m3958


 Γενάρης, δε γελιέμαι. 13. Ημέρα Κυριακή και κρύο ξυριστικό. Παραλίγο να δούλευα αλλά ευτυχώς η τρελλή Βουλγάρα με τη ζήλια της με έσωσε. Πήραμε το 249 και κατεβήκαμε στη στάση Crystal Palace Park. Φορούσα εκείνο το μπουφάν που στην αρχή δεν κούμπωνε και μετά κούμπωνε. Εσύ φορούσες αυτό που από πάντα κούμπωνε. Συμφωνήσαμε κι οι δυό οτι τέτοια κατηφόρα δεν περιμέναμε να δούμε ποτέ στο Λονδίνο. Εγώ λίγο χαιρόμουν που έχει και το Λονδίνο κατηφόρες. Τόσο χαζή. Λες και μετά δε θα έτρωγα την ανηφόρα στη μάπα. 

Περπατούσαμε μέσα στο πάρκο και ρουφούσαμε τις μύτες μας. Εκεί έμαθα πως πρέπει να κυκλοφορώ παντού με ένα πακέτο χαρτομάντηλα όπως εσύ. Εσύ λίγο κορόιδεψες αλλά δεν πειράζει γιατί εγώ σε έχω κοροϊδέψει πιο πολλές φορές. 

Περπατούσαμε στο πάρκο και ρουφούσαμε τις στεναχώριες μας. Εκεί έμαθα πως πρέπει να κυκλοφορώ παντού με υπομονή όπως εσύ. Εσύ δεν κορόιδεψες γιατί κανείς μας δεν κοροϊδεύει για τέτοια. 

Περπατούσαμε στο πάρκο και ρουφούσαμε την πίεση, την απόγνωση, την ανάγκη για λίγη χαρά, την ελπίδα οτι μια μέρα θα είναι καλύτερα. Εκεί έμαθα οτι πρέπει να κυκλοφορώ παντού με σένα όπως εσύ. Εσύ δεν το κατάλαβες αλλά εγώ με κορόιδεψα που άργησα τόσο πολύ να το μάθω.

Καθίσαμε στο παγκάκι Maggie 21.02.1956 - 30.09.2009. Πρώτη εγώ. Έστριψα τσιγάρο, εσύ όρθιος μπροστά μου και πίσω σου εκείνο το λονδρέζικο δέντρο, που τα κλαδιά του έμοιαζαν με ρίζες κι ήταν σα να είναι ανάποδα στο χώμα. Με έβγαλες φωτογραφία, και μετά εγώ εσένα. Κάθισες δίπλα μου και τρέμαμε από το κρύο και φιληθήκαμε και οι μύτες μας ήταν παγωμένες, και τα μάγουλά μας το ίδιο, και τρίψαμε τα πρόσωπά μας και προχωρήσαμε στον λαβύρινθο, κι εσύ πάλι με δέντρα πίσω και μπροστά σου, κι εγώ με τη γόπα του τσιγάρου, που πάλι δεν είχα πού να την πετάξω και την κουβάλησα μέχρι το σπίτι.

Περπατούσαμε ανάμεσα στους πέτρινους δεινόσαυρους, και κρατιόμασταν (παγωμένο) χέρι - (παγωμένο) χέρι. Εσύ μου μάθαινες, εγώ άκουγα σαν παιδί, κί ύστερα ήρθε εκείνο. Ποιός δεν έχει δεί το   Jurassic Park, κι ύστερα γίναμε λίγο πιο χαρούμενοι. Μία μικρή απόφαση μας έκανε χαρούμενους και ούτε καταλάβαμε την ανηφόρα του Anerley, κι εκείνο το απόγευμα 13 του Γενάρη και ημέρα Κυριακή, κλειστήκαμε στο ακόμα καθαρό απο Πολώνους και  bed bugs δωμάτιό μας, κι ευτυχήσαμε για λίγο, με πατάτες και πολύ αλάτι  κι ας ξημερώνει Δευτέρα αύριο, κι ας πρέπει να σηκωθώ από τις 0600, κι ας πρέπει να καθαρίσω όλα τα σκατά του κόσμου, κι ας πρέπει να σερβίρω τον κάθε βλάκα ή όχι βλάκα, κι ας πρέπει να πάρεις το 270, κι ας πρέπει να πας στον μαλάκα, κι ας πρέπει να και να.

 Θα έρθει μια Κυριακή κι εμείς πάλι θα ευτυχήσουμε με αλάτι ή χωρίς, με πατάτες ή χωρίς, με δεινόσαυρους ή χωρίς, με covid-19  ή χωρίς, με αυλή ή χωρίς, με ξεχορτάριασμα ή χωρίς, με λαδομπογιά ή χωρίς, με γάτες ή χωρίς, γιατί η ζωή μας πάντα βρίσκει τον τρόπο.

5/5-5/10=18

 

