5/5-5/10=18

 

 𝒳ριστούγεννα, 07.52 κατεβαίνω από το σπίτι. Δεν υπάρχει ψυχή. Στη Mitcham Lane περνάει αυτοκίνητο κάθε 2 λεπτά, που σημαίνει ερημική ερημιά. Όλα κλειστά και βρεγμένα. Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που πάει στη δουλειά. Ξέρω οτι δεν είμαι, αλλά έτσι νοιώθω. Ξεκλειδώνω την πόρτα του πανδοχείου κι ανεβαίνω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11. Εκεί λίγο πιο μπροστά βρίσκεται η έξοδος κινδύνου που βγάζει στην ταράτσα. Βγαίνω στην ταράτσα και όλα είναι γλιτσερά και παγωμένα. Κατεβαίνω τη μεταλλική σκάλα που οδηγεί στον κήπο. Όλη αυτή η διαδρομή γιατί ο μαλάκας J. δε μου δίνει κλειδί της αυλής. Φτάνω επιτέλους στο σημείο που με φοβίζει πιο πολύ απ' όλα μου τα φοβιστικά.  Στα 19, όταν είχα διαβάσει το Die Taube είχα φοβηθεί πολύ τα περιστέρια. Αργότερα το ξέχασα. Και τώρα εδώ μπροστά στη μεταλλική μπλε πόρτα ο φόβος επιστρέφει. Κάθε πρωί στις 07.57 αναμετριέμαι μαζί του. Καθημερινά η μεταλλική μπλε πόρτα είναι ο εφιάλτης μου. Στέκεται μπροστά μου ψηλή, υγρή και τριξιάρα με την τρελή κλειδαριά της. Δεξιά μου η ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο του μποηλερ. Την ανοίγω, πάνω στο μεταλλικό κουτί βρίσκονται τα κλειδιά της μπλε πόρτας. Τα παίρνω μαζί με μια ανάσα. Και τώρα ήρθε η ώρα. Πρέπει να ξεκλειδώσω την τρελλή κλειδαριά της μπλε πόρτας. Το κλειδί μένει σταθερό, ο εξωτερικός μύλος πρέπει να γυρίσει δεξιόστροφα 4 φορές περίπου μέχρι να ακουστεί ένα ανεπαίσθητο κλικ. Τότε γυρνάω τον εξωτερικό μύλο μαζί με το κλειδί αυτή τη φορά, και η πόρτα ανοίγει τρίζοντας τόσο τρομακτικά που τα κόκκαλά μου σχεδόν ακούγονται. Έτσι ανατριχιασμένη στέκομαι πίσω της και την ανοίγω σιγά σιγά. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα από πίσω της να δω τί θα πεταχτεί. Όταν έχει περιστέρια μέσα συνήθως βγαίνουν αμέσως σαν μουρλαμένα. Βγαίνει το πρώτο, περιμένω λίγο ακόμα. Ξέρω οτι θα έχει και δεύτερο και ξέρω πως θα με παιδέψει. Το κεφάλι μου είναι κολλημένο πίσω από την πόρτα. Το σέρνω μέχρι να ξεπροβάλλει το μάτι μου. Κοιτάζω τρομαγμένη να δω που είναι το δεύτερο. Δεν βλέπω τίποτα. Κάνω θορύβους με το στόμα για να το καλέσω να βγεί έξω. Δεν ξέρω ποιοί θόρυβοι προσελκύουν τα περιστέρα, κάνω ηλίθιους ήχους, ψψ, τσσ, κκ, δεν πιάνει τίποτα. Ησυχάζω λίγο νομίζοντας πως δεν υπάρχει δεύτερο. Κι όταν πάω επιτέλους να μπω μέσα στον διάδρομο, τότε πετάγεται με ταχύτητα απογείωσης  airbus και περνάει ξυστά από πάνω μου, την ώρα που η καρδιά μου πιάνει τους 8χιλιάδες χτύπους και τα κόκκαλά μου ξανασυναρμολογούνται. Τότε κλείνω την πόρτα γρήγορα και προσπαθώ ν' ανασάνω. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου. Αυτό είναι το ξεκίνημά μου στη δουλειά. Κάθε πρωί το ίδιο άγχος, επειδή ο μαλάκας J. δεν κλείνει ποτέ την πόρτα, κι εκείνα μπαίνουν μέσα κι εγκλωβίζονται όλη τη νύχτα και λαχαίνει σε μένα να τα απεγκλωβίζω κάθε πρωί μ' αυτόν τον μαρτυρικό για τα κόκκαλά μου τρόπο. Χριστούγεννα 08.00, βρίσκομαι μέσα στον διάδρομο ήσυχη πια πως δεν θα πάω από περιστέρι. Προχωράω στο βάθος και μπαίνω στην αποθήκη αριστερά. Τραβάω το κορδόνι κι ανάβει το πνιγηρό βαβουριάρικο φως. Τζζζζγκ και τρεμοπαίζει. Μπροστά μου ένας κόκκινος κι ένα κίτρινος κουβάς. Ο κίτρινος για τις τουαλέτες, ο κόκκινος για όλον τον υπόλοιπο χώρο. Τους περνάω και τους δύο στον δεξιό βραχίονα, παίρνω τις αντίστοιχες σφουγγαρίστρες και βγαίνω πάλι στον διάδρομο. Στρίβω δεξιά αυτή τη φορά. Μπαίνω στην κουζίνα, εδώ οι θόρυβοι είναι πιο τρομακτικοί ακόμα. Ψυγεία και γκάζια και ο αέρας των τεράστιων απορροφητήρων, τα ποντίκια εγκλωβισμένα στα ενδιάμεσα κουφώματα. Ανοίγω τον διακόπτη με τον αγκώνα, διασχίζω την κουζίνα και βρίσκομαι στον χώρο σερβιρίσματος, ανοίγω το φώς με τον αγκώνα κι εκεί, διασχίζω τον χώρο κι επιτέλους φτάνω στην πίσω μεριά του μεγάλου μπαρ. Εκεί είμαι συνήθως ήσυχη. Φοράω τη νάυλον ποδιά μιας χρήσης, την περνάω από το κεφάλι, τη δένω πίσω στη μέση, φοράω τη μάσκα, τα γάντια μου και ξεκινάω να γεμίζω τους κουβάδες. Η παμπ είναι σκοτεινή. Στον πίνακα με τους χίλιους διακόπτες κι ασφάλειες, ξέρω τί πρέπει να πατήσω και τί όχι. Με τυφλό σύστημα ανοίγω όσα πρέπει. Παίρνω τον κίτρινο κουβά, μια σακούλα σκουπιδιών, τη σφουγγαρίστρα, και παραμάσχαλα, 2 καθαριστικά κι ένα χαρτί γενικής χρήσης. Μπλε κι αυτό. Οι καρέκλες ανάστατες. Συγκεκριμένες καρέκλες. Ξέρω ποιός καθόταν πού. Η καρέκλα του Michael τραβηγμένη αριστερά για να χωράει η τσάντα του, του Krystof λίγο πίσω, παραδίπλα του Graham και του Andrew, στο τέρμα του μπαρ του δεύτερου Michael, κι ενδιάμεσα η καρέκλα του  Martin. Όλες οι άλλες είναι στη θέση τους πράγμα που σημαίνει πως δεν ήταν κανείς άλλος χτες τη νύχτα εκεί. Είναι Τρίτη. Γι' αυτό αγαπώ την Τρίτη. Γιατί είναι η επόμενη της Δευτέρας και τις Δευτέρες δεν έχει κόσμο, άρα οι τουαλέτες θα είναι λογικά καθαρές. Ξεκινώ από τις μπροστινές τουαλέτες. Αν αυτές είναι καθαρές τότε οι πίσω θα είναι σίγουρα πιο καθαρές. Επιβεβαιώνομαι και παίρνω μια βαθειά ανάσα μέσα από τη μάσκα. Αν ήμουν η Iwona η βρωμιάρα θα μπορούσα να μην κάνω τίποτα. Όμως εγώ δεν είμαι βρωμιάρα. Παστρικώνομαι ό,που και να είμαι. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα. Χριστούγεννα 08.15 έχω καθαρίσει ήδη τις μπροστινές τουαλέτες. Κουβαλώντας όλα τα απαραίτητα κατευθύνομαι στις πίσω. Η απόσταση είναι μεγάλη. Η παμπ είναι 300 τ.μ. Σε λίγο θα πρέπει να τη σκουπίσω και να τη σφουγγαρίσω όλη. Τα χέρια μου δεν έχουν μουδιάσει ακόμα. Ανοίγω την πόρτα της πίσω τουαλέτας με τη σιγουριά οτι θα είναι όλα καθαρά κι εδώ. Μπαίνω στην πρώτη ναι ναι καθαρή, αχρησιμοποίητη, το μπλε υγρό που είχα ρίξει χτες είναι ακόμα εκεί. Ανοίγω τη δεύτερη πόρτα, το ίδιο, η τρίτη το ίδιο, νοιώθω ευτυχία και αμέσως δυστυχία, κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη και  με λυπάμαι. Είναι Χριστούγεννα 08.18 κι εγώ νοιώθω ευτυχία γιατί δεν υπάρχουν σκατά να καθαρίσω. Αυτού του είδους η ευτυχία είναι δυστυχία. Κι εγώ είμαι μικροευτυχισμένη μέσα στη μεγαλοδυστυχία μου κι ο καθρέφτης μου το επιβεβαιώνει. Φαίνονται μόνο τα μάτια μου, είναι κουρασμένα. δυστυχισμένα και καθόλου χριστουγεννιάτικα. Δεν έχω χρόνο για ευτυχοδυστυχίες. Ψεκάζω τις τουαλέτες, τις καθαρίζω με το χοντρό μπλε χαρτί γενικής χρήσης, τραβάω τα καζανάκια ρίχνω το δεύτερο φάρμακο, τρίβω τους καθρέφτες, τις βρύσες, τους νεροχύτες, τις πόρτες, τα γυαλίζω όλα κι εδώ. Τουαλέτες τέλος. Χριστούγεννα 08.31. Έχω ήδη ιδρώσει. Ξέρω πως δε χρειάζεται να σκουπίσω παντού. Μόνο το σημείο που κάθεται ο Michael, που σίγουρα θα έχει πέσει καπνός, αα ίσως και η μεριά του  Graham να έχει λίγα ψίχουλα αν έφερε τα κράκερ μαζί του. Επιβεβαιώνομαι και πάλι. Όλα τα σημεία είναι όπως τα άφησα χτες καθαρά εκτός απο κείνα που ήξερα πως δε θα είναι. Σκουπίζω τα δυο μικρά σημεία, τρέχω αφήνω τη σκούπα και ξεκινάω με τον κόκκινο κουβά το σφουγγάρισμα. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να μουδιάζουν. Η σφουγγαρίστα είναι οικιακής χρήσης κι όχι επαγγελματική, που σημαίνει μικρή. Μια μικρή τόση δα ξεμαλλιασμένη σφουγγαρίστρα για 300 τετραγωνικά. Είναι  δολοφονία του καρπιαίου σωλήνα μου. Το O.C.D μου δε με αφήνει να ξεκινήσω απ' οποιόδηποτε σημείο. Πρέπει να ξεκινήσω από εκεί που τα πλακάκια σχηματίζουν τα τετράγωνα. Κάθε τετράγωνο έχει 16 πλακάκια. Γύρω γύρω ξύλο. Πρέπει να σφουγγαρίσω πρώτα το εξωτερικό ξύλο και μετά τα 16 εσωτερικά πλακάκια. Μόνο έτσι μπορώ να καθαρίσω. Αν βγώ παραέξω από την ξύλινη γραμμή μπορεί να αρρωστήσω. Η διαδικασία σφουγγαρίσματος μοιάζει ατελείωτη. Στα πρώτα δέκα λεπτά τα δάχτυλά μου είναι ήδη μουδιασμένα κρατάω τη σφουγγαρίστρα με τις παλάμες, τα δάχτυλα δε νοιώθουν τίποτα. Είμαι γρήγορη, είμαι εξαιρετικά γρήγορη, δεν αφήνω ούτε χιλιοστό ασφουγγάριστο. Είμαι η βασίλισσα του multitasking, φέρνω τις καρέκλες στη θέση τους με τα πόδια, ενώ παράλληλα σφουγγαρίζω όπως καμιά στον κόσμο. Χριστούγεννα 09.05, έχω γυαλίσει μπαρ, τραπέζια, τουαλέτες και 300τ.μ πάτωμα. Κανείς άλλος στον κόσμο δεν το κάνει αυτό. Ξέρω πως δεν είναι έτσι αλλά  εγώ έτσι νοιώθω. Σειρά έχει ο κήπος. Όλα τα δέντρα του Λονδίνου πάντοτε θαλλούν, εκτός από τα δέντρα στον κήπο που πρέπει να σκουπίσω. Είμαι γρήγορη, έχω σύστημα, σκουπίζω τα φύλλα κι ας φυσάει, είμαι πιο γρήγορη από τον λονδινικό αέρα, τα χώνω όλα μέσα στη μαύρη σακούλα, τη δένω σφιχτά, τρέχω στους κάδους, την πετάω, βγάζω τα γάντια, την ποδιά, τα πετάω, τρέχω μέσα, πλένω χέρια, ξαναβγαίνω στον κήπο κλείνοντας την μεταλλική μπλε πόρτα. Επιστρέφω τα κλειδιά στο δωμάτιο του μπόηλερ, κλείνω την ξύλινη πόρτα. Χριστούγεννα 09.31, έχω τελειώσει τα πάντα. Κάθομαι στο παγκάκι του κήπου, μου μένουν 27 λεπτά μέχρι να ξεκινήσω να ανεβαίνω στο πανδοχείο. Βγάζω τον καπνό μου, στρίβω τσιγάρο, καπνίζω, έχω χρόνο και για δεύτερο, πίνω νερό, πολύ νερό, πίνω άπειρο νερό και καπνίζω, δροσίζομαι και πικραίνομαι, κρυώνω, φυσάει, τα δάχτυλά μου παγώνουν, φυσάω τον καπνό κι ο αέρας τον επιστρέφει στα μούτρα μου, ο μαλάκας J. κατεβαίνει την εξωτερική μεταλλική σκάλα, με καλημερίζει, με μερικριστμαστιάζει, κοιτάει το ρολόι του, πάντα του κάνει εντύπωση που έχω τελειώσει τα πάντα τόσο νωρίς, είμαι σίγουρη πως σκέφτεται γιατί να πληρώνομαι για 2 ώρες αφού τελειώνω στη μιάμιση, τον κοιτάω με ύφος -να πάρεις την  Iwona τη βρωμιάρα μαλάκα  που δεν της φτάνουν ούτε τρείς ώρες και κάνει και προχειροδουλειά- ανοίγει την ξύλινη πόρτα του μπόηλερ, παίρνει τα κλειδιά της μεταλλικής μπλε πόρτας, την ανοίγει άφοβα, κουλ και στα σκατοπαπάρια του, τί να φοβηθεί αφού τα έκανα όλα εγώ, - hey J. 2 pigeons this morning, -Heh, μπαίνει μέσα κι αφήνει πάλι την πόρτα ανοιχτή. Χεχ ο σκατομαλάκας, χεχ που εχω τραβάω τον καθημερινό τρομοδιάβολο, χεχ και η πόρτα ανοιχτή. Το πιο απλό πράγμα για 'κείνον, είναι ο απόλυτος εφιάλτης για μένα. Χριστούγεννα 09.58, ανεβαινω την εξωτερική μεταλλική σκάλα για την ταράτσα, ανοίγω την πόρτα εξόδου κινδύνου, μπαίνω στον μεγάλο προθάλαμο, προχωράω στον διάδρομο που βρίσκεται το δωμάτιο 11, στρίβω, κατεβαίνω στο ισόγειο. Ώρα ν' αρχίσει η δουλειά. Πόσα δωμάτια σήμερα; η ρεσεψωνάρα απαντά -μμμ εεε έχει αρκετή δουλειά, 8 δωμάτια, ααα και είναι Τρίτη, έρχονται τα σεντόνια, πρέπει να τα ανεβάσεις όλα στον τρίτο και να τα τακτοποιήσεις. Γι' αυτό σιχαίνομαι την Τρίτη. Γιατί έρχονται τα σεντόνια...

