σκέφτομαι και με πιάνουν τα γέλια, με κοροϊδεύω και καλά μου κάνω γιατί αυτό μου αξίζει, τις δευτέρες παθαίνω κολπικό πτερυγισμό γιατί είναι ο μόνος τρόπος να μην πάθω κάτι χειρότερο, έκαψα τη γλώσσα  μου, η ζαΐρα κοιμάται όλο το εικοσιτετράωρο, πηγαίνω και τη σκουντάω να δω αν είναι καλά, ανοίγει τα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα και ξανακοιμάται, το κρύο την κάνει να μη βγαίνει ούτε για κατούρημα, κι εγώ κρατιέμαι όσο μπορώ, νεφρομαλακίες, η μπανιέρα είναι γεμάτη με χλιαρό νερό, ξεντύνομαι γρήγορα και μπαίνω, ξεχνιέμαι και μένω εκεί μέχρι να αισθανθώ πως παγώνω, τα δάχτυλά μου έχουν γεμίσει αυλάκια, έχω να βάψω τα νύχια μου τέσσερις εβδομάδες, η μαμά καταπίνει  vertigo, το ντέφι της δευτέρας, μου έχει μελανιάσει το μπούτι, τα όχι χάδια του δεκέμβρη μου έχουν μελανιάσει την καρδιά, ξαναγελάω δυνατά, μιλάω μόνη μου, με αποκαλώ κατακαημένη αχάδωτη και γελάω πάλι, το κεφάλι μου έχει γεμίσει πληγές, κοιμήθηκα στον καναπέ, πονάω παντού, πίνω και μιλάω πολύ, οι αργίες  μοιάζουν με κυριακές, πάντα έμοιαζαν κι εγώ δεν τις χώνευα γιατί δε με νοιάζει τί μοιάζουν αλλά τί είναι  και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον ξεγελασμό και το κάμωμα, βήχω κι ο λαιμός μου έχει μικρά αγκάθια, ο επιχείλιος με έχει παραμορφώσει, ανεβαίνω στη μαμά και ψάχνω το ψυγείο της, έχει άχρηστα άπειρα γλυκά πράγματα, μαρμελάδες και γλυκά και μου είναι αδιάφορα αυτά κι η φρουτιέρα έχει πάντα σχεδόν ένα μισό λεμόνι, δεν υπάρχει φορά που τρώω και δεν πονάει η κοιλιά μου, σαν τότε που όποτε..... γινόταν το .......ναι τότε. Το πόδι μου μουδιάζει, ξάπλωνα μπρούμυτα στο χαλί να διαβάσω, μούδιαζε, το σήκωνα και πονούσε, ώρες ώρες δε μπορεί να βολευτεί πουθενά κι αυτό το φουκαριάρικο,  δε με χωράω, είμαι άβολα μέσα σε μένα, αγόρασα ξυραφάκια, όχι απο κείνα που σε αυτοκτονούν, από τ' άλλα που σε ξυρίζουν, πήρα μέλι και δυο λίτρα γάλα και πολλές κονσέρβες, πίνω νερό μανιασμένα,η Ζαΐρα επιτέλους σαλεύει, την ενοχλώ κάνοντας δουλειές, το δέντρο δε θα φύγει απο 'κεί ποτέ ξανά, θα έχω ένα δέντρο έξω απ΄το σπίτι κι ένα μέσα, θα περιμένω να δω αν τα ηλιοτρόπια που του 'χω βάλει πάνω θα στρέψουν τα κεφάλια τους στο παράθυρο, κατενθουσιάζομαι στην ιδέα πως θα το έχω εδώ συνέχεια, στην ερώτηση ποιά νομίζεις οτι είσαι απαντώ πως είμαι μια απέραντη μετριότητα, μια θλιβερή μιζερομετριότητα που βρίσκει όλη την ευτυχία σε μικρομαλακίες σαν αυτήν αφού στην επαφή με τους ανθρώπους δεν τα καταφέρνει, ναι γι'αυτό, αναπτύσσω σχέσεις έρωτα με αντικείμενα και υφάσματα, δεν ξύνω ποτέ το πίσω του ποδιού μου με το χέρι, είναι σα να έχω αποφασίσει να μην το κάνω, πάντα με το ένα πόδι ξύνω το άλλο, μερικές φορές στον πάγκο της κουζίνας εκεί που βράζω τσάι σηκώνω το δεξί και ξύνω το πίσω στης αριστερής μου γάμπας ακόμη κι αν δεν αισθάνομαι φαγούρα, μ' αρέσει η κίνηση από μόνη της, υστερα αλλάζω πόδι μα το δεξί νοιώθει ανασφάλεια, φοβάται να στηρίζεται μόνο του και τότε ανεπαίσθητα ακουμπάω και την παλάμη στον πάγκο, αυτοτρικλοποδίζομαι, είμαι ντυμένη απο πάνω κι από κάτω γυμνή, τόσο γυμνή ωστέ να λέει η μαμά μη χειρότερα, μου δίνει δύο ρούχα της να πλύνω, της τα πηγαίνω στεγνά και καθαρά, κατεβαίνω τη σκάλα κι ο αέρας μου ανασηκώνει το φουστάνι, δεν πανικοβάλλομαι, δεν σπεύδω να το κατεβάσω, ούτε η ροδιά σουστουλώνει τα κλαδιά της όταν της τα κάνει κουβάρι εγώ γιατί να το κάνω, η πόρτα του σπιτιού μαδάει σκουριές, τις κλωτσάω με το πόδι προς τα έξω, έτριψα τους τοίχους με αντιμουχλικό, ξεμαύρισαν προσωρινά, κάθε που ξαπλώνω πιάνω κουβέντες μόνη, μερικές φορές σιγομουρμουρίζω, άλλες συνομιλώ με την κοιλιά μου, άλλες με τον τρικλοποδικό μου εαυτό, ο επιχείλιος τσούζει, πίνω αλκόολ με καλαμάκι, η αγωνία μου πέρασε, η απορία μένει κι η τεράστια κούραση για την κουραστική κούραση που μου προκαλούν οι κουραστικοί άνθρωποι, έλα ρε μαμά τί, ωχου κουβέντα θέλεις να πιάσουμε, τί αναζητούν οι άνθρωποι, τί με ρωτάς καλή μου, τί, τί, ο καθένας ο,τι μπορεί μαμά, ναι δεν υπάρχει ευτυχία δε θα διαφωνήσουμε εδώ, ναι ούτε