 𝒳ριστούγεννα, 07.52 κατεβαίνω από το σπίτι. Δεν υπάρχει ψυχή. Στη Mitcham Lane περνάει αυτοκίνητο κάθε 2 λεπτά, που σημαίνει ερημική ερημιά. Όλα κλειστά και βρεγμένα. Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που πάει στη δουλειά. Ξέρω οτι δεν είμαι, αλλά έτσι νοιώθω. Ξεκλειδώνω την πόρτα του πανδοχείου κι ανεβαίνω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11. Εκεί λίγο πιο μπροστά βρίσκεται η έξοδος κινδύνου που βγάζει στην ταράτσα. Βγαίνω στην ταράτσα και όλα είναι γλιτσερά και παγωμένα. Κατεβαίνω τη μεταλλική σκάλα που οδηγεί στον κήπο. Όλη αυτή η διαδρομή γιατί ο μαλάκας J. δε μου δίνει κλειδί της αυλής. Φτάνω επιτέλους στο σημείο που με φοβίζει πιο πολύ απ' όλα μου τα φοβιστικά.  Στα 19, όταν είχα διαβάσει το Die Taube είχα φοβηθεί πολύ τα περιστέρια. Αργότερα το ξέχασα. Και τώρα εδώ μπροστά στη μεταλλική μπλε πόρτα ο φόβος επιστρέφει. Κάθε πρωί στις 07.57 αναμετριέμαι μαζί του. Καθημερινά η μεταλλική μπλε πόρτα είναι ο εφιάλτης μου. Στέκεται μπροστά μου ψηλή, υγρή και τριξιάρα με την τρελή κλειδαριά της. Δεξιά μου η ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο του μποηλερ. Την ανοίγω, πάνω στο μεταλλικό κουτί βρίσκονται τα κλειδιά της μπλε πόρτας. Τα παίρνω μαζί με μια ανάσα. Και τώρα ήρθε η ώρα. Πρέπει να ξεκλειδώσω την τρελλή κλειδαριά της μπλε πόρτας. Το κλειδί μένει σταθερό, ο εξωτερικός μύλος πρέπει να γυρίσει δεξιόστροφα 4 φορές περίπου μέχρι να ακουστεί ένα ανεπαίσθητο κλικ. Τότε γυρνάω τον εξωτερικό μύλο μαζί με το κλειδί αυτή τη φορά, και η πόρτα ανοίγει τρίζοντας τόσο τρομακτικά που τα κόκκαλά μου σχεδόν ακούγονται. Έτσι ανατριχιασμένη στέκομαι πίσω της και την ανοίγω σιγά σιγά. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα από πίσω της να δω τί θα πεταχτεί. Όταν έχει περιστέρια μέσα συνήθως βγαίνουν αμέσως σαν μουρλαμένα. Βγαίνει το πρώτο, περιμένω λίγο ακόμα. Ξέρω οτι θα έχει και δεύτερο και ξέρω πως θα με παιδέψει. Το κεφάλι μου είναι κολλημένο πίσω από την πόρτα. Το σέρνω μέχρι να ξεπροβάλλει το μάτι μου. Κοιτάζω τρομαγμένη να δω που είναι το δεύτερο. Δεν βλέπω τίποτα. Κάνω θορύβους με το στόμα για να το καλέσω να βγεί έξω. Δεν ξέρω ποιοί θόρυβοι προσελκύουν τα περιστέρα, κάνω ηλίθιους ήχους, ψψ, τσσ, κκ, δεν πιάνει τίποτα. Ησυχάζω λίγο νομίζοντας πως δεν υπάρχει δεύτερο. Κι όταν πάω επιτέλους να μπω μέσα στον διάδρομο, τότε πετάγεται με ταχύτητα απογείωσης  airbus και περνάει ξυστά από πάνω μου, την ώρα που η καρδιά μου πιάνει τους 8χιλιάδες χτύπους και τα κόκκαλά μου ξανασυναρμολογούνται. Τότε κλείνω την πόρτα γρήγορα και προσπαθώ ν' ανασάνω. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου. Αυτό είναι το ξεκίνημά μου στη δουλειά. Κάθε πρωί το ίδιο άγχος, επειδή ο μαλάκας J. δεν κλείνει ποτέ την πόρτα, κι εκείνα μπαίνουν μέσα κι εγκλωβίζονται όλη τη νύχτα και λαχαίνει σε μένα να τα απεγκλωβίζω κάθε πρωί μ' αυτόν τον μαρτυρικό για τα κόκκαλά μου τρόπο. Χριστούγεννα 08.00, βρίσκομαι μέσα στον διάδρομο ήσυχη πια πως δεν θα πάω από περιστέρι. Προχωράω στο βάθος και μπαίνω στην αποθήκη αριστερά. Τραβάω το κορδόνι κι ανάβει το πνιγηρό βαβουριάρικο φως. Τζζζζγκ και τρεμοπαίζει. Μπροστά μου ένας κόκκινος κι ένα κίτρινος κουβάς. Ο κίτρινος για τις τουαλέτες, ο κόκκινος για όλον τον υπόλοιπο χώρο. Τους περνάω και τους δύο στον δεξιό βραχίονα, παίρνω τις αντίστοιχες σφουγγαρίστρες και βγαίνω