1855


ΠΡΑΓΜΑΤΑ
τα πράγματα δεν είναι κακά
δεν ήταν ποτέ κακά
τα πράγματα είναι πολλά
τα πράγματα είναι μαλακά
τα πράγματα είναι σκληρά
έτσι μου έρχεται να κάνω μια βουτιά στα πράγματα
να πέσω με το κεφάλι
να χτυπήσω με το σαγόνι στο κομοδίνο
να μου γδάρει το μάτι ένα λαμπατέρ
να παραδοθώ στα πράγματα
Ρ-Κ Α, Χ .Κ

а.д.жё~8

Χρειάστηκε να βγάλω φωτογραφία διαβατηρίου  για να ανακαλύψω πως η χωρίστρα μου έπρεπε να βρίσκεται ενάμιση χιλιοστό πιο αριστερά, χρειάστηκαν 6 χρόνια από το προηγούμενο διαβατήριο για να καταλάβω πως η χωρίστρα μου δεν ήταν ακριβώς στο κέντρο και συγκλονίστηκα. Σήκωσα με προσοχή την κοτρώνα που συγκρατεί την πόρτα της κάμαρας που κοιμόμαστε και παραλίγο να πέσει πάνω στο πόδι μου και φαντάζεσαι τί θα πάθαιναν τα δάχτυλά μου αν έπεφτε, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή  γλίτωσα και την άφησα πάνω στη συρταριέρα κι έκανε θόρυβο και μακάρι να μην ξύπνησες, γιατί τί μου φταίς που ξύπνησα νύχτα κι ήθελα να φτιάξω νυχτοπρωινό και καφέ. Ήταν τόσο σκοτεινή η αυλή που φοβήθηκα ν' ανοίξω το παντζούρι της κουζίνας, όμως το άνοιξα κι η ομίχλη μπήκε μέσα στο σπίτι και θόλωσαν όλα κι είναι κρίμα να ξεκινά μια μέρα έτσι με τόσο ενδιαφέρουσα αχνάδα και να καταλήγει βαρετή ηλιασμένη με αδιάφορη θερμοκρασία. 14 βαθμοί, τόσο αδιάφορο, τόσο πολύ αδιάφορο νούμερο που σε κάνει να μη θέλεις να βγείς από το σπίτι γιατί νοιώθεις αμήχανα με τόση αδιαφορία. Γράφω πριν ξεκινήσει η μεγάλη αδιαφορία, όσο έχει ομίχλη θα γράφω, μόλις καθαρίσει το τοπίο θα πάψω, τέτοια ήταν η συμφωνία που έγινε μέσα μου μόνη της όσο ετοίμαζα αυγό, και τώρα προφταίνω δεν προφταίνω. Τα λίγο πιο παλιά χρόνια από τώρα έγραφα στην κουζίνα, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια έγραφα και με ήλιο, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια δεν έλεγα τη λέξη δυστυχία τώρα τόλμησα και την είπα η μαλακισμένη και την είπα σε σένα, σε ποιον! σε σένα! τέτοια είμαι ναι, σε κοίταξα και σου είπα είμαι δυστυχισμένη κι εσύ κοιτούσες με 'κεινα τα μάτια που έχεις που κοιτάνε έτσι γιατί έχουν κι εκείνο το απο πάνω που τα σκεπάζει δεν ξέρω πώς το λένε που είναι το πιο ωραίο σκέπαστρο ματιών που  έχω δεί, τα δικά μου είναι ξεσκέπαστα, και στο είπα και μετά έκλαιγα μέχρι το στομάχι, εσύ μόνο κοιτούσες, μετά σταμάτησα τα κλάμματα, δεν υπάρχει εξήγηση για τέτοιες λέξεις, είπα τη λέξη δυστυχία πάει και τελείωσε, κατάφερα να την πω, και πέρασαν 3 μήνες από τότε αλλά εγώ ακόμα το θυμάμαι, όπως θυμάμαι και πώς κοίταξες και θυμάμαι και το σκέπαστρο, όλα τα θυμάμαι και η δυστυχία μου είναι το τρίπτυχο αυπνία-διάρροια-φαγούρα και έστω υπάρχει το  bilaz για να αντέχω τη φαγούρα, τα άλλα δύο δεν ξέρω τί να τα κάνω. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που μου λείπει ο Νοέμβρης στο νοσοκομείο, τα λιγοστά τσιγάρα κάτω από το πεύκο, οι μεταμεσονύκτιες βόλτες στον διάδρομο του θαλάμου, οι παντόφλες μου πάνω στα 62 πλαστικά πλακάκια, 62 κι 62 κι 62 πόσες φορές πάνω κάτω, δεν κάθομαι ποτέ στον κώλο μου κι οι νοσοκόμες ξέρουν και καταλαβαίνουν οτι είμαι απ' αυτές που δεν κάθονται στον κώλο τους και δε με μαλώνουν πολύ που ποτέ δε με βρίσκουν, ναι πρέπει να πω πως οι νοσοκόμες στο θεαγένειο είναι οι καλύτερες του κόσμου, πουθενά σε κανένα νοσοκομείο δεν έχει τόσο καλές νοσοκόμες που καταλαβαίνουν κι αυτούς που δεν κάθονται στον κώλο τους, γιατί ξέρουν πως θέλεις μισή ώρα ν' ανέβεις στον 8ο γιατί έχει μόνο ένα μαλακισμένο ασανσέρι και πάντα περιμένουν εκεί 34793265 άνθρωποι αλλά δίπλα έχει κι ένα άλλο που είναι μόνο για ασθενείς κι εγώ μόνο μία φορά το χρησιμοποίησα γιατί με μάλωσε η νοσοκόμα λίγο και βρήκα τη δικαιολογία με τους 34793265 ανθρώπους  που περίμεναν και μου είπε  οτι έχω προτεραιότητα και να λέω σε όλους πως πρέπει να περάσω πρώτη ή καλύτερα να παίρνω το διπλανό που είναι για ασθενείς και πήγα με καμάρι, επιδεικνύοντας τις γάζες και τον ορό σε όλους τους 34793265 και είπα κάντε πέρα και μπήκα πρώτη πρώτη στην απαγορευμένη γι' αυτούς πόρτα κι ευχαριστιόμουν μέσα μου κι ας είχα γάζες και ορό, γιατί δεν θα υπήρχε περίπτωση να ζητήσω να με λυπηθούν και να με αφήσουν να περάσω πρώτη, το σιχαίνομαι αυτό, το σιχαινόμουν από μικρή, κάθε μορφή λύπησης και κλάψας και σιχαίνομαι που έτσι μεγαλώνουμε, γιατί όχι δεν είναι σεβασμός, είναι λύπηση και κλαψομουνιά, μέχρι και τα παιδικά παιχνίδια είναι κλαψομουνιά γι' αυτό δεν έπαιξα ποτέ εκείνο που λέει η μικρή ελένη κάθεται και κλαίει γιατί από μικρή νευριαζόμουν μ' αυτό το βλαμμένο την ελένη που κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της, και σκεφτόμουν πόσο ηλίθιο μαμόθρεφτο να κάθεται και να κλαίει, και μετά το τραγούδι λέει σήκω επάνω και σκούπισε τα μάτια σου και δες τον ήλιο και κάτι τέτοια αηδιαστικά αντί να λέει σήκω επάνω και δώσε κλωτσιές στο μουνί κάθε φιλενάδας, όλα λάθος από την αρχή όλα λάθος τα μαθαίνουμε, μην αναρωτιέσαι για το τρίπτυχο λοιπόν, από τη σιχαμάρα μου για την κλάψα είναι, προλαβαίνει το σώμα να κλαφτεί γιατί ο εγκέφαλος δεν αντέχει την ιδέα. Έχω έναν φόβο για εκείνη την ημερομηνία 5 μαΐου. Ποιό όργανο απ' όλα να αντέξει τέτοια μέρα, το σκυλί λες και νοιώθει οτι θα φύγω έχει πάθει στενό έρωτα, δεν ξεκολλάει από το σπίτι, δεν αντέχει ούτε όταν φεύγω για μερικές ώρες, της εξηγώ κάθε μέρα αλλά δεν δείχνει να καταλαβαίνει, κατα τ΄άλλα αν ρωτάς  τα ίδια. Συνεχίζω να σου φέρομαι σκατά, να σιχαίνομαι όλους τους ανθρώπους, να βαριέμαι κάθε είδους επαφή μαζί τους, να θέλω να σώσω όλα τα ζώα, να διαβάζω για τα αρμαντίλλο και να συναρπάζομαι, να προσπαθώ να ξυριστώ εκεί που είναι η τομή και να τρομάζω γιατί είναι μουδιασμένο το σημείο και είναι τρομακτικό να ακουμπάς ένα ξυράφι σε ένα σημείο που δε νοιώθει, ααα και αυπνία, διάρροια και φαγούρα.

kg.ks-4?

Αγαπάω ωραία, ράβω με υπομονή, κλαίω με μύξες, σιχαίνομαι δυνατά και για πάντα, πνίγομαι από άγχος, θέλω να δω μερικές χώρες πριν με βρεί ο πνιγηρός θάνατος, το χιόνι μου είναι πιο απαραίτητο από τον ήλιο, όλους εσάς που αγαπάω να ξέρετε θα σας έχω καλά, όλους όλους, κανείς δε θα μου πάθει τίποτα, και θα σας πάω περιπάτους σε βρετανικά κοιμητήρια, όλους εσάς που σιχαίνομαι και βαριέμαι, να ξέρετε θα σας βαριέμαι για πάντα και δεν θα έκανα ποτέ ούτε μισό βήμα μαζί σας.