κι εγώ είμαι φυσιολογική, ούτε 'δω θα διαφωνήσουμε, ναι αν αυτό θέλεις, δεν είμαι, εσύ είσαι που 40 χρόνια ανησυχείς μην κάποιος ξυπνήσει τον μπαμπά από τις 3μιση μέχρι τις 5 παρά δέκα, εσύ που ζείς τον απόλυτο τρόμο κάθε μέρα τέτοια ώρα, μην κάποιος σου ξυπνήσει τον αντρούλη είσαι απόλυτα φυσιολογική, πιάνω την κιθάρα τραγουδάω, η χορδές μου αγριεύουν την άκρη του νυχιού, το πληρώνω ακριβά την ώρα που αυνανίζομαι, ξέρω να κόβομαι πάντα στα σημεία που αγαπάω, αυτό το βεβαιώνει κι η κοιλιά, λίγο μετά που ξυπνάω της μιλάω, ο άερας είναι δυνατός, ανεμοστροβιλίζει τα πάντα εκτός από τα μαλλιά μου που είναι στερεωμένα με τρείς χιλιάδες τσιμπιδάκια που δεν έχουν πού να στηριχτούν, σαν κι εμένα κι αυτά, τις νύχτες το κεφάλι μου προκαλεί πόνο στο μαξιλάρι και το μαξιλάρι θλίψη στο σεντόνι και το σεντόνι μένει ακίνητο και κατατσιτωμένο γιατί δεν στριφογυρίζω, κοιμάμαι ακίνητη και μουδιασμένη σε μια τόση δα γωνιά, χωράς χωράς έλα χωράς, το κεφάλι σου βούλιαζε στο μαξιλάρι, είσαι ο,τι πιό ταιριαστό έχει κοιμηθεί δίπλα μου, το δωμάτιο ξερνάει υγρασία για τα προηγούμενα σώματα που κοιμήθηκαν εκεί, τα σπέρματα μέσα σε καπότες που τις μάζευα το πρωί και τις πετούσα στα σκουπίδια πηγαίνοντας στο μπάνιο σέρνοντας το κακομοιριασμένο πόδι, κάθε πρωί μέχρι να ζεσταθεί το έρμο πόσο υποφέρει, κάθομαι στη λεκάνη και κατουράω και ξεχνιέμαι, δε μ' αρέσει να μετανοιώνω μα το πρωί όταν κατουράω πάντα μετανοιώνω, κι ύστερα ρίχνω νερό και πλένω τα δόντια μου και κοτάζομαι στον καθρέφτη ανέκφραστα, σα να μη με κοιτάζω, δεν περιμένω τίποτα κι είναι ελευθερία αυτό και δε με νοιάζει τίποτα, και δεν ξέρω τίποτα τίποτα τίποτα,δεν είμαι ικανή για τίποτα, δε θέλω να είμαι, δεν περιμένω όχι, δεν περιμένω όχι, δεν, δεν, όχι  αλλά έλα χωράς, έλα να κάνουμε το σεντόνι χαρούμενο.




11718

фοβάμαι να κοιμηθώ σε ολόκληρο το κρεβάτι, κουλουριάζομαι στην άκρη λες και δίπλα έχει πλάσματα που θα με βλάψουν ή ακόμα χειρότερα λες και δίπλα έχει κενό που θα με βλάψει, πονάει η κοιλιά μου κι είμαι ένα κουβάρι κι οι κουβέρτες από πάνω μου κουβάρι κι αυτές, τα πόδια μου λίγο τρέμουν και τα τρίβω μεταξύ τους, κρατάω τον αριστερό αντίχειρα με το δεξί μου χέρι, τον κρατάω σφιχτά στην παλάμη μου λες και θα μου φύγω, λες και φοβάμαι μη με χάσω, δεν άκουσα τα ξυπνητήρια, φρόντισαν τα κάλαντα να με ξυπνήσουν, δεν ήθελα ν' ανοίξω, δε μ' αρέσουν οι παιδικές φωνές, ούτε τα τρίγωνα που είναι πάντα ίδια και ισόπλευρα,  τί βαρετό, χάθηκε ο κόσμος να υπάρχουν ισοσκελή και σκαλινά, δεν έχω όρεξη ν ακούσω λέξεις  όπως άρχοντες, χριστός,   και να σας πω και κάτι βρωμόπαιδα, σ' αυτό το σπίτι που 'ρθατε όλες οι πέτρες είναι ραγισμένες, όλα είναι ετοιμόρροπα,  κι ο νοικοκύρης του σπιτιού δε θα ζήσει χίλια χρόνια  κι αφήστε τις ψευτιές, δε με νοιάζουν τα έθιμα κι οι μαλακίες σας κι  είναι άρρωστο να θέλετε λεφτά, είναι άρρωστο να υπάρχουν λεφτά, και σκάστε να μιλάτε όλοι για τη χαρά των παιδιών. η χαρά των παιδιών είναι μερικά λεφτά, είναι τα σάπια τζάμπο με τις φουσκάλες στα πόδια των υπαλλήλων που κι αυτοί δουλεύουν για λεφτά και που κι η δική τους χαρά αυτή είναι και που η χαρά όλων είναι όλα τα άρρωστα, λεφτά και οικογενειακά τραπέζια, καταπίεση και  κοινωνικές θηλιές που σφίγγουν στο λαιμό μας, ξεστολίστε τις πλατείες, πάψτε να τραγουδάτε χαρωπές μελωδίες, ψόφος στο ματζόρε των χριστουγέννων, ας ακούσουμε όλοι μαζί σκαρλάτι να μας κάνει μουνί, τί περιμένετε, νέα χρονιά τί πάει να πει, πόσο άρρωστος είναι ο χρόνος, ποιός τον μετράει πώς με τί, βεγγαλικά λες και δε σας φτάνουν τ' άστρα, χριστουγεννιάτικα δέντρα λες και δε σας φτάνουν οι λεύκες έξω,  φωτάκια που αναβοσβήνουν λες και δε σας φτάνει που ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα, πυροτεχνήματα και μπαμ και μπαμ και ξαναμπαμ λες και δε μας φτάνει ο θόρυβος από τη βαρεμάρα μας, ψεύτικα φιλια και καλή χρονιά, κάθε φορά όλα ίδια ολόιδια, ο μπαμπάς κι η μαμά κάνουν σχέδια, σιγά την ιδιαίτερη μέρα,  ο μπαμπάς γκρινιάζει, τί οικογένεια είμαστε, σκόρπισε η οικογένειά μας, η