πάλι στον διάδρομο. Στρίβω δεξιά αυτή τη φορά. Μπαίνω στην κουζίνα, εδώ οι θόρυβοι είναι πιο τρομακτικοί ακόμα. Ψυγεία και γκάζια και ο αέρας των τεράστιων απορροφητήρων, τα ποντίκια εγκλωβισμένα στα ενδιάμεσα κουφώματα. Ανοίγω τον διακόπτη με τον αγκώνα, διασχίζω την κουζίνα και βρίσκομαι στον χώρο σερβιρίσματος, ανοίγω το φώς με τον αγκώνα κι εκεί, διασχίζω τον χώρο κι επιτέλους φτάνω στην πίσω μεριά του μεγάλου μπαρ. Εκεί είμαι συνήθως ήσυχη. Φοράω τη νάυλον ποδιά μιας χρήσης, την περνάω από το κεφάλι, τη δένω πίσω στη μέση, φοράω τη μάσκα, τα γάντια μου και ξεκινάω να γεμίζω τους κουβάδες. Η παμπ είναι σκοτεινή. Στον πίνακα με τους χίλιους διακόπτες κι ασφάλειες, ξέρω τί πρέπει να πατήσω και τί όχι. Με τυφλό σύστημα ανοίγω όσα πρέπει. Παίρνω τον κίτρινο κουβά, μια σακούλα σκουπιδιών, τη σφουγγαρίστρα, και παραμάσχαλα, 2 καθαριστικά κι ένα χαρτί γενικής χρήσης. Μπλε κι αυτό. Οι καρέκλες ανάστατες. Συγκεκριμένες καρέκλες. Ξέρω ποιός καθόταν πού. Η καρέκλα του Michael τραβηγμένη αριστερά για να χωράει η τσάντα του, του Krystof λίγο πίσω, παραδίπλα του Graham και του Andrew, στο τέρμα του μπαρ του δεύτερου Michael, κι ενδιάμεσα η καρέκλα του  Martin. Όλες οι άλλες είναι στη θέση τους πράγμα που σημαίνει πως δεν ήταν κανείς άλλος χτες τη νύχτα εκεί. Είναι Τρίτη. Γι' αυτό αγαπώ την Τρίτη. Γιατί είναι η επόμενη της Δευτέρας και τις Δευτέρες δεν έχει κόσμο, άρα οι τουαλέτες θα είναι λογικά καθαρές. Ξεκινώ από τις μπροστινές τουαλέτες. Αν αυτές είναι καθαρές τότε οι πίσω θα είναι σίγουρα πιο καθαρές. Επιβεβαιώνομαι και παίρνω μια βαθειά ανάσα μέσα από τη μάσκα. Αν ήμουν η Iwona η βρωμιάρα θα μπορούσα να μην κάνω τίποτα. Όμως εγώ δεν είμαι βρωμιάρα. Παστρικώνομαι ό,που και να είμαι. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα. Χριστούγεννα 08.15 έχω καθαρίσει ήδη τις μπροστινές τουαλέτες. Κουβαλώντας όλα τα απαραίτητα κατευθύνομαι στις πίσω. Η απόσταση είναι μεγάλη. Η παμπ είναι 300 τ.μ. Σε λίγο θα πρέπει να τη σκουπίσω και να τη σφουγγαρίσω όλη. Τα χέρια μου δεν έχουν μουδιάσει ακόμα. Ανοίγω την πόρτα της πίσω τουαλέτας με τη σιγουριά οτι θα είναι όλα καθαρά κι εδώ. Μπαίνω στην πρώτη ναι ναι καθαρή, αχρησιμοποίητη, το μπλε υγρό που είχα ρίξει χτες είναι ακόμα εκεί. Ανοίγω τη δεύτερη πόρτα, το ίδιο, η τρίτη το ίδιο, νοιώθω ευτυχία και αμέσως δυστυχία, κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη και  με λυπάμαι. Είναι Χριστούγεννα 08.18 κι εγώ νοιώθω ευτυχία γιατί δεν υπάρχουν σκατά να καθαρίσω. Αυτού του είδους η ευτυχία είναι δυστυχία. Κι εγώ είμαι μικροευτυχισμένη μέσα στη μεγαλοδυστυχία μου κι ο καθρέφτης μου το επιβεβαιώνει. Φαίνονται μόνο τα μάτια μου, είναι κουρασμένα. δυστυχισμένα και καθόλου χριστουγεννιάτικα. Δεν έχω χρόνο για ευτυχοδυστυχίες. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα κι εδώ. Τουαλέτες τέλος. Χριστούγεννα 08.31. Έχω ήδη ιδρώσει. Ξέρω πως δε χρειάζεται να σκουπίσω παντού. Μόνο το σημείο που κάθεται ο Michael, που σίγουρα θα έχει πέσει καπνός, αα ίσως και η μεριά του  Graham να έχει λίγα ψίχουλα αν έφερε τα κράκερ μαζί του. Επιβεβαιώνομαι και πάλι. Όλα τα σημεία είναι όπως τα άφησα χτες καθαρά εκτός απο κείνα που ήξερα πως δε θα είναι. Σκουπίζω τα δυο μικρά σημεία, τρέχω αφήνω τη σκούπα και ξεκινάω με τον κόκκινο κουβά το σφουγγάρισμα. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να μουδιάζουν. Η σφουγγαρίστα είναι οικιακής χρήσης κι όχι επαγγελματική, που σημαίνει μικρή. Μια μικρή τόση δα ξεμαλλιασμένη σφουγγαρίστρα για 300 τετραγωνικά. Είναι  δολοφονία του καρπιαίου σωλήνα μου. Το O.C.D μου δε με αφήνει να ξεκινήσω απ' οποιόδηποτε σημείο. Πρέπει να ξεκινήσω από εκεί που τα πλακάκια σχηματίζουν τα τετράγωνα. Κάθε τετράγωνο έχει 16 πλακάκια. Γύρω γύρω ξύλο. Πρέπει να σφουγγαρίσω πρώτα το εξωτερικό ξύλο και μετά τα 16 εσωτερικά πλακάκια. Μόνο έτσι μπορώ να καθαρίσω. Αν βγώ παραέξω από την ξύλινη γραμμή μπορεί να αρρωστήσω. Η διαδικασία σφουγγαρίσματος μοιάζει ατελείωτη. Στα πρώτα δέκα λεπτά τα δάχτυλά μου είναι ήδη μουδιασμένα κρατάω τη σφουγγαρίστρα με τις παλάμες, τα δάχτυλα δε νοιώθουν τίποτα. Είμαι γρήγορη, είμαι εξαιρετικά γρήγορη, δεν αφήνω ούτε χιλιοστό ασφουγγάριστο. Είμαι η βασίλισσα του multitasking, φέρνω τις καρέκλες στη θέση τους με τα πόδια, ενώ παράλληλα σφουγγαρίζω όπως καμιά στον κόσμο. Χριστούγεννα 09.05, έχω γυαλίσει μπαρ, τραπέζια, τουαλέτες και 300τ.μ πάτωμα. Κανείς άλλος στον κόσμο δεν το κάνει αυτό. Ξέρω πως δεν είναι έτσι αλλά  εγώ έτσι νοιώθω. Σειρά έχει ο κήπος. Όλα τα δέντρα του Λονδίνου πάντοτε θαλλούν, εκτός από τα δέντρα στον κήπο που πρέπει να σκουπίσω. Είμαι γρήγορη, έχω σύστημα, σκουπίζω τα φύλλα κι ας φυσάει, είμαι πιο γρήγορη από τον λονδινικό αέρα, τα χώνω όλα μέσα στη μαύρη σακούλα, τη δένω σφιχτά, τρέχω στους κάδους, την πετάω, βγάζω τα γάντια, την ποδιά, τα πετάω, τρέχω μέσα, πλένω χέρια, ξαναβγαίνω στον κήπο κλείνοντας την μεταλλική μπλε πόρτα. Επιστρέφω τα κλειδιά στο δωμάτιο του μπόηλερ, κλείνω την ξύλινη πόρτα. Χριστούγεννα 09.31, έχω τελειώσει τα πάντα. Κάθομαι στο παγκάκι του κήπου, μου μένουν 27 λεπτά μέχρι να ξεκινήσω να ανεβαίνω στο πανδοχείο. Βγάζω τον καπνό μου, στρίβω τσιγάρο, καπνίζω, έχω χρόνο και για δεύτερο, πίνω νερό, πολύ νερό, πίνω άπειρο νερό και καπνίζω, δροσίζομαι και πικραίνομαι, κρυώνω, φυσάει, τα δάχτυλά μου παγώνουν, φυσάω τον καπνό κι ο αέρας τον επιστρέφει στα μούτρα μου, ο μαλάκας J. κατεβαίνει την εξωτερική μεταλλική σκάλα, με καλημερίζει, με μερικριστμαστιάζει, κοιτάει το ρολόι του, πάντα του κάνει εντύπωση που έχω τελειώσει τα πάντα τόσο νωρίς, είμαι σίγουρη πως σκέφτεται γιατί να πληρώνομαι για 2 ώρες αφού τελειώνω στη μιάμιση, τον κοιτάω με ύφος -να πάρεις την  Iwona τη βρωμιάρα μαλάκα  που δεν της φτάνουν ούτε τρείς ώρες και κάνει και προχειροδουλειά- ανοίγει την ξύλινη πόρτα του μπόηλερ, παίρνει τα κλειδιά της μεταλλικής μπλε πόρτας, την ανοίγει άφοβα, κουλ και στα σκατοπαπάρια του, τί να φοβηθεί αφού τα έκανα όλα εγώ, - hey J. 2 pigeons this morning, -Heh, μπαίνει μέσα κι αφήνει πάλι την πόρτα ανοιχτή. Χεχ ο σκατομαλάκας, χεχ που εχω τραβάω τον καθημερινό τρομοδιάβολο, χεχ και η πόρτα ανοιχτή. Το πιο απλό πράγμα για 'κείνον, είναι ο απόλυτος εφιάλτης για μένα. Χριστούγεννα 09.58, ανεβαινω την εξωτερική μεταλλική σκάλα για την ταράτσα, ανοίγω την πόρτα εξόδου κινδύνου, μπαίνω στον μεγάλο προθάλαμο, προχωράω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11, στρίβω, κατεβαίνω στο ισόγειο. Ώρα ν' αρχίσει η δουλειά. Πόσα δωμάτια σήμερα; η ρεσεψωνάρα απαντά -μμμ εεε έχει αρκετή δουλειά, 8 δωμάτια, ααα και είναι Τρίτη, έρχονται τα σεντόνια, πρέπει να τα ανεβάσεις όλα στον τρίτο και να τα τακτοποιήσεις. Γι' αυτό σιχαίνομαι την Τρίτη. Γιατί έρχονται τα σεντόνια...