29/7/1919

Ὀρυχεῖο
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ

φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι

p.dt.f78


'𝓞χι, εγώ θα σου πω για τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι σπουδή, όχι δεν ξέρει ο καθένας, όσοι έχουμε περάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μας σ' αυτά, εμείς ξέρουμε. Τα νοσοκομεία είναι όμορφα επειδή είναι τρομακτικά, κι είναι τρομακτικά επειδή διανυκτερεύουν  όπως και να 'χει. Ο,τι διανυκτερεύει είναι όμορφο, ναι και τρομακτικό. Το πρώτο ραντεβού κλείστηκε στο Παπαγεωργίου 13/6, το μυαλό μου χοροπήδησε βλαμμένα γιατί είναι μεγάλη μέρα η 13 του 6ου. Γεννήθηκε ο ποιητής της Λισαβόνας κι εγώ είπαέλεγαλέω μέσα μου σημαντική μέρα. Οι παπαγεωργιανοί το ακύρωσαν το ραντεβού, στ' αρχίδια τους αν περίμενα εναμιση μήνα, στ' αρχιδια τους ο ποιητής της Λισαβόνας. Το δεύτερο κλείστηκε δυο μέρες μετά στο θεαγένειο, βλακεία όνομα, βλακεία κι ο τίτλος που το συνοδευει. Αντικαρκινικό νοσοκομείο, λες και τ' αλλα είναι καρκινικά. θεαγένειο, λέω τη λέξη από μέσα μου χίλιες φορές και γελάω και νευριάζομαι, πόσο γελοίο όνομα, πόσο πόσο. Περίμενα 40 λεπτά  στο αντικαρκινικό ταμείο να πληρώσω τα αντικαρκινικά 60 ευρώ για το αντικαρκινικό απογευματινό μου ραντεβού, κι εκεί που όλα ήταν αντικαρκινικά, νά σου το καρκινικό μωσαϊκό. Κόλλησα τα μάτια μου στο πάτωμα. Ήταν γεμάτο κακοφορμισμένα καρκινικά πόδια. Ο καιρός καρκινικά ζεστός, τέτοιος που τους κάνει όλους καρκινοπαθείς κι αντικαρκινοπαθείς να φοράνε ανοιχτά παπούτσια. Ξέχασα πόσα άσχημα πόδια είδα. Θυμήθηκα εσένα που από την πρώτη νύχτα γέμισες παίνια τα πόδια μου, και τί ωραία ποδαράκια, και τί ωραία δαχτυλάκια, τα ωραία μου δαχτυλάκια κλεισμένα μέσα στα μαύρα παπούτσια απορούσαν. Το αντικαρκινικό μου κεφάλι κλεισμένο μέσα στις μαύρες μου σκέψεις απορούσε. Όλοι εμείς που είμαστε εδώ είμαστε καρκινοπαθείς ή αντικαρκινοπαθείς; Δεν θα ήθελα ποτέ να δω τα πόδια μου με φόντο το καρκινικό μωσαϊκό. Η μαμά βιάζεται, της έχω πεί να μην μπεί μαζί μου στον γιατρό, τελικά τελευταία στιγμή κάνει τα μαγικά της και μπαίνει. Της τη σκάω γιατί μπαίνω σε πιομέσα δωμάτιο να εξεταστώ, αχνοακούω τη φωνή της που μιλάει στη νοσοκόμα, αχνοακούω κι ένα γέλιο. Πότε πρόλαβε να πεί αστέιο, ο γιατρός μου πατάει το αριστερό βυζί, το ονομάζει μαστό και θέλω να τον ρωτήσω, αλήθεια η πρώτη λέξη που σου 'ρχεται στο μυαλό είναι μαστός; Μου εξηγεί την πιθανότητα του να έχω τρίτο βυζί,του λέω πως πονάω δε μπορώ να βάλω σουτιέν, μου ξαναεξηγεί, του λέω κοίτα να δείς έχω τρία βυζιά κι όμως δε μπορώ να βάλω ένα σουτιέν, θέλει να γελάσει λίγο αλλά δεν το κάνει, βγαίνουμε έξω, η μαμά με τη νοσοκόμα έχουν γίνει φίλες, η νοσοκόμα είναι απο 'κείνες που σίγουρα διαβάζουν γυναικεία λογοτεχνία. Οι γυναίκες συγγραφείς μου προκαλούσαν πάντα μουνοφαγούρα. Τα ονόματά τους, η θεματολογία τους, είναι αργά νοιώθω κόπωση αλλά δε νυστάζω, η μαμά κατεβαίνει τη σκάλα, ξύπνησε, εγώ σχόλασα κι εκείνη πιάνει δουλειά σε λίγο. Τα ωράρια μας είναι ανάποδα, όλα μας είναι ανάποδα. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που κανείς δεν άγγιζε κανέναν. Δεν το είχαμε με τα χάδια και τις αγκαλιές. Πρωτοχρονιά κι ανάσταση, γενέθλια και γιορτές φιλί στο μάγουλο, άβολο και βιαστικό, δε θυμάμαι να έκλαψα ποτέ στον ώμο της μαμάς, δε θυμάμαι να έκλαψε ποτέ κανείς στον ώμο μου. Μικρή πριν πέσω για ύπνο, μετά το  ψυχαναγκαστικό βούρτσισμα των δοντιών, θυμάμαι να πηγαίνω να λέω: καληνύχτα μαμά ( φιλί), καληνύχτα μπαμπά ( φιλί) , μετά είπα μέσα μου, σπουδαίο πράμα κάνεις χαζή και το 'κοψα. Η μαμά τώρα τελευταία έχει γίνει πιαστικιά, με πιάνει, με χαϊδεύει όσο δε με χάιδεψε παιδί, με φιλάει, προσπαθώ να νοιώσω τα φιλιά της, το σώμα μου κάνει τακ τακ τακ να φύγει, κοκκαλώνω μπροστά στις εκδηλώσεις αγάπης, κοκκαλώνω παγοκωλωνικά, όπως το σκυλί όταν το βάζω στη μπανιέρα. Δέχομαι τα φιλιά σαν άγαλμα. αντιθέτως λέω στη μαμά ρε μαλάκα και νοιώθω ζέστη, πρώτη εκείνη το είπε, τώρα το λέω κι εγώ. Στο νοσοκομείο με τη μαμά γινόμαστε άλλες, ίσως μας πιάνει αντικαρκινισμός, ακούω τις πισινές να κράζουν την ελλαδίλα, μία απ' όλες λέει τη λέξη πατρίδα, την ακούω και νοιώθω πως είναι άγνωστη λέξη, έφτασα τα 40 και τη λέξη πατρίδα δεν την έχω πεί ποτέ. Καλοκαίριασε, το σκυλί μουρλαίνεται στο μπες-βγες. Μέσα για δέκα λεπτά, μετά έξω, μετά πάλι μέσα, πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις, είναι δίπλα στην εξώπορτα και σε κάθε ευκαιρία περιμένει να μπεί ή να βγεί, την ονομάζω εξωπορτονούστρια, πρωινές μαλακισμένες σκέψεις, αν είχα μεγαλώσει σε άλλη χώρα θα έλεγα πατρίδα; οι φίλοι μου οι πορτογάλοι το λένε με μια όμορφη αγάπη και γι αυτούς σημαίνει κάτι άλλο η λέξη, τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι χαρούμενοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι θλιμμένοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Νυχτώνει και μαζεύονται να δουν Πόρτι-Σπόρτι. Ο Ζοάο φτιάχνει τα πιο νόστιμα ποτά για 3 ευρώ. Έχουν για ποιητή εσένα. Τους ζηλεύω πολύ. Αν είχαν ένα αντικαρκινικό που το έλεγαν Θεαγένειο στα πορτογαλικά, δε θα γελούσαν ούτε θα το κορόιδευαν. Τους ζηλεύω για πάντα. Άκου λέει θεαγένειο στα πορτογαλικά... nascido de Deus...




k.e

Last night I dreamed that I was dreaming of you
And from a window across the lawn I watched you undress
Wearing your sunset of purple tightly woven around your hair
That rose in strangled ebony curls
Moving in a yellow bedroom light
The air is wet with sound
The faraway yelping of a wounded dog
And the ground is drinking a slow faucet leak
Your house is so soft and fading as it soaks the black summer heat
A light goes on and the door opens
And a yellow cat runs out on the stream of hall light and into the yard
A wooden cherry scent is faintly breathing the air
I hear your champagne laugh
You wear two lavender orchids
One in your hair and one on your hip
A string of yellow carnival lights comes on with the dusk
Circling the lake with a slowly dipping halo
And I hear a banjo tango
And you dance into the shadow of a black poplar tree
And I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared...

0-iZm

χω ταλέντο να ξερνάω με την 

ανθρωποσύνη όσο κανείς άλλος. 

Την αποβάλλω από μέσα μου 

με χίλιους τρόπους.

Είναι μια σιχαμερή διάρροια 

που τρέχει σαν κωλόνερο κι

αν ήμουν θεός και υπήρχα,

 θα έριχνα παχύ σπέρμα

στους ανθρωπίσκους,

 να κολλήσουν τα μάτια τους 

αφού δε βλέπουν έτσι κι αλλιώς. 

Να στουμπώσουν τ' αυτιά τους 

αφού δεν ακούνε έτσι κι αλλιώς. 

Να πνιγούν αφού δεν αναπνέουν έτσι κι αλλιώς.

 Αυτό θα ήταν το τέλος του πιο βλαμμένου, 

ανήμπορου, άχρηστου και χαλασμένου είδους που υπήρξε ποτέ.

πνα/τκ/πνγ80


 Στον Ι. και την Δ.


Δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
θέλω να γράφω για σένα
τα μάτια μου τσιμπλιάζουν
σε θέλω με τα μάτια μου
με το ζεστό μου σώμα
ο επιχείλιος γαμάει τα φιλιά μας
καλά που δεν έχω επιμουνοχείλιο
θα καταστρεφόταν η ζωή μας
δεν κοιμάμαι
θέλω να γράφω για σένα
ή για την αγάπη
ή για την ιδιοκτησία
ή για τη ζήλια την κωλοβλαμμένη
τα μαλλιά μου πέφτουν στα μαξιλάρια του καναπέ
κοιμάσαι μέσα
θα έρθω λίγο στη μεριά σου να ζεσταθώ
μετά θα πάω στη μεριά μου
όταν είμαι στα τέσσερα
θέλεις τόσο να μου τον βάλεις
δε σε νοιάζει πού
τον βάζεις κι ας μπεί ό,που θέλει
πονάω
τσούζει την άλλη μέρα
βάζω παγωμένο νερό
κι ανατριχιάζουν όλα τα σημεία μου
κι εκείνα με το χνούδι
δεν κοιμάμαι
σε θέλω απ αυτό το δωμάτιο, στο μέσα δωμάτιο
ο οφθαλμίατρος θα δεί οτι δε βλέπω
και θα πεί έχεις τσίμπλες μωρή
θα παίξουμε το τζόκερ του μάρτη
δεν κερδίσαμε
ούτε τώρα θα κερδίσουμε
γι' αυτό θα δουλεύω τις νύχτες
θα σου λείπω αφόρητα
δεν μπορείς χωρίς εμένα
ούτε εγώ μπορώ
θα με πας στον οφθαλμίατρο
παντού με πηγαίνεις
δε σε νοιάζει
θα με πάρεις τηλέφωνο όταν σχολάς
θα με πάρεις πάντα να με ρωτήσεις αν θέλω κάτι να φέρεις
ναι θέλω μπαταρίες για την οδοντόβουρτσα
θέλω zovirax
θα πας να πάρεις
ναι εσύ είσαι τέτοιο αγόρι
που κάνει τα πάντα για μένα
εγώ η ακούνητη μουλάρα με τις τσίμπλες
εγώ θέλω να γίνω σαν εσένα αλλά είμαι κότα
η κότα που κάνει κοκο
που θέλει να σου μοιάσει
είσαι τέλειο αγόρι
να σου μοιάσω, το θέλω
να είμαστε το τέλειο αγόρι με το τέλειο κορίτσι
να έχω 32 φωνές
λες ανοιγκλείνω τα μάτια όταν πίνω νερό
γι' αυτό τσιμπλιάζουν
θέλω να είμαι μόνη όταν φυσάω τη μύτη μου
πάλι έγινε πρωί πέντεκαιπέντε
σε 4 ώρες ο οφθαλμίατρος θα μου βαζοβγάζει τζαμάκια
θα δοκιμάζει με ποιό βλέπω καθαρά
κι αν δε φταίνε τα γυαλιά που δε βλέπω καθαρά γιατρέ;
κι αν φταίει κάτι άλλο;
μόλις πέρασε από το μυαλό μου οτι το αγόρι μου
μπορεί να είναι θολό, ροχάλισες
τέτοιο αγόρι είσαι
αντιδράς και στον ύπνο σου όταν δυσπιστώ
αφήνω τα μαλλιά μου στα μαξιλάρια του καναπέ
δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
άυπνη θα πάω στον οφθαλμίατρο
θα σε ξυπνήσω να με πας τέτοιο αγόρι είσαι
στον πάγκο με τα τυριά
να κάτσεις ώρες να δοκιμάζεις με τη δική μου γλώσσα
να φαντάζεσαι ποιό θα μ' αρέσει
μου εκτυπώνεις στίχους για τη δουλειά και
το εκκαθαριστικό μου 
ανακαλύπτεις τους κρυφούς θορύβους που με τρομάζουν
κάτι ακούγεται σου έλεγα
κάνει κχ κχ κχ
κι εσύ τέτοιο αγόρι που είσαι
ο επαγγελματίας φροντιστής μου
έκλεισες όλους τους ήχους
και με απόλυτη σοβαρότητα ανακάλυψες το κχ κχ
ήταν το ανθρακικό από την greencola που πάλι δεν ήπια
και μου έδωσες το καινούργιο ποντίκι που αγόρασες
όπως μου είχες δώσει και την καινούργια βάση
τέτοιο αγόρι είσαι
κατάλαβες γιατί δεν κοιμάμαι
γιατί έπρεπε να γράψω για σένα
για το τέλειο αγόρι μου
ξέρεις οτι δε χωνεύω κανέναν
ξέρεις οτι δεν πιστεύω κανέναν
εγώ η ακούνητη μουλάρα που
με το παραμικρό κχ  μπορώ να σκεφτώ 
πως το αγόρι μου δεν είναι τέλειο
πως θα το ξετυλίξω και μέσα θα είναι σάπιο και θα βρωμάει
γιατί εγώ η ακούνητη μουλάρα
αυτά πιστεύω για τους ανθρώπους
 αν μας ξετυλίξουμε θα έχουμε μέσα κάτι κούφιο που βρωμάει
είπα θα γράψω για το αγόρι μου
και πάλι για μένα γράφω
η ακούνητη μουλάρα και το τέλειο αγόρι
αταίριαστο ακούγεται αλλά αγάπα με
τέτοια μουλάρα είμαι
και δεν κοιμάμαι

 

 
 
 





m/p/d/t/t/k 78

Τελευταία το τρίτο έχει περισσότερες ομιλίες από μουσική. Με νευριάζει αυτό. Ειδικά όταν ξυπνάω. Ποιός θέλει ν' ακούει ανθρώπους να μιλάνε όταν ξυπνάει, κανείς. Πίνω τον βραδυνό καφέ το πρωί, κι είναι πια τέτοια η ζωή μου που βλέπω περισσότερους ανθρώπους απ' όσο αντέχω. Προχτές κόλλησε στη μύτη μου μια βρωμερή μυρωδιά ανθρώπου, ήθελα να ξεράσω στη δουλειά, γύρισα σπίτι έβγαλα όλα όσα φορούσα και τα έχωσα στο πλυντήριο, αν μπορούσα θα έμπαινα κι εγώ, η μαμά είναι χαλαρή πια σχεδόν με όλα, της έχω πεί από τότε που διέλυσα το πόδι μου να προσέχει όταν κατεβαίνει τη σκάλα, με γράφει κανονικά και κατεβαίνει σα θεόμουρλη, απορώ που δε φοβάται, εγώ κατεβαίνω σα χεσμένη πάπια αλλά τουλάχιστον δε φοβάμαι τους σεισμούς. Εκείνη χέζεται πάνω της, ζεί με το σύνδρομο του '78. Όλο περιμένει έναν μεγάλο σεισμό, τη θυμάμαι απο το 1995 να λέει πέρασαν  σχεδόν 20 χρόνια και κάθε  σχεδόν 20 χρόνια γίνεται ένας μεγάλος, κι όταν ο μεγάλος δεν έγινε, ξανάλεγε τα ίδια το 1996 και μετά το 1997 και μετά το 1998 και τελικά ήρθε το 1999 που  ο μπαμπάς ξαναχαρακώθηκε και ξέχασε και σεισμούς και τυφώνες και τσουνάμια γιατί το τελευταίο που την ένοιαζε ήταν οι φυσικές καταστροφές όταν η αυτοκαταστροφή ζούσε και κοιμόταν δίπλα της. Εγώ κοιμόμουν στο δίπλα δωμάτιο αλλά πήρα λίγη από την αυτοκαταστροφή του μπαμπά, δε χαρακώθηκα ποτέ αλλά την έστειλα στα συκώτια και στα νεφρά και στα άλλα όργανα. Τελειώνει ο χρόνος και αυτοανακηρύσσομαι μίς στεναχώρια-διάρροια για το 2016, το στομάχι και το έντερο ξέρουν πριν απο μένα οτι θα στεναχωρηθώ-αγχωθώ-πλαντάξω ... ο  ύπνος είναι ο χειρότερος εφιάλτης, προσπαθώ να θυμηθώ πότε κοιμήθηκα κανονικά, ολόκληρα, χωρίς σκατόνειρο, χωρίς κάτι να πονάει, χωρίς να μουδιάζουν τα χέρια, ο αυχένας αα ο αυχένας αυτό το ηλίθιο σημείο, πόσο χαλασμένο, τον αλείφω με roiplon κάθε δυό μέρες, η υγεία μου μοιάζει με το  skoda σου, που όλο φοβάσαι οτι θα σ' αφήσει, που λες δεν αξίζει να του ρίξω άλλα λεφτά, μα που δεν έχεις άλλη επιλογή, το συντηρείς όσο γίνεται και λες όσο με βγάλει. Έτσι νοιώθω, όσο με βγάλει το πόδι, όσο με βγάλουν τα κουλά χέρια, ο ανάποδος αυχένας, οι παραμορφωμένες ωοθήκες, κι όλα τ' άλλα που δυσλειτουγούν, έχω πέντε ραντεβούδια σε γιατρούς  που όλο αναβάλω, είμαι η βασίλισσα της αναβολής, αγαπώ το χρυσό αγόρι που πάει στο ποσείδι τετάρτη 14 δεκέμβρη, περιμένω να ξυπνήσεις να μου φτιάξεις κανονικό πρωινό καφέ στο φλυτζάνι του μήνα, δε μπορώ να πιω σε κανένα άλλο αυτόν τον καιρό, μοιάζω με το σκυλί που τρώει κολλήματα και δυο μέρες τώρα θέλει να κοιμάται αλλού, έτσι χωρίς λόγο δε μπορεί άλλο στη θέση της,  σήμερα της μετέφερα το κρεββάτι της δίπλα μου, κάθομαι στο σημείο που αγαπάς και γράφω, αν μ' έβλεπες θα έκανες εκείνο το προςταμέσα -ηη που κάνεις, το ίδιο που κάνεις οταν κάνω μια κίνηση και φαίνεται η ρώγα μου ή όταν σκύβω και βλέπεις τον κώλο μου. Το στρογγυλό τραπέζι έχει πάλι χιόνι. Πριν δυό ώρες είχε περισσότερο, τώρα αρχίζει και λιώνει στις άκρες, σαν κέηκ που ψήνεται και ξεκολλάει από τα τοιχώματα του ταψιού. Το καινούργιο πληκτρολόγιο είναι μούρλια, αρκεί να έχεις να γράψεις κάτι που μπορεί να σε μουρλάνει. Ακουμπάω τα δάχτυλά μου πάνω του, τα σέρνω απαλά, το σκυλί είναι δίπλα μου και κοιμάται, ακούω την ανάσα της και ησυχάζω, σκέφτομαι τη ζωή μου χωρίς αυτήν την ανάσα και με πιάνει τρόμος.  Η μαμά κάνει σαν παιδί με τα χιόνια, τόσο που με συγκινεί. Κι εγώ ήθελα να ξαπλώσω πάνω το παχύ στρώμα χιονού, αλλά δε μ'αφησες να το κάνω στον δρόμο γιατί ήταν βρώμικα είπες, αλλά στην αυλή ήταν όλα καθαρά και σας την έσκασα όλους. Ξεχιονίζει η μαμά  και βρίσκει αφορμή να μιλήσει με την παιδική της φίλη που μένει απέναντι, μιλάνε και κοιτάζονται σαν κοριτσάκια που οι γονείς τους δεν τους επιτρέπουν να κάνουν παρέα. Η μαμά θέλει πίσω τη φίλη της, ο άντρας της φίλης της είναι μαλάκας και δε θέλει να έχουν παρτίδες. Θυμάμαι μικρή όσες φορές υποτίθεται πως είχα φίλες, να πηγαίνω σπίτια τους, κι οι γονείς τους να μη με θέλουν ποτέ. Ήμουν κακή επιρροή, ναί δίκιο είχαν, ευτυχώς γλίτωσαν οι κόρες τους απο μένα και τώρα όλες έχουν απο 2-3 κουτσούβελα και τις βλέπω στην πλατεία στο πάρκο τα καλοκαίρια που περνάω τρέχοντας για να μη με δούν και μου μιλήσουν, τις βλέπω να σέρνουν καρότσια, να κρατάνε σχολικές τσάντες, ναι δίκιο είχαν οι γονείς τους. Άν έκαναν παρέα μαζί μου μπορεί τώρα να ήταν σαν εμένα αχαΐρευτες κι άτεκνες, να μαζεύουν σκυλιά και γατιά στις αυλές τους, αλλά ευτυχώς δεν έχουν κι αυλή, ζούν στις αντιπαροχές τους, μπαλκόνι με πράσινο λάστιχο και κόκκινη βρύση, και πώς θα χαρείτε το χιόνι μαλακισμένες; ε; ούτε μια βρύση λιοντάρι δεν έχετε όπως εγώ,  ούτε κουράδες σκύλου θαμμένες κάτω από τα χιόνια έχετε, απορώ πώς χαίρεστε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να νοιώσω χαρά αν δεν είχα τη ροδιά, την αγαπώ που ήταν εδώ πριν απο μένα, τη μισώ που θα έιναι εδώ μετά από μένα. Τί θα γίνει η ροδιά όταν φύγω; η βρύση λιοντάρι;  τέτοια απασχολούν το ηλίθιο, άχρηστο κεφάλι μου, τέτοια μικρομικρά. Το φλουρί το κέρδισε η Σ. Όταν είμασταν μικρές ο μπαμπάς έβαζε δύο φλουριά για να μη φρικάρει καμία από τις δυό μας. Να μη στεναχωρηθούν οι κορούλες. Πέρισυ το φλουρί το κέρδισε το σπίτι, και το καλοκαίρι το σπίτι κάηκε. Το λέμε όλοι μαζί και γελάμε. Διαβάζω τον κρυφό μου έρωτα База́ров, ναι χρειάζομαι γυαλιά πρεσβυωπίας πια στο διάβασμα. Ναι είναι εκείνα τα άχρηστα μαλακισμένα που τα έβλεπα τόσα χρόνια στο σπίτι  να βόσκουν, δυό-δυό, τρία-τρία, κι έλεγα γιατί τα θέλουν τόσα πολλά. Ναι τα θέλουν γιατί δεν ξέρεις πότε θα τα χρειαστείς και γιατί ένα ζευγάρι δεν είναι αρκετό και γιατί τα χέρια μας έχουν συγκεκριμένο μήκος και δεν είναι πτυσσόμενα. Τα φοράω και είμαι σαν πορνοδασκάλα και γελάω μόνη μου με τις ηλίθιες προβληματικές φαντασιώσεις των ανθρώπων και πιο πολύ με τις δικές μου και πιο πολύ με 'κείνην που είμαι λέει στη Σιβηρία κι έξω έχει χιονοθύελλα και -46 και χιόνι 1.73, και μπλε κρύο, κι εγώ πίνω τσάι μέσα στο commieblock μου, κι απέναντι βλέπω άλλα 885342342 ολόιδια, και στον τοίχο έχει χαλί, και μεταφράζω τον κρυφό μου έρωτα, και στα πόδια μου κοιμούνται σκυλιά και γάτες, κι έρχεσαι και λες τ'όνομά μου και γυρίζω να σε δω, κι ανοίγει η ρόμπα μου και φαίνεται η ρώγα μου και κάνεις ένα προςταμέσα -ηη.Εε μετά ξέρεις.