λέξη οικογένεια μου προκαλεί αναγούλα, η αρχή του κακού, μας, μας κτητικές αντωνυμίες δική μας, το παιδί μας, η γυναίκα μου ο άντρας μου , μου δικά μου, εγώ, δικό μου, αυτά που λέμε με τον σχιζοφρενή άνθρωπο και γελάμε, και τριγύρω ας πνιγούν όλα, σιχαίνομαι την ιδιοκτησία γι αυτό χαρίζω εδώ κι εκεί πράγματα, δε με νοιάζουν, δε δένομαι με τίποτα, με κάτι στιγμές μόνο,  είμαι δεμένη με κείνο το βράδυ ναι όλοι ξέρουμε ποιό εννοώ, έχω πόνο στεναχώριας  μέχρι το βουνό, τα χέρια μου είναι τόσο παγωμένα που αν ακουμπήσω τις ρώγες μου πάνω από το ύφασμα πάλι πονάνε, θα πιώ τόσο πολύ απόψε που θα σέρνομαι το πρωί εδώ κι εκεί, θα σέρνομαι ξεβαμμένα και μισοϊδρωμένα, σε τίποτα δεν πιστεύω, στην αδυναμία μας μόνο, στην αθρώπινη αδυναμία που εκτός απο σαρκοφάγα βαρβαρικά τέρατα μας κάνει και υπέροχα μικρά τρυφερά πλάσματα που ανθίζουν, σ' αυτήν πιστεύω, αυτήν γιορτάζω, αυτήν θα αντιγιορτάσω τη νύχτα που όλοι θα περιμένετε τον καινούργιο χρόνο να σας φέρει όλα εκείνα για τα οποία δεν κάνατε τίποτα ποτέ, θα κουβαλήσω οινόπνευμα και διακόσσια κιλά κουβέρτες και θα μείνω εκεί  μακρυά απ' αυτό που ονομάσατε πολιτισμό γιατί αλλοίμονο πώς θα τ' ονομάζατε, εκεί καταμόνη μέσα στην αδυναμία μου να προσεγγίσω ανθρώπους, και μακάρι να 'ρθει κι ο σχιζοφρενής άνθρωπος μαζί μου που είναι κάπως σαν εμένα ευτυχώς και κάπως παρηγοριέμαι που έχει και τέτοιους, λούζω τα μαλλιά μου μέσα στο απόλυτο κρύο και τρέχω να τα στεγνώσω με τη συσκευή που βγάζει θερμό αέρα, δε μοιάζει με το ανθρώπινο στόμα που είναι η πιό τέλεια συσκευή που βγάζει τον πιο θερμό υπέροχο αέρα μα κάτι κάνει, τα μαλλιά μου ακουμπάνε στους γοφούς μου, στάζουν και μου ανατριχιάζουν την πλάτη, κάνει θόρυβο η συσκευή θεμρού αέρα, η ζαΐρα τρομάζει και τρέχει μέσα, στέγνωσα και μυρίζω όμορφα, σταμάτησα να προσπαθώ να προσδιορίσω τα πάντα, κουράστηκα τόσο πολύ να ψάχνω απαντήσεις σε ο,τι  έχει να κάνει με τ' ανθρώπινα, δεν έχει κανένα νόημα, πουθενά ομορφιά, μόνο στη φύση, τα δέντρα αχ τα δέντρα, τα δέντρα στον αέρα αχ ο αέρας, η καλεντούλα στον εξαερισμό του αυτοκινήτου, αυτό είναι η φύση κι η ομορφιά, μα αλήθεια σε τί άλλο να πιστέψω, δεν είναι πως δε θέλω, τα λουλούδια που μου χάρισε ο μπαμπάς και ξεραίνονται πανέμορφα κάθε μέρα, ο λωτός που σαπίζει,  αυτά που έχω μπροστά μου, αυτά που αγαπώ, με πονάνε όλα, ο σούμπερτ, το σακατεμένο πόδι μου, το νεφρό που μπαίνει και βγαίνει, τα δάχτυλά μου που είναι κατατρυπημένα από τα ραψίματα, που μόνο το δικό μου δέρμα αγγίζουν κι αν κάνουν ν αγγίξουν άλλο τρέμουν, το στομάχι μου που δε με αντέχει, δε με μπορεί, με ξρνάει κάθε μέρα, ο,τι κι αν του δώσω, βρε καλό μου, βρε αγαπημένο μου, πάρε γάλα, πάρε risois, πάρε  μελομακάρονο, ησύχασε, ησύχασε στομάχι μου, έλα να γίνουμε όπως πριν, έλα να μάθουμε να κρατάμε κάτι μέσα μας όπως παλιά, φτάνει να τα ξερνάμε όλα φτάνει, το κρύο μέσα στο σπίτι είναι παροιμιώδες, αυτοαγκαλιάζομαι κι αυτοχαϊδεύομαι κι αυτοτρίβομαι για να ζεσταθώ, ποτέ η αυτοθερμοκρασία μου δε θα ξεπεράσει τη θερμοκρασία  της αγκαλιάς, ούτε ο πυρετός μου δεν είναι ικανός να το κάνει, ξημέρωσε μέρα αφαγίας, τις ξέρω αυτές τις μέρες, τις αναγνωρίζω από την ώρα που ανοίγω τα μάτια μου και σήμερα ήξερα πως δε θα καταφέρω να φάω, έχω ένα μελομακάρονο στην κουζίνα, τρώω μια μικροσκοπική μπουκιά κάθε μέρα για να μην τελειώσει, είναι το πιό νόστιμο που έχω φάει σε όλη τη ζωή μου, μ' αρέσει να λέω τέτοια, σε όλη τη ζωή μου, μ' αρέσει να λέω τεράστιες λέξεις, τεράστιες μεγάλες υπερβολικές υπερβολές, θέλω αυτά τα λουλούδια που ξεραίοννται να μείνουν έτσι για πάντα, γέλα όσο θέλεις, θέλω και θα μείνουν, θέλω ν' αφήσω μια μπουκιά μελομακάρονο και να μη χαλάσει ποτέ, απογευμάτιασε και στο σπίτι ακούγονται πιάνα με λίγο ζαϊροχαλητό, κουλουριασμένη κι εκείνη, ολόιδια με μένα, την αγγίζω και πετάγεται μα της αρέσει μετά απο λίγο και ανθίζει και τη χαϊδεύω κι αν της πάρω το χάδι ξαναπετάγεται και τρομάζει και θέλει κι άλλο, έτσι είμαστε εμείς, αργούμε να θέλουμε αλλά όταν θέλουμε θέλουμε με υπερβολική υπερβολή.