1855


ΠΡΑΓΜΑΤΑ
τα πράγματα δεν είναι κακά
δεν ήταν ποτέ κακά
τα πράγματα είναι πολλά
τα πράγματα είναι μαλακά
τα πράγματα είναι σκληρά
έτσι μου έρχεται να κάνω μια βουτιά στα πράγματα
να πέσω με το κεφάλι
να χτυπήσω με το σαγόνι στο κομοδίνο
να μου γδάρει το μάτι ένα λαμπατέρ
να παραδοθώ στα πράγματα
Ρ-Κ Α, Χ .Κ

а.д.жё~8

Χρειάστηκε να βγάλω φωτογραφία διαβατηρίου  για να ανακαλύψω πως η χωρίστρα μου έπρεπε να βρίσκεται ενάμιση χιλιοστό πιο αριστερά, χρειάστηκαν 6 χρόνια από το προηγούμενο διαβατήριο για να καταλάβω πως η χωρίστρα μου δεν ήταν ακριβώς στο κέντρο και συγκλονίστηκα. Σήκωσα με προσοχή την κοτρώνα που συγκρατεί την πόρτα της κάμαρας που κοιμόμαστε και παραλίγο να πέσει πάνω στο πόδι μου και φαντάζεσαι τί θα πάθαιναν τα δάχτυλά μου αν έπεφτε, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή  γλίτωσα και την άφησα πάνω στη συρταριέρα κι έκανε θόρυβο και μακάρι να μην ξύπνησες, γιατί τί μου φταίς που ξύπνησα νύχτα κι ήθελα να φτιάξω νυχτοπρωινό και καφέ. Ήταν τόσο σκοτεινή η αυλή που φοβήθηκα ν' ανοίξω το παντζούρι της κουζίνας, όμως το άνοιξα κι η ομίχλη μπήκε μέσα στο σπίτι και θόλωσαν όλα κι είναι κρίμα να ξεκινά μια μέρα έτσι με τόσο ενδιαφέρουσα αχνάδα και να καταλήγει βαρετή ηλιασμένη με αδιάφορη θερμοκρασία. 14 βαθμοί, τόσο αδιάφορο, τόσο πολύ αδιάφορο νούμερο που σε κάνει να μη θέλεις να βγείς από το σπίτι γιατί νοιώθεις αμήχανα με τόση αδιαφορία. Γράφω πριν ξεκινήσει η μεγάλη αδιαφορία, όσο έχει ομίχλη θα γράφω, μόλις καθαρίσει το τοπίο θα πάψω, τέτοια ήταν η συμφωνία που έγινε μέσα μου μόνη της όσο ετοίμαζα αυγό, και τώρα προφταίνω δεν προφταίνω. Τα λίγο πιο παλιά χρόνια από τώρα έγραφα στην κουζίνα, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια έγραφα και με ήλιο, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια δεν έλεγα τη λέξη δυστυχία τώρα τόλμησα και την είπα η μαλακισμένη και την είπα σε σένα, σε ποιον! σε σένα! τέτοια είμαι ναι, σε κοίταξα και σου είπα είμαι δυστυχισμένη κι εσύ κοιτούσες με 'κεινα τα μάτια που έχεις που κοιτάνε έτσι γιατί έχουν κι εκείνο το απο πάνω που τα σκεπάζει δεν ξέρω πώς το λένε που είναι το πιο ωραίο σκέπαστρο ματιών που  έχω δεί, τα δικά μου είναι ξεσκέπαστα, και στο είπα και μετά έκλαιγα μέχρι το στομάχι, εσύ μόνο κοιτούσες, μετά σταμάτησα τα κλάμματα, δεν υπάρχει εξήγηση για τέτοιες λέξεις, είπα τη λέξη δυστυχία πάει και τελείωσε, κατάφερα να την πω, και πέρασαν 3 μήνες από τότε αλλά εγώ ακόμα το θυμάμαι, όπως θυμάμαι και πώς κοίταξες και θυμάμαι και το σκέπαστρο, όλα τα θυμάμαι και η δυστυχία μου είναι το τρίπτυχο αυπνία-διάρροια-φαγούρα και έστω υπάρχει το  bilaz για να αντέχω τη φαγούρα, τα άλλα δύο δεν ξέρω τί να τα κάνω. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που μου λείπει ο Νοέμβρης στο νοσοκομείο, τα λιγοστά τσιγάρα κάτω από το πεύκο, οι μεταμεσονύκτιες βόλτες στον διάδρομο του θαλάμου, οι παντόφλες μου πάνω στα 62 πλαστικά πλακάκια, 62 κι 62 κι 62 πόσες φορές πάνω κάτω, δεν κάθομαι ποτέ στον κώλο μου κι οι νοσοκόμες ξέρουν και καταλαβαίνουν οτι είμαι απ' αυτές που δεν κάθονται στον κώλο τους και δε με μαλώνουν πολύ που ποτέ δε με βρίσκουν, ναι πρέπει να πω πως οι νοσοκόμες στο θεαγένειο είναι οι καλύτερες του κόσμου, πουθενά σε κανένα νοσοκομείο δεν έχει τόσο καλές νοσοκόμες που καταλαβαίνουν κι αυτούς που δεν κάθονται στον κώλο τους, γιατί ξέρουν πως θέλεις μισή ώρα ν' ανέβεις στον 8ο γιατί έχει μόνο ένα μαλακισμένο ασανσέρι και πάντα περιμένουν εκεί 34793265 άνθρωποι αλλά δίπλα έχει κι ένα άλλο που είναι μόνο για ασθενείς κι εγώ μόνο μία φορά το χρησιμοποίησα γιατί με μάλωσε η νοσοκόμα λίγο και βρήκα τη δικαιολογία με τους 34793265 ανθρώπους  που περίμεναν και μου είπε  οτι έχω προτεραιότητα και να λέω σε όλους πως πρέπει να περάσω πρώτη ή καλύτερα να παίρνω το διπλανό που είναι για ασθενείς και πήγα με καμάρι, επιδεικνύοντας τις γάζες και τον ορό σε όλους τους 34793265 και είπα κάντε πέρα και μπήκα πρώτη πρώτη στην απαγορευμένη γι' αυτούς πόρτα κι ευχαριστιόμουν μέσα μου κι ας είχα γάζες και ορό, γιατί δεν θα υπήρχε περίπτωση να ζητήσω να με λυπηθούν και να με αφήσουν να περάσω πρώτη, το σιχαίνομαι αυτό, το σιχαινόμουν από μικρή, κάθε μορφή λύπησης και κλάψας και σιχαίνομαι που έτσι μεγαλώνουμε, γιατί όχι δεν είναι σεβασμός, είναι λύπηση και κλαψομουνιά, μέχρι και τα παιδικά παιχνίδια είναι κλαψομουνιά γι' αυτό δεν έπαιξα ποτέ εκείνο που λέει η μικρή ελένη κάθεται και κλαίει γιατί από μικρή νευριαζόμουν μ' αυτό το βλαμμένο την ελένη που κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της, και σκεφτόμουν πόσο ηλίθιο μαμόθρεφτο να κάθεται και να κλαίει, και μετά το τραγούδι λέει σήκω επάνω και σκούπισε τα μάτια σου και δες τον ήλιο και κάτι τέτοια αηδιαστικά αντί να λέει σήκω επάνω και δώσε κλωτσιές στο μουνί κάθε φιλενάδας, όλα λάθος από την αρχή όλα λάθος τα μαθαίνουμε, μην αναρωτιέσαι για το τρίπτυχο λοιπόν, από τη σιχαμάρα μου για την κλάψα είναι, προλαβαίνει το σώμα να κλαφτεί γιατί ο εγκέφαλος δεν αντέχει την ιδέα. Έχω έναν φόβο για εκείνη την ημερομηνία 5 μαΐου. Ποιό όργανο απ' όλα να αντέξει τέτοια μέρα, το σκυλί λες και νοιώθει οτι θα φύγω έχει πάθει στενό έρωτα, δεν ξεκολλάει από το σπίτι, δεν αντέχει ούτε όταν φεύγω για μερικές ώρες, της εξηγώ κάθε μέρα αλλά δεν δείχνει να καταλαβαίνει, κατα τ΄άλλα αν ρωτάς  τα ίδια. Συνεχίζω να σου φέρομαι σκατά, να σιχαίνομαι όλους τους ανθρώπους, να βαριέμαι κάθε είδους επαφή μαζί τους, να θέλω να σώσω όλα τα ζώα, να διαβάζω για τα αρμαντίλλο και να συναρπάζομαι, να προσπαθώ να ξυριστώ εκεί που είναι η τομή και να τρομάζω γιατί είναι μουδιασμένο το σημείο και είναι τρομακτικό να ακουμπάς ένα ξυράφι σε ένα σημείο που δε νοιώθει, ααα και αυπνία, διάρροια και φαγούρα.