5dt.apm5/ a-a

μπαμπάς με το λάστιχο μισής ίντσας στο χέρι να φωνάζει, να στεκόμαι  και να τρέμω το μπουμ της φιάλης, τον τράβηξα με τόση δύναμη που κατουρήθηκα πάνω μου, πνιγόμουν κι έβηχα σα γαϊδούρι, δε μπορώ να θυμηθώ αν έκλαιγα, εκείνος χτυπούσε με απόγνωση τα πόδια του στο πάτωμα και φώναζε το κάψαμε το σπίτι μας, πάει το σπίτι μας, καταστραφήκαμε, εγώ φώναξα με δύναμη πως είμαστε ζωντανοί, με τόση δύναμη, που βράχνιασα στο δευτερόλεπτο, το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκα την ίδια σκηνή στ' αγγλικά και μ 'έπιασαν τα γέλια, το ανακριτικό της πυροσβεστικής μας έκανε χάρη λέει, κι αφού δε ζητάμε αποζημίωση από κανέναν όλα καλά, ένας ψηλός κι ένας κοντός ήταν. Πάντα σε τέτοιες φασαρίες έρχεται ένας ψηλός κι ένας κοντός, σαν τους νοσοκόμους στον ευαγγελισμό. Οι γείτονες παντού σαν κατσαρίδες γύρω από το σπίτι και κανείς να μη βοηθάει, τέτοιοι είναι οι άνθρωποι αν δεν το ξέρεις μάθε το, το ξέρεις μια χαρά αλλά στο ξαναλέω να μην το ξεχάσεις. Μας θυμάμαι όλους να στέκουμε καρφωμένοι, ανήμποροι να κουνηθούμε, μπροστά στη σποδό, η μαμά, αχ η μαμά να στέκεται με τέτοιον τρόπο, stabat mater, η μυρωδιά, αυτή η μυρωδιά δε θα φύγει ποτέ απο τα ρουθούνια μου, έτσι θα μυρίζει κι ο θάνατος, ασφυκτικά και μαύρα, ναι έτσι σαν τον έρωτα και τη φωτιά, σαν όλα τα απεγνωσμένα, σαράντα χρόνια μου πήρε μα τώρα ξέρω πως η απόγνωση μυρίζει. Ανυπόφορα τα καλοκαίρια μα αυτό παίρνει βραβείο ανυποφοριάς. Τα δάχτυλά μου ξέχασαν να γράφουν, τα μάτια μου ξέχασαν να κοιμούνται, το δέρμα μου ξέχασε πώς είναι να μη φαγουρίζεται, η κοπέλα στη μαστογραφία μεταχειριζόταν τα βυζιά μου σα να είναι ξέχωρα από το υπόλοιπο σώμα μου, σιγά μωρή θα τα δέσεις φιόγγο όπως πας, γερνάω το νοιώθω παντού, γερνάω και κουράζομαι, είμαι μόνιμα εξαντλημένη, πότε ηρέμησα τελευταία φορά μου είναι μακρυνό, καιγόμαστε με φωτιά ή χωρίς, οι καταστροφές αποκαθιστούν τις κατεστραμμένες σχέσεις μας, αγαπιόμαστε άρρωστα κι ενστικτώδικα  μπροστά στον χαμό, ο πανικούλης δένει την οικογενειούλα, εκεί που η ηρεμία κι η ξεκούραση την πανικιάζουν, τ' απωθημένα μας μαύρα ζουμιά κι αυτά, κι εγώ η περήφανη νταντά του σπιτιού, ναι μωρή σούπερ-νταντά όλους θα τους γιάνεις, άφραγκη όσο ποτέ, η ανεργία φέρνει αλλεργία, ξυνόμαστε με τη Ζαΐρα σαν ψωριάρες, οι καλοκαιρινοί θόρυβοι με διαλύουν, έλα χειμώνα, έλα να τα κάνεις όλα μπουρδέλο, έλα να μου πέφτουν οι ρώγες από το κρύο, έλα να βγούν τα μπρόκολα και τα λάχανα και τα λεμόνια, αναπνέω και πονάω, μια σκατίλα παντού και μέσα στη σκατίλα έρχεσαι μ' αυτό το κεφάλι, κι αυτά τα δάχτυλα κι αυτόν τον πούτσο κι αυτή την αγάπη και την υπομονή και με κοιτάς αχόρταγα, και τα διορθώνεις όλα, μπορείς και είσαι δίπλα μου όπως κανείς, κατορθώνεις τα καταδικασμένα ακατόρθωτα, πρέπει ν' αποδώσω κάπου όλο αυτό που κάνεις, δεν είναι τα σεντόνια που καταχύνω, είναι οι γραμμές δεξιά κι αριστερά στο στόμα σου, είναι που μπορείς να είσαι τόσο ήσυχος και τόσο νευρόσπαστο, είναι που δίνεσαι ξεχειλιστικά, ποιό μεσοκολπικό έλλειμμα και μαλακίες, ατλαντικό περίσσευμα έχεις, μπορώ να αφήνω τη ζωή να περνάει σέρνοντας τον δείκτη μου στις τομές σου, μου λείπει η Σ. θέλω να της λείπω κι εγώ. Μου λείπει η κάπλικη ησυχία που είχαμε παλιά -αρχίδια ποτέ δεν είχαμε- δυσκολεύομαι να είμαι καλή νταντά όπως παλιά, λίγο ντρέπομαι για το παρελθόν μου, και λίγο αναγουλιάζω, το κορίτσι που αγαπώ έχει πέταλο στο κεφάλι, με σκέφτομαι να την έχω αγκαλιά να σέρνω το δείκτη μου εκεί,ο δείκτης είναι το πρώτο σημείο που θέλω ν' ακουμπήσω σε όσους αγαπώ, φοβάμαι μην πεθάνω και δε μάθω ποτέ αν το σωστό είναι παρανυχίδα η παρωνυχίδα, αν το σωστό είναι φτέρνισμα ή φτάρνισμα, είμαι ζουμερή, όσο ποτέ, χαϊδεύω τα μπούτια μου, είναι τεράστια, ζεστά, μαλακά, πού κρύβεται το τριζόνι όταν βρέχει παλαβά, πώς μετά από τόση βροχή έχει δύναμη και ξαναμιλά, του χρωστώ ένα ευχαριστώ για το παιχνίδι μας με την εξώπορτα, κάθε που πλησίαζα σταματούσε, κάθε που απομακρυνόμουν άρχιζε πάλι τρ τρ τρ τρ τρ, ήταν από τα πιό ενδιαφέροντα πράγματα αυτού του καλοκαιριού. Έχω αυτό το τετράδιο με τις σπείρες όχι στο πλάι αλλά απο πάνω, ζωγράφισα σερβιέτες και μουνιά ματωμένα, για να σημειώνω τις μέρες που γίνομαι κανονική γυναίκα είπα, τελικά πάλι γαμήθηκα και γράφω κι άλλα εκει, τη λίστα του σουπερμάρκετ, ρωσσικά, ερωτικά γράμματα, κωδικούς απο μαλακίες,μια φορά να κατεφέρω να κάνω κάτι όπως το σχεδίασα από την αρχή και τίποτα άλλο δε θέλω. Μία, μόνο μία ρε πούστη.