υγ. εκεί που ήσουν  έχω έρθει, εδώ που είμαι  θα 'ρθεις;

12ε312ε12ε,1312161519

ѳα πεθάνουμε μέσα στις σερβιέτες μας, μέσα σε εκατομμύρια αίματα, μέσα σε τόνους ανασφάλειας, κανείς δε λέει πια δεν ξέρω, πες δεν ξέρω, βαρέθηκα όλοι να τα ξέρουν όλα,  το καλοκαίρι έκανα μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο, μπορεί και μια εβδομάδα να μην άνοιξα το στόμα μου να πω λέξη κι ήταν τρομακτικό όταν  άκουσα τη φωνή μου πάλι, κάπως δεν την αναγνώριζα, το σπίτι μου είναι πεντακάθαρο και το μυαλό μου βρώμικο, βρώμικο και χαλασμένο, θα πεθάνουμε από το μυαλό μας κι ούτε μια σερβιέτα δε μπορούμε να του βάλουμε, στα όνειρά μου βλέπω πως η μύτη μου τρέχει ασταμάτητο αίμα και πως λίγο πιο δίπλα από το σπίτι το κτίριο πέφτει και παλιώνει, πονάει το στομάχι μου, δε με προσέχω γιατί έτσι θέλω και γιατί λογαριασμό δε δίνω και γιατί είμαι δούλα του μυαλού μου που είναι βρώμικο και ούτε μια σερβιέτα δε μπορώ να του βάλω, ονειρεύομαι να 'μασταν όλοι τυφλοί, να πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο και να αγγιζόμαστε και καμιά φορά που έχουμε νεύρα να λέμε , καλά στραβωμάρα έχεις; να μην έρθεις να κάνεις ποδαρικό φέτος λέει η μαμά. Περνάω αρκετή ώρα να συνειδητοποιήσω τη λέξη ποδαρικό, είναι αστεία ακαταλαβίστικη γελοία και αηδιαστική, κι εγώ η γρουσούζα της οικογένειας, ναι τί περίμενες μ αυτό το πόδι που όλοι φοβούνται ν αγγίξουν, εκτός ίσως απο έναν, από τα ποδαρικά περιμένεις μαμά, γι' αυτό κάναμε ζωή παπαριά τόσα χρόνια, περίμενες και τώρα σε πιάνουν τα μηποδαρικά και μηφλουριά κι οι μηβασιλόπιτες και έκανες και την πιο υπέρβαση να μην πούμε λέει ούτε καλή χρονιά ούτε τίποτα, προλήψεις της μαμάς επειδή δε μπορεί να δεχτεί την πραγματικότητα, εε ας διαβάσουμε και τα ζώδια μαμά να δούμε τί θα φέρει ο νέος χρόνος, αν κι εσένα ξέρω τι θα σου φέρει, κι άλλους φόβους θα σου φέρει για τις πολύτιμες κορούλες σου, φόβος τι θ'απογίνουν χωρίς αντρούληδες, χαα που να 'ξερες μανούλα γλυκιά, το βράδυ που θα κοιμάσαι εμένα θα μου πέφτουν διδυμίδες στο κεφάλι και θα έχω φάει και 485774939292847574 ελιές γιατί χωρίς ελιές θα ήταν όλα μια βλακεία, το f13 χάλασε στο πληκτρολόγιο, δεν ξέρω τη χρησιμότητά του και δε με νοιάζει. Όταν ερωτευόμαστε το στομάχι πού πάει, γιατί εξαφανίζεται, τί αναγούλα το πιάνει με τους έρωτες, τόσο κυνικό όργανο, χειρότερο κι απο μένα που εξαφανίζομαι,  οι πελάτισσες της μαμάς με βλέπουν και μου κάνουν φτου και φτου και κούκλα είσαι και φτου και φτου στα μούτρα σου μωρή εσύ δεν είσαι, σα βρωμόκοτα είσαι και με τα μαλλιά που θα σου φτιάξει κι η μαμά μου θα είσαι χειρότερη, είναι τόσο αδιάκριτες που πριν καν κλείσω την πόρτα να φύγω ξεκινούν να μιλάνε για μένα, την πάντρεψες; δε μένω ν' ακούσω την απάντηση της μαμάς, δε θέλω να χαλάσω τις διδυμίδες μου, το βράδυ θα φάω διδυμίδες μ' ελιές, η κυρία θα κοιμάται άβολα στο μαξιλάρι για να μη χαλάσει τα μαλλιά που της έφτιαξε η μαμά μου, η μαμά μου που έμαθε να λέει τη λέξη κουλτουριάρης και την λέει συνέχεια τώρα που την έπιασε το πολύ μαμαδίστικο και σας είδαμε κι εσάς τους κουλτουριάρηδες που όλοι μέρα σκέφτεστε και διαβάζετε, η πολλή σκέψη κι οι πολλές φιλοσοφίες σας έφαγαν, ναι μας έφαγαν μαμά μου , γι αυτό κι εσύ δε θα ζήσεις την υπέρτατη χαρά να δεις τις κοιλιές μας τουμπανιασμένες με κωλόμωρα μέσα, δε θα ζήσεις τη χαρά να μαγειρεύεις κυριακάτικα για γαμπρούς κι αρχίδια, κάτσε 'κει να γουστάρεις με τον μπαμπά, άσε μας λίγο, καθίστε μόνοι σας στο τζάκι, χαμουρευτείτε, ψήστε λουκάνικα κι αφήστε μας να ξεμοναχιαστούμε στις γωνιές μας, ο καιρός είναι μαλακός εγώ γυμνή, ήμουν ιδιαίτερα όμορφη χτες γιατί αποφασίσαμε με το στομάχι μου να μην είμαστε τόσο μαλακισμένα, εκείνο το εμπιστεύομαι, εμένα δεν ξέρω, αα είπα δεν ξέρω, λέω δεν ξέρω, μ' αρέσει να λέω δεν ξέρω, τα μαλλιά σου δεν είναι μαύρα μην επιμένεις, άκουγα θόρυβο πίσω από την κουρτίνα