kg.ks-4?

Αγαπάω ωραία, ράβω με υπομονή, κλαίω με μύξες, σιχαίνομαι δυνατά και για πάντα, πνίγομαι από άγχος, θέλω να δω μερικές χώρες πριν με βρεί ο πνιγηρός θάνατος, το χιόνι μου είναι πιο απαραίτητο από τον ήλιο, όλους εσάς που αγαπάω να ξέρετε θα σας έχω καλά, όλους όλους, κανείς δε θα μου πάθει τίποτα, και θα σας πάω περιπάτους σε βρετανικά κοιμητήρια, όλους εσάς που σιχαίνομαι και βαριέμαι, να ξέρετε θα σας βαριέμαι για πάντα και δεν θα έκανα ποτέ ούτε μισό βήμα μαζί σας.

29/7/1919

Ὀρυχεῖο
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ

φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι

p.dt.f78


'𝓞χι, εγώ θα σου πω για τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι σπουδή, όχι δεν ξέρει ο καθένας, όσοι έχουμε περάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μας σ' αυτά, εμείς ξέρουμε. Τα νοσοκομεία είναι όμορφα επειδή είναι τρομακτικά, κι είναι τρομακτικά επειδή διανυκτερεύουν  όπως και να 'χει. Ο,τι διανυκτερεύει είναι όμορφο, ναι και τρομακτικό. Το πρώτο ραντεβού κλείστηκε στο Παπαγεωργίου 13/6, το μυαλό μου χοροπήδησε βλαμμένα γιατί είναι μεγάλη μέρα η 13 του 6ου. Γεννήθηκε ο ποιητής της Λισαβόνας κι εγώ είπαέλεγαλέω μέσα μου σημαντική μέρα. Οι παπαγεωργιανοί το ακύρωσαν το ραντεβού, στ' αρχίδια τους αν περίμενα εναμιση μήνα, στ' αρχιδια τους ο ποιητής της Λισαβόνας. Το δεύτερο κλείστηκε δυο μέρες μετά στο θεαγένειο, βλακεία όνομα, βλακεία κι ο τίτλος που το συνοδευει. Αντικαρκινικό νοσοκομείο, λες και τ' αλλα είναι καρκινικά. θεαγένειο, λέω τη λέξη από μέσα μου χίλιες φορές και γελάω και νευριάζομαι, πόσο γελοίο όνομα, πόσο πόσο. Περίμενα 40 λεπτά  στο αντικαρκινικό ταμείο να πληρώσω τα αντικαρκινικά 60 ευρώ για το αντικαρκινικό απογευματινό μου ραντεβού, κι εκεί που όλα ήταν αντικαρκινικά, νά σου το καρκινικό μωσαϊκό. Κόλλησα τα μάτια μου στο πάτωμα. Ήταν γεμάτο κακοφορμισμένα καρκινικά πόδια. Ο καιρός καρκινικά ζεστός, τέτοιος που τους κάνει όλους καρκινοπαθείς κι αντικαρκινοπαθείς να φοράνε ανοιχτά παπούτσια. Ξέχασα πόσα άσχημα πόδια είδα. Θυμήθηκα εσένα που από την πρώτη νύχτα γέμισες παίνια τα πόδια μου, και τί ωραία ποδαράκια, και τί ωραία δαχτυλάκια, τα ωραία μου δαχτυλάκια κλεισμένα μέσα στα μαύρα παπούτσια απορούσαν. Το αντικαρκινικό μου κεφάλι κλεισμένο μέσα στις μαύρες μου σκέψεις απορούσε. Όλοι εμείς που είμαστε εδώ είμαστε καρκινοπαθείς ή αντικαρκινοπαθείς; Δεν θα ήθελα ποτέ να δω τα πόδια μου με φόντο το καρκινικό μωσαϊκό. Η μαμά βιάζεται, της έχω πεί να μην μπεί μαζί μου στον γιατρό, τελικά τελευταία στιγμή κάνει τα μαγικά της και μπαίνει. Της τη σκάω γιατί μπαίνω σε πιομέσα δωμάτιο να εξεταστώ, αχνοακούω τη φωνή της που μιλάει στη νοσοκόμα, αχνοακούω κι ένα γέλιο. Πότε πρόλαβε να πεί αστέιο, ο γιατρός μου πατάει το αριστερό βυζί, το ονομάζει μαστό και θέλω να τον ρωτήσω, αλήθεια η πρώτη λέξη που σου 'ρχεται στο μυαλό είναι μαστός; Μου εξηγεί την πιθανότητα του να έχω τρίτο βυζί,του λέω πως πονάω δε μπορώ να βάλω σουτιέν, μου ξαναεξηγεί, του λέω κοίτα να δείς έχω τρία βυζιά κι όμως δε μπορώ να βάλω ένα σουτιέν, θέλει να γελάσει λίγο αλλά δεν το κάνει, βγαίνουμε έξω, η μαμά με τη νοσοκόμα έχουν γίνει φίλες, η νοσοκόμα είναι απο 'κείνες που σίγουρα διαβάζουν γυναικεία λογοτεχνία. Οι γυναίκες συγγραφείς μου προκαλούσαν πάντα μουνοφαγούρα. Τα ονόματά τους, η θεματολογία τους, είναι αργά νοιώθω κόπωση αλλά δε νυστάζω, η μαμά κατεβαίνει τη σκάλα, ξύπνησε, εγώ σχόλασα κι εκείνη πιάνει δουλειά σε λίγο. Τα ωράρια μας είναι ανάποδα, όλα μας είναι ανάποδα. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που κανείς δεν άγγιζε κανέναν. Δεν το είχαμε με τα χάδια και τις αγκαλιές. Πρωτοχρονιά κι ανάσταση, γενέθλια και γιορτές φιλί στο μάγουλο, άβολο και βιαστικό, δε θυμάμαι να έκλαψα ποτέ στον ώμο της μαμάς, δε θυμάμαι να έκλαψε ποτέ κανείς στον ώμο μου. Μικρή πριν πέσω για ύπνο, μετά το  ψυχαναγκαστικό βούρτσισμα των δοντιών, θυμάμαι να πηγαίνω να λέω: καληνύχτα μαμά ( φιλί), καληνύχτα μπαμπά ( φιλί) , μετά είπα μέσα μου, σπουδαίο πράμα κάνεις χαζή και το 'κοψα. Η μαμά τώρα τελευταία έχει γίνει πιαστικιά, με πιάνει, με χαϊδεύει όσο δε με χάιδεψε παιδί, με φιλάει, προσπαθώ να νοιώσω τα φιλιά της, το σώμα μου κάνει τακ τακ τακ να φύγει, κοκκαλώνω μπροστά στις εκδηλώσεις αγάπης, κοκκαλώνω παγοκωλωνικά, όπως το σκυλί όταν το βάζω στη μπανιέρα. Δέχομαι τα φιλιά σαν άγαλμα. αντιθέτως λέω στη μαμά ρε μαλάκα και νοιώθω ζέστη, πρώτη εκείνη το είπε, τώρα το λέω κι εγώ. Στο νοσοκομείο με τη μαμά γινόμαστε άλλες, ίσως μας πιάνει αντικαρκινισμός, ακούω τις πισινές να κράζουν την ελλαδίλα, μία απ' όλες λέει τη λέξη πατρίδα, την ακούω και νοιώθω πως είναι άγνωστη λέξη, έφτασα τα 40 και τη λέξη πατρίδα δεν την έχω πεί ποτέ. Καλοκαίριασε, το σκυλί μουρλαίνεται στο μπες-βγες. Μέσα για δέκα λεπτά, μετά έξω, μετά πάλι μέσα, πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις, είναι δίπλα στην εξώπορτα και σε κάθε ευκαιρία περιμένει να μπεί ή να βγεί, την ονομάζω εξωπορτονούστρια, πρωινές μαλακισμένες σκέψεις, αν είχα μεγαλώσει σε άλλη χώρα θα έλεγα πατρίδα; οι φίλοι μου οι πορτογάλοι το λένε με μια όμορφη αγάπη και γι αυτούς σημαίνει κάτι άλλο η λέξη, τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι χαρούμενοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι θλιμμένοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Νυχτώνει και μαζεύονται να δουν Πόρτι-Σπόρτι. Ο Ζοάο φτιάχνει τα πιο νόστιμα ποτά για 3 ευρώ. Έχουν για ποιητή εσένα. Τους ζηλεύω πολύ. Αν είχαν ένα αντικαρκινικό που το έλεγαν Θεαγένειο στα πορτογαλικά, δε θα γελούσαν ούτε θα το κορόιδευαν. Τους ζηλεύω για πάντα. Άκου λέει θεαγένειο στα πορτογαλικά... nascido de Deus...




k.e



Last night I dreamed that I was dreaming of you
And from a window across the lawn I watched you undress
Wearing your sunset of purple tightly woven around your hair
That rose in strangled ebony curls
Moving in a yellow bedroom light
The air is wet with sound
The faraway yelping of a wounded dog
And the ground is drinking a slow faucet leak
Your house is so soft and fading as it soaks the black summer heat
A light goes on and the door opens
And a yellow cat runs out on the stream of hall light and into the yard
A wooden cherry scent is faintly breathing the air
I hear your champagne laugh
You wear two lavender orchids
One in your hair and one on your hip
A string of yellow carnival lights comes on with the dusk
Circling the lake with a slowly dipping halo
And I hear a banjo tango
And you dance into the shadow of a black poplar tree
And I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared...

0-iZm

χω ταλέντο να ξερνάω με την 

ανθρωποσύνη όσο κανείς άλλος. 

Την αποβάλλω από μέσα μου 

με χίλιους τρόπους.

Είναι μια σιχαμερή διάρροια 

που τρέχει σαν κωλόνερο κι

αν ήμουν θεός και υπήρχα,

 θα έριχνα παχύ σπέρμα

στους ανθρωπίσκους,

 να κολλήσουν τα μάτια τους 

αφού δε βλέπουν έτσι κι αλλιώς. 

Να στουμπώσουν τ' αυτιά τους 

αφού δεν ακούνε έτσι κι αλλιώς. 

Να πνιγούν αφού δεν αναπνέουν έτσι κι αλλιώς.