16161518gtP


42

Ο μπαμπάς κι η μαμά έχουν επέτειο.
Εγώ δουλεύω για ψίχουλα, λούζομαι δυό φορές τη βδομάδα και τους τραγουδάω το You are my destiny

Α.13.φ.τ.78.Ε






  μαμά περνάει έξω από το σπίτι κι ανασαίνει τον απορροφητήρα μου, ούτε έξω από τις ρωσσοκουζίνες δε μυρίζει τέτοια σκορδοκρεμμυδίλα παιδί μου, ο μπαμπάς χλαπακιάζει χωρίς να νοιάζεται μα βαρύ του' πεσε λέει για βράδυ, η μύξα και το μπούκωμα μπορεί να εμποδίζουν τον εγκέφαλό μου να καταλάβει γεύση, κι ολόκληρη σκορδοκοτσίδα απ' αυτές που κρεμάνε για να διώξουν τους βρυκόλακες να έβαζα μπορεί να μην καταλάβαινα τίποτα, όποτε γράφω για φαγητά συνήθως πεινάω αλλά δεν το παραδέχομαι. Σε λίγο θα γίνει εφτά το πρωί, έκανα αυτές τις γνωστές ανωμαλίες μου, και ξύπνησα αξημέρωτα ή ίσως δεν είναι η δική μου ανωμαλία που με κρατά ξύπνια μα η ανωμαλία του καιρού που έβαλε στοίχημα να μου σπάσει τα νεύρα και το κέρδισε κι όλο περιμένω τον χειμώνα μπροστά στο παράθυρο σαν αδέσποτο το αφεντικό του, θυμάσαι τη νύχτα με τα χιόνια; θυμάσαι όλες τις βόλτες μας; θυμάσαι που σου είχα πεί οτι αν χειμωνιάσει θα θέλω βόλτες; το εννοούσα και το εννοώ, και σήμερα ήθελα βόλτα αλλά τελικά δεν τόλμησα να βγω δυό φορές από το σπίτι, το σκυλί κοιμάται και κάνει κάτι ήχους αστείους, ροχαλίζει κι είναι σα ν΄ακούς γιαγιά να βογγά έξω από το ΙΚΑ, θέλω να σηκωθώ να τη χαϊδέψω μα δε θέλω να την ξυπνήσω, είναι ανήσυχη κι αυτή που δεν έχει χειμώνα, προσπαθώ να θυμηθώ τη μέρα που ετοιμάστηκα και τον περίμενα, που σήκωσα τις βαριές τάβλες του κρεβατιού να βγάλω τα χαλιά  απο τα νάυλον που τα είχα συσκευάσει με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά στο φόβο καμιάς ξεχασμένης ακατανόμαστης μαύρης σιχαμερής ανάσκελης, ευτυχώς ούτε μία, το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα, δεν είχα φωνή, ούτε χέρι. Μόνο φαγούρα κάτω από το σαγόνι. Τα μάτια μου έτσουζαν, το δεξί πιο πολύ. Ζαλιζόμουν από την πείνα μα δεν είχα κουράγιο να φτιάξω ούτε τοστ. Άνοιξα το συρτάρι του ψυγείου, πήρα ένα αγγούρι του μπαμπά το 'κοψα, έβαλα αλάτι, λάδι και ρίγανη και μπουκώθηκα και μου φάνηκε το πιο νόστιμο πράγμα στον κόσμο. Το σπίτι  ήταν καθαρό, κι η μοναξιά μου γλυκούλα. Η αδερφή μου καθόταν στον καναπέ κι εγώ πρόβαλα το κεφάλι μου στην πόρτα του δωματίου κι έλεγα 'τί είναι μωρέ, τί είναι μωρέ', το σκυλί σηκώθηκε έτσι τρυφεριασμένη που άκουσε τη φωνή μου,το αγνόησα, και τρομαγμένη η αδερφή με ρώτησε σε ποιόν μιλάω, στο σπίτι της απάντησα και πιο τρομαγμένη ακόμα συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε. Το χαίρομαι το καθαρό μου σπίτι, πάντα το χαίρομαι, να όπως τώρα που τουλάχιστον με λυπήθηκε ο ουρανός και έδωσε αγκωνιά στον ήλιο για να μη βγεί. Μου είναι υποφερτή η Κυριακή με σύννεφα. Στις τέσσερις κάθε μεσημεροαπόγεμα που το σκυλί είναι μέσα στο σπίτι, βλέπω έξω από το παράθυρο τις όμορφες να έρχονται, μια γατοπαρέα αποτελούμενη απο 6 ή 7 ασπρομαυρογκρίζες που μου πουλάνε έρωτα για να τους δώσω φαγητό, Τους δίνω τα περισσέματα και μια φορά άνοιξα και μια κονσέρβα τόνου και με μάλωσες, ε όχι και τόνο είπες. Τις αποκαλώ ψουψούρες γιατί με νευριάζει η λέξη ψιψίνα. Από μέσα μου όμως έχουν όλες ονόματα. Οι δύο έχουν αρσενικά, όχι γιατί είδα κανένα αρχίδι να κρέμεται αλλά γιατί έτσι αποφάσισα οτι είναι γάτοι. Τρώνε τα πάντα εκτός από το ρύζι που ποτέ δεν το πετυχαίνω και είναι ντροπή, εγώ η καλύτερη μαγείρισσα των βαλκανίων να μαγειρέψω ένα γαμωρύζι, απαντώ πως φταίει το οτι δε μ'αρέσει. Οι ψυχαναγκασμοί μου γιγαντώνονται με τον καιρό, θεωρώ τον φετινό χειμώνα ξεγραμμένο, σε λίγες μέρες θα έρθει ο σιχαμερός Μάρτης, κι εγώ κανονίζω το ραντεβού με την απολύμανση, καθάριζα το μπάνιο χτες κι είδα μια αράχνη, τις αγαπώ τις αράχνες. τη ρώτησα αν έχει δεί καμία από τις άλλες τις σιχαμερές που περπατάνε γρήγορα και ψοφάνε ανάσκελα, δεν απάντησε και φοβήθηκα πιο πολύ, θ άρχίσει πάλι η εποχή που θα μπαίνω στο μπάνιο με όχι καθαρό νού, που θα κατουράω και θα πατάω στις μύτες, που θα τραβάω την κουρτίνα του μπάνιου και θα ρίχνω τρομαγμένες ματιές στη μπανιέρα, κάνω σχέδια από τώρα για τον επόμενο χειμώνα που ελπίζω να είναι κανονικός, σκέφτομαι πως η υπερθέρμανση του πλανήτη και το λιώσιμο των πάγων με απασχολεί απόλυτα προσωπικά γιατί είμαι αυτιστική τσούλα κι όχι γιατί έχω οικολογική συνείδηση, κάνω σχέδια φυγής στον βορρά και ξέρω πως δε θα πραγματοποιηθούν γιατί είμαι μια κότα που φοβάται, με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μείνω εδώ να βλέπω τους χειμώνες να πεθαίνουν και να πεθαίνω κι εγώ μαζί τους, φοβάμαι πως θα καταντήσω μια μίζερη ύπαρξη που  όσο περνούν τα χρόνια θα βλέπει το μυαλό της να στενεύει και τον κώλο της να φαρδαίνει, πλημμυρίζομαι απο τέτοια άγχη κι ύστερα ησυχάζω, όχι δεν είμαι τέτοια, όχι δε θα γίνω τέτοια, θέλω να σώσω όλα τ'αδέσποτα, τα βλέπω στο δρόμο και τα σκέφτομαι όλη νύχτα μετά, τί κάνουν μόνα τους, πού πάνε, πώς κοιμούνται, τί τρώνε, δε μ' αρέσει τίποτα εκτός από την κοιλιά σου, την υπέροχη τομή στο στήθος σου και τις γραμμές δεξιά κι αριστερά των χειλιών σου, τη ρυτίδα κάτω από το αριστερό σου μάτι, το πόσο αγριεύει το πρόσωπό σου όταν με γαμάς, καμαροκαυλώνω με το πόσο ζώο μπορείς να γίνεις, αν μπορουσα να οδηγήσω θα σε πήγαινα μέχρι το младост  με 20 χλμ την ώρα για να μη χάσουμε ούτε κουνούπι στη διαδρομή, προς το παρόν με πηγαινοφέρνεις εσύ εδώ κι εκεί, πρόθυμος πάντα κι όμορφος τόσο που νευριάζομαι, η ώρα θ' αλλάξει, έχασα τον χειμώνα φέτος, θα χάσω και τη νύχτα, και τώρα πάλι θα πρέπει να σηκώσω τις βαριές τάβλες του κρεββατιού να βάλω τα χαλιά μέσα στα νάυλον και να περιμένω εννιά μήνες σα γκαστρωμένη να τα ξαναβγάλω, τρείς μήνες χειμώνας κι εννιά σκατένιοι, κάθε χρόνο γκαστρώνομαι με την ιδέα του χειμώνα, μα αρχίδια, αρχίδια πάντα,αρχίδια και του χρόνου, αρχίδια πάντα, εδώ η μαμά έφερε φράουλες, φαντάσου.