χτες, μπορεί  να 'ταν ο ποντικός, από το φόβο μου δεν πλησίασα να σβήσω το φως, κοιμήθηκα έτσι, έπρεπε να διαλέξω, να συναντήσω τον ποντικό ή να κοιμηθώ με φως, επέλεξα το δεύτερο, έδεσα μια κορδέλα στα μάτια μου και κοιμήθηκα ήσυχη σκεφτόμενη πως θα πεθάνουμε μέσα στις σερβιέτες μας, ήθελα να 'ναι πάλι καλοκαίρι να μη μιλήσω σε κανέναν για μια εβδομάδα, να μην ανοίξω το στόμα μου να ξεχάσω πώς είναι η φωνή μου, να μη με δω σε καθρέφτη για μερικά χρόνια κι ύστερα μια μέρα να με αντικρύσω και να πω ωω μια όμορφη, να μη νοιώσω πόνο στο σώμα για πολλά πολλά χρόνια κι ένα πρωί να πονέσει λίγο η κοιλιά μου και να μου φανεί όμορφο, να ξαφνιαστώ, η μυρωδιά του νοσοκομείου είναι σαν της χλωρίνης, μένει μέσα στα ρουθούνια κι όσες φορές κι αν πλυθείς δε φεύγει, στην ιδέα και μόνο πως θα μείνω μέσα εκεί μερικές μέρες μ' έπιασαν κλάματα κι απελπισία, έκλαιγα σαν κωλόμωρο φώναξα τη νοσοκόμα, θέλω να φύγω, εκείνη φώναξε την προϊσταμένη, θέλω να φύγω, φεύγετε με  δική σας ευθύνη, ναι μωρή ναι εγώ θα φταίω, άσε με, υπογράφω και δεν της φτάνει, θέλει να γίνει δασκάλισσα εξουσιάρα, να με μαλώσει, δεν είναι βόλτα και παιχνίδι εδώ να ερχόμαστε και να φεύγουμε όποτε θέλουμε, πώς είναι τόσο σκληροί μερικοί άνθρωποι, πώς τόλμησε να μου το πει αυτό, βλέπεις μωρή ψωλοζητιάνα έναν άνθρωπο να κλαίει και να πλαντάζει και να σου λέει θέλω να φύγω  και έχεις να του πεις αυτό! να πάρω μια διδυμίδα να σου την πετάξω να σε κάψει να σε κάνει στάχτη ξεβράκωτη βρωμιάρα τσοκαρία ψόφος στο μουνί σου κι εσένα, να πεθάνεις μέσα στη σερβιέτα σου, τρέχω έξω με τα μελανιασμένα χέρια, τρέχω τρέχω, αφήστε με να βγω, δεν έχει αέρα πουθενά τελευταία, κάποιος κόβει τον αέρα, τον ρουφάει εκεί που πάω ν' αναπνεύσω κάποιος μου τον ρουφάει, η ζωή μου έχει καταντήσει αστεία, τις νύχτες φοβάμαι να κοιμηθώ, με βάζει ο ποιητής για ύπνο γιατί οι ποιητές ξέρουν να σε κοιμίζουν και έτσι και αλλιώς. Διέσχιζα τη μαυρομιχάλη κι άκουγα αυτό με κλειστά παράθυρα σε δικό μου κόσμο και χρόνο και γύρω όλοι οι χριστούγεννοι άνθρωποι γιόρταζαν ντυμένοι με κόκκινα σκουφιά, λευκές γενειάδες, κατακαημένοι υπάλληλοι καταστημάτων ντυμένοι καραγκιοζικά καμώνονταν τους κεφάτους με όλη τη θλίψη στα πρόσωπά τους, μανάδες να περπατάνε μπουκωμένες κουραμπιεδοτέτοια, σέρνοντας τα παιδιά τους, οικογένειες που σκυλοβαριόντουσαν και 'γω σταματημένη στην κίνηση με τη μουσική μέσα στ' αυτιά να με μισοξυρίζει και ξαφνικά άρχισα να τους βλέπω όλους σαν τέρατα, άρχισα να φοβάμαι, κλείδωσα το αυτοκίνητο, ένοιωθα απροστάτευτη μέσα στον κεντρικό δρόμο της μεγάλης γιορτινής χαράς, φοβόμουν πως θα με κατασπαράξουν με τα κέφια τους, έτρεμα μην εισχωρήσει στο αυτοκίνητο η γιορτινή τους διάθεση, σιγουρεύτηκα πως όλα τα παράθυρα είναι κλεισμένα, δυνάμωσα τη μουσική, ευχόμουν να μην τελειώσει, ένοιωσα πως μόνο αυτή με προστατεύει, τί θα κάνω άν τελειώσει, ναι ναι θα το ξαναπατήσω αμέσως να παίξει πάλι, σώστε με αυτιά μου, σώσε με μουσική, έτρεμαν τα πόδια μου περιμένοντας να σβήσουν τα stop του μπροστινού αυτοκινήτου, ένδειξη πως θα προχωρήσουμε έστω μερικά μέτρα, τριγωνάκια, φωτάκια όλα απειλητικά πάνω από το κεφάλι μου, περικυκλωμένη από χαρούμενους ανθρώπους ανήμπορη μπροστά στο μετοστανιό κέφι τους, αποξενωμένη και μόνη όσο ποτέ να κοιτάζω μπροστά να προσπαθώ να διακρίνω την αγνώστου στρατιώτη σα δρόμο σωτήρα, να φτάσω να φτάσω να πατήσω το γκάζι να φύγω απο 'κει, πάρτε με, παιδάκια να περνάνε από μπροστά μου με μπαλόνια σε ηλίθια σχήματα, και να ευτυχώς ο μπροστινός ξεκινάει και ξεκινάω κι εγώ μα με κόβουν κάτι παιδάκια, τους κάνω νόημα να περάσουν, ένα κοριτσάκι γελάει και με κοιτάζει και μου σχηματίζει με τα χέρια του μια καρδιά, ναι είναι τέρατα, ποιός άλλος σχηματίζει με τα χέρια του καρδιές αν όχι ένα τέρας, την κοιτάζω τρομαγμένη, και ξεκινάω φτάνω στη διασταύρωση κι εξακολουθώ να κοιτάζω πίσω από τον