 Αυτό θα ήταν το τέλος του πιο βλαμμένου, 

ανήμπορου, άχρηστου και χαλασμένου είδους που υπήρξε ποτέ.

πνα/τκ/πνγ80


 Στον Ι. και την Δ.


Δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
θέλω να γράφω για σένα
τα μάτια μου τσιμπλιάζουν
σε θέλω με τα μάτια μου
με το ζεστό μου σώμα
ο επιχείλιος γαμάει τα φιλιά μας
καλά που δεν έχω επιμουνοχείλιο
θα καταστρεφόταν η ζωή μας
δεν κοιμάμαι
θέλω να γράφω για σένα
ή για την αγάπη
ή για την ιδιοκτησία
ή για τη ζήλια την κωλοβλαμμένη
τα μαλλιά μου πέφτουν στα μαξιλάρια του καναπέ
κοιμάσαι μέσα
θα έρθω λίγο στη μεριά σου να ζεσταθώ
μετά θα πάω στη μεριά μου
όταν είμαι στα τέσσερα
θέλεις τόσο να μου τον βάλεις
δε σε νοιάζει πού
τον βάζεις κι ας μπεί ό,που θέλει
πονάω
τσούζει την άλλη μέρα
βάζω παγωμένο νερό
κι ανατριχιάζουν όλα τα σημεία μου
κι εκείνα με το χνούδι
δεν κοιμάμαι
σε θέλω απ αυτό το δωμάτιο, στο μέσα δωμάτιο
ο οφθαλμίατρος θα δεί οτι δε βλέπω
και θα πεί έχεις τσίμπλες μωρή
θα παίξουμε το τζόκερ του μάρτη
δεν κερδίσαμε
ούτε τώρα θα κερδίσουμε
γι' αυτό θα δουλεύω τις νύχτες
θα σου λείπω αφόρητα
δεν μπορείς χωρίς εμένα
ούτε εγώ μπορώ
θα με πας στον οφθαλμίατρο
παντού με πηγαίνεις
δε σε νοιάζει
θα με πάρεις τηλέφωνο όταν σχολάς
θα με πάρεις πάντα να με ρωτήσεις αν θέλω κάτι να φέρεις
ναι θέλω μπαταρίες για την οδοντόβουρτσα
θέλω zovirax
θα πας να πάρεις
ναι εσύ είσαι τέτοιο αγόρι
που κάνει τα πάντα για μένα
εγώ η ακούνητη μουλάρα με τις τσίμπλες
εγώ θέλω να γίνω σαν εσένα αλλά είμαι κότα
η κότα που κάνει κοκο
που θέλει να σου μοιάσει
είσαι τέλειο αγόρι
να σου μοιάσω, το θέλω
να είμαστε το τέλειο αγόρι με το τέλειο κορίτσι
να έχω 32 φωνές
λες ανοιγκλείνω τα μάτια όταν πίνω νερό
γι' αυτό τσιμπλιάζουν
θέλω να είμαι μόνη όταν φυσάω τη μύτη μου
πάλι έγινε πρωί πέντεκαιπέντε
σε 4 ώρες ο οφθαλμίατρος θα μου βαζοβγάζει τζαμάκια
θα δοκιμάζει με ποιό βλέπω καθαρά
κι αν δε φταίνε τα γυαλιά που δε βλέπω καθαρά γιατρέ;
κι αν φταίει κάτι άλλο;
μόλις πέρασε από το μυαλό μου οτι το αγόρι μου
μπορεί να είναι θολό, ροχάλισες
τέτοιο αγόρι είσαι
αντιδράς και στον ύπνο σου όταν δυσπιστώ
αφήνω τα μαλλιά μου στα μαξιλάρια του καναπέ
δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
άυπνη θα πάω στον οφθαλμίατρο
θα σε ξυπνήσω να με πας τέτοιο αγόρι είσαι
στον πάγκο με τα τυριά
να κάτσεις ώρες να δοκιμάζεις με τη δική μου γλώσσα
να φαντάζεσαι ποιό θα μ' αρέσει
μου εκτυπώνεις στίχους για τη δουλειά και
το εκκαθαριστικό μου 
ανακαλύπτεις τους κρυφούς θορύβους που με τρομάζουν
κάτι ακούγεται σου έλεγα
κάνει κχ κχ κχ
κι εσύ τέτοιο αγόρι που είσαι
ο επαγγελματίας φροντιστής μου
έκλεισες όλους τους ήχους
και με απόλυτη σοβαρότητα ανακάλυψες το κχ κχ
ήταν το ανθρακικό από την greencola που πάλι δεν ήπια
και μου έδωσες το καινούργιο ποντίκι που αγόρασες
όπως μου είχες δώσει και την καινούργια βάση
τέτοιο αγόρι είσαι
κατάλαβες γιατί δεν κοιμάμαι
γιατί έπρεπε να γράψω για σένα
για το τέλειο αγόρι μου
ξέρεις οτι δε χωνεύω κανέναν
ξέρεις οτι δεν πιστεύω κανέναν
εγώ η ακούνητη μουλάρα που
με το παραμικρό κχ  μπορώ να σκεφτώ 
πως το αγόρι μου δεν είναι τέλειο
πως θα το ξετυλίξω και μέσα θα είναι σάπιο και θα βρωμάει
γιατί εγώ η ακούνητη μουλάρα
αυτά πιστεύω για τους ανθρώπους
 αν μας ξετυλίξουμε θα έχουμε μέσα κάτι κούφιο που βρωμάει
είπα θα γράψω για το αγόρι μου
και πάλι για μένα γράφω
η ακούνητη μουλάρα και το τέλειο αγόρι
αταίριαστο ακούγεται αλλά αγάπα με
τέτοια μουλάρα είμαι
και δεν κοιμάμαι