καθρέφτη, στρίβω δεξιά κι ανεβαίνω και ανασαίνω επιτέλους, όχι όσο θέλω αλλά τουλάχιστον κάπως ανασαίνω, φτάνω σπίτι και κοιτάζω το χριστουγεννιάτικό μου δέντρο, το δέντρο που εντελώς αντιδραστικά στόλισα, έτσι για να σκάει η μαμά που παρόλο το κακό μου μας βρήκε εγώ έχω το θράσος να στολίζω δέντρο,  νοιώθω ασφαλής στο σπίτι, καλά κάνω και δε βγαίνω, δε θέλω να ξαναβγώ ποτέ, πονάνε όλα, δεν καλοπερπατάω, το πόδι μου πονάει θανατερά, είναι πρησμένο, περπατάει κατακουρασμένο μέσα στο σούπερ μάρκετ, παίρνω κονσέρβες και γάλα και καφέ και γιαούρτι για τη μαμά, λιμπίζομαι μια σοκοφρέτα μα δεν την αγοράζω, κοιτάζω τα κρασιά, πάντα μ' αρέσει να κοιτάζω τα κρασιά, τα διαβάζω ένα ένα σχεδόν, είμαι μέρες νηστική, δεν πεινάω, πονάει η κοιλιά και το στομάχι μου, στην έξοδο του σούπερ μάρκετ έχουν βάλει αυτήν την παπαριά που πρέπει να βάλεις το χαρτάκι στην υποδοχή ν' ανοιξει η μπάρα, αφηρημένη σταματάω μακρυά, το χέρι μου δε φτάνει, τεντώνομαι κι ο πισινός τα παίρνει, ρε  τράβα γαμήσου κι εσύ, κάνω απειλητικά όπισθεν να του σπάσω λίγο ακόμα τα νεύρα, μου κορνάρει, πλησιάζω την υποδοχή, χώνω το χαρτάκι κι η μπάρα ανοίγει, είμαι ελεύθερη να φύγω από το σούπερ μάρκετ, με ελευθέρωσαν, μπορώ να πάω σπίτι και να μην ξαναβγώ ποτέ, κι όταν ακόμα βγαίνω δε με παίρνω μαζί μου αφού.

096

εκείνος ξέρει και μπορεί τα πάντα. Εγώ είμαι περίπου δούλα του. Οι άνθρωποι είναι σιχαμένοι κι εγώ η πιό σιχαμένη που ξέρω. Όπως και να 'χει παλιά δεν ήμουν και η  πιό σιχαμένη. Ήμουν σκέτα σιχαμένη, να ζήσουμε να καταφοβόμαστε. Ε ναί ευχή ήταν, μήπως οι ρώγες είναι σοβαρό όργανό μωρέ...
Διαβάζω ποιήματα μέχρι να ψοφήσω....λίγο υπομονή.. δεν αργώ 
Πάνω απ ' όλα είμαι πολύ άρρωστη. Ξεπέρασέ το πριν από μένα..
 

0044- 2930284***00

'ℋπια έναν σκασμό, γεμάτη από ανία κι αποκάμωμα. Στο κρεβάτι τις νύχτες προσπαθώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που παραιτήθηκα τόσο ολότελα μάλλον όμως είναι πρώτη φορά που το κάνω σε τέτοιο βαθμό. Κάθε λέξη μου είναι αδιάφορη, κάθε έννοια επίσης, κάθε συναίσθημα ίδιο, βαρετό, ανούσιο, αισθάνομαι σαν έφηβη που οι γονείς την πήραν μαζί τους στις διακοπές και παθαίνει πνιγμό από τη βαρεμάρα, όχι καταπίεση, όχι όχι, βαρεμάρα μόνο, δεν περιμένω τίποτα, μάλλον δε θέλω τίποτα, τα στρογγυλεύω όλα να μοιάζουν με μηδέν, είμαι αδιάφορη τόσο που μέχρι και τον ποντικό αρχίζω να συνηθίζω, το σώμα μου παγώνει, σκληραίνει, δεν υπάρχει τίποτα που θα μου προκαλούσε  μία έστω μικρή ομορφιά, βρίσκω τις σχέσεις των ανθρώπων εμμετικές, δεν έμεινε τίποτα πια να με κρατάει "ζεστή", για ενθουσιασμό ούτε λόγος. Ξύπνησα χτες το πρωί με πόνους, κόντεψα να νοιώσω παράπονο, ούτε καν αυτό όμως δεν κράτησε, αν έπρεπε να γράψω μια λίστα με όσα δε βαριέμαι, θα έβαζα πρώτα τα σκυλιά μου που μαδάνε, κι εγώ μαδάω, μαδ-άμε ομαδ-ικώς, αν είχαμε πορτάκι στο μπροστινό μέρος του σώματος και μπορούσα να το ανοίξω δε θα είχε τίποτα μέσα, ούτε καν όργανα, ούτε θόρυβος θ' ακουγόταν, ξεκινάω να ζηλέψω εκείνους που έχουν ενέργεια μα μέχρι και αυτό βαριέμαι. Ακόμα κι αν ερχόταν ένα αεροπλάνο εδώ έξω από το σπίτι να με πάρει πάλι θα βαριόμουν να μπω, θέλω να γίνω σκύλος, να κοιμάμαι όλη μέρα όχι όπως τώρα που δε μπορώ να κοιμηθώ, να γαβγίζω στους περαστικούς και στο σκουπιδιάρικο, να τρέχουν τα σάλια μου όποτε κάποιος τρώει, να ξύνομαι με το πόδι κι όχι με το χέρι, να με κλωτσάνε κι εγώ να γλείφω, όχι όπως τώρα που με γλείφουν κι εγώ κλωτσάω, τα χέρια μου γράφουν μόνα τους, είμαι απούσα από παντού, τρώω το ίδιο φαγητό τρείς μέρες, νοιώθω σα να περιμένω να πεθάνω και το αλκόολ με βοηθάει να μη θυμάμαι τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια αυτής της αναμονής, εκείνος μπορεί λίγο να με ζωντανέψει μα για λίγο για μια σταλιά, διαβάζω ποιήματα απ'έξω μου όπως διάβαζα στην τρίτη λυκείου σα να πρέπει να τα θυμάμαι, παρακολουθώ τις ζωές κάτι ανήμπορων, μου προκαλούν εμμετό, αναγουλιάζω με το παραμικρό, το κενό μου τεραστιώνεται, με καταπίνω, με εξαφανίζω, να κόψουν όλοι τον λαιμό τους ή να κρεμαστούν απ' αυτόν, ας πνιγούμε όλοι στη μεγάλη μύξα που καταπίνουμε, κατουράω και κοιτάζω το κενό, τα είδη υγιεινής στο σπίτι είναι χρωματιστά, απομεινάρια εκείνης της εποχής που οι άνθρωποι δεν είχαν συμφιλιωθεί με τα σκατά τους, μπαίνω στο μεγάλο αυτοκίνητο και βάζω το εμπιθρί στο 23,  στο μικρό αυτοκίνητο βάζω το άλλο εμπιθρί στο 92, καθαρίζω τη φωνή μου, αυτογδέρνομαι, αυνανίζομαι βιαστικά και μικροτραυματίζομαι, δε μου δίνω χρόνο για τίποτα, ο μπαμπάς μου τηλεφωνεί να μου πει ν' ανάψω το καλοριφέρ να μην κάθομαι στο κρύο, ναι ναι λέω μα ούτε σηκώνομαι, κάποιος να πάρει την κοιλιά μου απο δω, με εμποδίζει να μην αισθάνομαι, χτες για λίγο έκανα μια σκέψη που με ξύπνησε, να περπατούσα στη λισαβόνα με κάστανα στο χέρι, δεν κράτησε πολύ, αν η λισαβόνα ήταν έξω από την πόρτα μου τώρα και με περίμενε δεν ξέρω αν θα έκανα τον κόπο, κοιτάζω τα πρόσωπα των ανθρώπων με προσοχή κι αγωνία να δω κάτι όμορφο, τίποτα τίποτα, τρύπες, ρουθούνια μάτια στόμα, αν βάλεις το ένα στη θέση του άλλου  δε θα αλλάξει απολύτως τίποτα, ευτυχώς ένας δύο άνθρωποι υπάρχουν που δεν τους βαριέμαι μα δεν έχει σημασία, είμαι εγώ βαρετή και με βαριούνται εκείνοι, χάλασε το παπούτσι μου, η μαμά παίρνει κάτι γιαλατζοαναπτήρες, σε μια βδομάδα τελειώνουν ή χαλάνε, μαγειρεύω στα  σκυλιά  φανταρικές ποσότητες ρυζιού, γιαλατζορυζιού, σε μια βδομάδα τελειώνει ή χαλάει, θέλω να πάψω να μιλάω, να μην ακούω τη φωνή μου, τί είναι οι άνθρωποι, τί θέλουν ρε παιδί μου, τί θέλουν, γιατί είναι τόσο διαφορετικοί κι ολόιδιοι, τί θέλουν γαμώ την παναγία τί θέλουν γαμώ το χριστό (ναι μη βρίζεις, δεν είναι θηλυκό τα κορίτσια δε βρίζουν, καπνίζουν τσιγάρα slim και χαχανίζουν μόνο κι αυτό είναι πολύ θηλυκό ναι ναι) τί θέλουν, τί κουβαλάνε, κλαίνε πονάνε, αρρωσταίνουν όλοι ή μόνο εγώ; αγαπώ τα σαλιγκάρια που πηγαίνουν τόσο αργά, ανοίγω την κονσέρβα για τα σκυλιά, θα την ανακατέψω με το γιαλατζορύζι, σχεδόν μου μυρίζει ωραία, γιατί υπάρχουν τόσες γεύσεις, γιατί να μην τρώμε μόνο ψωμί, αφού είναι όλα τόσο μονότονα γιατί να μην είναι όλα μονότονα, ποιά διαφορετικότητα λες, γιατί δεν είμαστε ανακύκλωση, γιατί δεν πίνουμε τα κάτουρά μας, γιατί δεν τρώμε τα σκατά μας, γιατί στρώνουμε και ξεστρώνουμε τα κρεβάτια μας, γιατί χύνουμε και ξανακαυλώνουμε, γιατί ερωτευόμαστε και βαριόμαστε, γιατί γεννιόμαστε και πεθαίνουμε, γιατί πλενόμαστε και ξαναβρωμίζουμε, πώς θα ήταν να τα κάναμε όλα μία φορά μόνο, όλα μία, να είχαν όλοι μία ευκαιρία να ερωτευτούν, μία να φάνε, μία να χέσουν, μία να δείξουν τί είναι και μία να πουν ψέμματα, τα ψέμματα ποιός τα σκέφτηκε, τί φοβόταν, τα σκυλιά βουτάνε τις μούρες τους στα μπωλ με το ρύζι, μερικοί κόκκοι κολλάνε στη μύτη τους, σηκώνονται και με κοιτάνε και ο κόκκος πέφτει κάτω, αφήστε τον αφήστε τον έχουμε και το ποντίκι εδώ αφού, γιατί να μην το αγαπώ, γιατί να μη θέλω να κοιμάται κι αυτό δίπλα μου, η επιμονή του να θέλει να είναι δίπλα μου σχεδόν με συγκινεί σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν, τις λίγες ώρες που κοιμάμαι τα σκυλιά έρχονται αθόρυβα κι ανεβαίνουν στο κρεβάτι, είναι πάνω στα πόδια μου, δε μπορώ να γυρίσω, την εβδομάδα που πέρασε οι ρώγες μου ήταν το πιό ωραίο πράγμα στον κόσμο, κάτι είχαν διαφορετικό από άλλες φορές που έχουν κάτι διαφορετικό, ο πόνος περνάει στιγμιαία, καταπίνω και πονάω, ετοιμάζω τσάι, περιμένω λίγο να κρυώσει γιατί είναι καυτό, ξεχνιέμαι και παγώνει, κάνω κάπως ουφφ απο μέσα, πετάχτηκε ο φρονιμήτης, είναι μυτερός μου κόβει το στόμα, μετράω τους κρίκους στο κουρτινόξυλο, είναι 21. Μετράω και τα λουλούδια στο σεντόνι, είναι 82, στις μαξιλαροθηκες είναι 12, στρώνω το κρεβάτι, έχει δύο μαξιλάρια μα εγώ ένα κεφάλι, το καλοκαίρι το ένα το μάζεψα, το έχωσα στη ντουλάπα, είχα  μόνο ένα στο κέντρο, έλα μην κοροϊδευόμαστε τί να το κάνω το δεύτερο, ένα απόγευμα έκανα δουλειές, άλλαζα σεντόνι, ήρθε η μαμά να βοηθήσει να το τσιτώσουμε στο κρεβάτι, κοίταξε το ένα μαξιλάρι με θλίψη και μετά εμένα, το ξανάβγαλα από τη ντουλάπα να μην τη στεναχωρώ, μερικά πρωινά που έχει φως παίρνω το δεύτερο και το βάζω πάνω στο κεφάλι μου, σάντουιτς, το κεφάλι μου ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια που θα 'πρεπε να είναι δίπλα δίπλα, θα 'πρεπε;; τι λες μωρή; γιατί θα 'πρεπε; λυπάμαι εκείνους που κοιμούνται δίπλα δίπλα κι αντί ν αγγιχτούν, σκέφτεται ο καθένας άλλα, καυλώνει μόνος του, πόσοι τέτοιοι υπάρχουν, τα αγόρια όταν μεγαλώνουν γίνονται άντρες;  τα κορίτσια τί γίνονται; οι ποιητές όταν κόβουν τα νύχια τους πού τα πετάνε; ο γιατρός που μου έκοβε τα ράμματα στο ΙΚΑ γιατί ξεφυσούσε; την καριόλα τη νοσοκόμα τη λένε ελευθερία, είδα το καρτελάκι της, είναι από μια επαρχία, το καλοκαίρι μύριζαν οι μασχάλες της, έχει σγουρά μαλλιά σε χρώμα άχρωμο, είναι αόρατη, δεν τη βλέπεις, έχει τρίχες στα χέρια και λευκό δέρμα, είναι πλαδαρή με έναν τρόπο που δε μπορώ να εξηγήσω, τις προάλλες μιλούσε στο τηλέφωνο και κανόνιζε να βγεί, εγώ σκεφτόμουν πως θέλω να την τρυπήσω με χίλιες σύριγγες, είχε και μια τσίμπλα στο μάτι, καθαρίσου μωρή βρωμόκοτα, πόσα μαξιλάρια έχει στο κρεβάτι της;φοράει ένα απαράδεκτο δαχτυλίδι, μερικές νύχτες το βλέπω στον ύπνο μου, η πουτάνα μου μελανιάζει τα χέρια, το ποντίκι μου μελάνιασε το γόνατο χτες που έτρεξα στο χωλ και γλίστρησα, έχω τέσσερα κεριά στο σπίτι, όλο λέω να τ' ανάψω μα όλο περιμένω να το κάνω σε μια ειδική περίπτωση, λέω ειδική περίπτωση και γελάω μόνη μου, η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη, πονάει, όλο το βράδυ κοιμήθηκα στο πλάι με το χέρι μου πάνω της, στις οκτώ το πρωί ο μαλάκας Ζοζέ γάβγιζε σα θεόμουρλος, ξύπνησα κι είχε κατουρήσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το μπέρδεψες βλάκα το μπέρδεψες, δεν είναι απ'αυτά που τα κατουράμε, καλά που δεν είχα τα λαμπάκια στην πρίζα, του κόλλησε και κατουράει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, δε μπορώ καν να τον μαλώσω, είναι τέλειο αυτό που κάνει, κι εγώ σφουγγαρίζω πάλι, η μαμά έχει ξεκωλωθεί να αγοράζει χλωρίνη κι εγώ να την τελειώνω, της δίνω λεφτά και δεν τα παίρνει. Σέρνεται σαν κακομοιριασμένη κι αυτή με το δράμα που μας βρήκε, εγώ για να την παρηγορήσω της λέω έλα σταμάτα δε μας χτύπησε και καρκίνος, δηλαδή αν είχαμε καρκίνο τί θα έκανες, δηλαδή αν είμασταν άρρωστοι με καρκίνο δηλαδή καρκίνος καρκίνος καρκίνος, δεν την πείθει το επιχείρημα μου εμένα με αναγουλιάζω όμως, βάλε μωρή καριόλα τη βελόνα στη φλέβα που σου λέω, λες να μην ξέρω, επιμένει η πουτάνα να δοκιμάζει να με κάνει μαύρη και στο τέλος να τρυπάει εκεί που αρχικά της υπέδειξα. Επιστρέφω στο σπίτι εξαντλημένη, πρέπει να ταΐσω τα σκυλιά, ο ένας τρώει απο το μπωλ του άλλου, είναι πανηλίθια και τα δύο, εγώ κάνω τον ταχυδακτυλουργό, ανοίγω την πόρτα και βγάζω σε χρόνο που δε μετριέται το ένα μπωλ και περιμένω να δω ποιός θέλει να φάει έξω και ποιός μέσα, συνήθως ο ζοζέ τρώει έξω κι η μικρή πουτάνα περιμένει και δεν τρώει το φαγητό της, και μόλις ο καημένος τελειώσει ξεκινάει να τρώει επιδεικτικά, ανόρεχτα, κάνει μισή ώρα να φάει, αφήνει πάντα φαγητό κι ύστερα θέλει να βγει έξω, τότε ανοίγω την πόρτα και βγαίνει και μπάινει μέσα ο ζοζέ και του λέω τρέξε τρέξε να φας το υπόλοιπο κι εκείνος έχει λίγο χρόνο να καθαρίσει το πιάτο όσο η άλλη έξω κατουράει και χέζει, είναι οι στιγμές αγωνίας που ζούμε κάθε μέρα, αγωνία και δράμα η κατακαημένη οικογενειούλα μας κι ο μπαμπάς που λέει τα μουρλά του τα σάββατα στον καφέ και έρχεται άλλος μα φεύγει άλλος μονολογώντας δίκιο έχεις δίκιο έχεις, δίκιο έχω γαμώ το κέρατό μου, φάτε τη σούπα που έφτιαξα και σουτ όλοι. Σε εφτά λεπτά θα ξεράσω.