75δ.φ.π.τ.γ

Το σπίτι αυτό δε θα χαρεί ποτέ τίποτα. Στεγνό δεν ξέρει να μένει. Η υγρασία του χρόνου αυτού θα μείνει στην ιστορία. Να τώρα πάλι η αποχέτευση, πες 6 εκατοστά η γαμωακτίνα του σωλήνα επι 6 γαμωμέτρα ύψος επι το γαμωπί, κάπως έτσι δεν είναι ο τύπος μωρέ; η ακτίνα είναι στο γαμωτετράγωνο ε; ε πόσο γαμωνερό περίπου έχει ο γαμωσωλήνας μέσα, εε τη γαμήσαμε, όλο αυτό το γαμωνερό θα εξαπλωθεί στον τοίχο μου, δε θα χαρεί αυτό το σπίτι λέμε και δεν είναι μόνο οι σωληνώσεις του το πρόβλημα. Εμείς φταίμε, στο σπίτι τελειώσαμε όλες τις δουλειές πια, μα κανείς δεν είναι ευχαριστημένος κι όχι δε φταίει η γαμωαποχέτευση, δε γεννηθήκαμε για να ευχαριστιόμαστε εμείς, αα όχι δεν είναι γραμμένο στον κώδικά μας,έτσι είμαστε εμείς, καταθλιπτική μιζεροοικογένεια, θα ψοφήσουμε όλη με μια μούρη μέχρι το πάτωμα, τραβάμε τις αρρώστιες, γαμάμε μόνοι μας το ανοσοποιητικό μας.  Το καλοκαίρι έμεινα με  τα μαλλιά της θάλασσας δυό μέρες  κι ενώ θα 'πρεπε να τρέξω να λουστώ, το ανέβαλα σαν παλιοβρωμιάρα, στο κάτω κάτω σιγά τα μαλλιά, σιγά τη θάλασσα, σιγά την αναβολή. Αν περάσει λίγο παρελθόν απο  μπροστά μου παθαίνει μια μικρή αναγούλα το στομάχι μου κι αμέσως εξαφανίζεται η σκέψη, μα πού πηγαίνει ε; πού πηγαίνουν όλα εκείνα που δεν αντέχουμε να σκεφτούμε ε; εσύ εκείνα που δεν αντέχεις πού τα βάζεις; πώς να εξηγήσω και με τί λόγια το πώς νοιώθω όταν ξυπνάω; πονάνε όλα από πάνω μέχρι κάτω, το σώμα μου είναι υπερξεφτιλισμένο πια,η ψύξη με ψύχει, είναι τόσο ζεστό το κεφάλι μου,γιατί έχω ψύξη;εεε δες δες, η ζωή δεν είναι ωραία, σίγουρα δεν είναι, εγώ είμαι εξαντλημένη συναισθηματικά από αυτό που λέγεται οικογένεια, νοιώθω τράβηγμα παντού και κυρίως μέσα στο κεφάλι μου,μα όταν με αγγίζεις και με τρίβεις, θέλεις να με αγγίξεις; με σκέφτεσαι; θα μου έστριβες τσιγάρα για πάντα κι εγώ να οδηγάω μέχρι το υπερπέραν; ξεροκαταπίνω, έλα πώς λέγεται αυτό που καθαρίζουμε τον λαιμό μας, έλα ξερόβηχας, όχι δε μπορώ να βήξω από τον πόνο,εε πώς λέγεται, έλα έλα εκείνο που κάνουμε γκχχ γκχχ , καπνίζω σαν τελευταία τώρα τελευταία, φταίει που δε δουλεύω πολύ, αν ξεκινήσω κανονικά τη δουλειά θα προσέχω, ο αντίχειρας του σαναφεντικού είναι χαλασμένος, του μολύνθηκε η παρανυχίδα λέει, ένας άλλος πιο'κει χαριεντίζεται με κάτι φτηνές, όλη η ζωή ένα μουνί κι ένας πούτσος, να μπεί το ένα μέσα στο άλλο, ο εαυτός μου έχει πια πάθει υπεραυτισμό, ναι στο λέω τόσον καιρό, οι άνθρωποι είμαστε αυτιστικοί, αυνανιστικοί, νάρκισσοι και είναι λογικό δε μας κακιώνω, ζούμε στη γή αφού, ναι ο πλανήτης που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, ναι στον αυτιστικό πλανήτη δε θα γινόταν να είμαστε κάτι καλύτερο, το αλκόολ με βοηθά να σου μιλάω ααα και να συνηρώ, αυνανίζομαι με χέρι που δε βολεύει, δεν πειράζει η δουλειά να γίνεται, ναι η δουλειά,ποιά είναι δουλειά, α ναι να χύνουμε, είναι ωραία να χύνουμε, ας χύσουμε όλοι, ήσυχα για τον εαυτό μας αυτιστικά, εγώ σε ονειρεύομαι σε καυλοτρομακτικά όνειρα, μερικά στα έχω ήδη διηγηθεί, δουλεύω και κάνω ταυτόχρονα γκχχ με τον λαιμό μου,πίνω τρία λίτρα νερό σε ένα μικροσκοπικό μπλέ πλαστικό ποτήρι , τρείς γουλιές και τσουυπ τέλειωσε, εμείς πότε θα βρεθούμε κανονικά έξω από τον πολύ κόσμο ε;;; πότε θα κάτσεις ήσυχος να ακούσεις  πόσο καίγομαι για σένα αλλά κι εγώ πότε θα καταφέρω να στο πω χωρίς αλκόολ;ο κώλος μου μαύρισε από τη βολταρενίλα, το χέρι μου κρέμεται μέσα σε μια κιτςςςζζζσσ μπεΖ θήκη, έχω να κοιμηθώ ούτε θυμάμαι από πότε, πονάει φρικτά και είναι κουλό, βάζω πάγο και τσούζει το δέρμα μου, τα σαββατόβραδα οι εφημερίες είναι η καλύτερη έξοδος,  όλοι βρίσκονται εκεί σχεδόν αναγκαστικά, φοράνε τα κακά τους, βρωμάνε  και σπρώχνονται, εγώ δεν σπρώχνω ποτέ, δε βιάζομαι, η ακτινολόγα με λέει πουλάκι μου, φοράει γαλαζένια ρούχα κι είναι άλουστη, παλεύω με τον επιχείλιο, παλεύω με τις οικογενειακές ενοχές, μαλώνω τους πάντες μέσα στο μυαλό μου κι ύστερα τους δικαιολογώ, οι στιγμές που πάω να κρισιαστώ ουρλιάζοντας αφήστε με όλοι ήσυχοι λιγοστεύουν, το παρελθόν μου εξακολουθεί να είναι αναγουλιαστικό μέχρι αναγούλας, ο απόπατος που ζέχνουν κάτι άνθρωποι είναι θλιβερός, με μαλώνω κι εμένα που αποπατίστηκα, δε γαμιέται με δικαιολογώ κι εμένα. Η απο πάνω της αδερφής μου περνάει τη μισή μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας, μιλάει με μια άλλη, μπαίνω και δεν τη χαιρετώ, ίσα που κουνάω το κεφάλι μου, φθινοπωριάζει και φοράει καλσόν κι ώσπου ν'ανοίξει η αδερφή μου την πόρτα διακρίνω τις σκασμένες φτέρνες της, μέσα από το νάυλον, με αηδίαζε από παιδί η εικόνα αυτή, θυμάμαι τις φίλες της γιαγιάς να έρχονται, να βγάζουν τις παντόφλες τους έξω από το σπίτι, κι εγώ να κοιτάζω επίμονα τη νεκροκυτταρίλα τους να διαγράφεται μέσα από το μαύρο νάυλον, μερικά ήταν σκισμένα εκεί,κι άλλες φορές όταν τα έτριβαν μεταξύ τους ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο χρτσς χρτσς, αηδίαζα κι έλεγα πως αν γίνει ποτέ έτσι η φτέρνα μου θ' αυτοκτονήσω, αηδίαζα μα μετά τις δικαιολογούσα κι αυτές, την από πάνω της αδερφής μου δεν τη δικαιολογώ γιατί είναι η μεγαλύτερη βρωμοκατινάρα του κόσμου, κι όσο η αδερφή μου έλειπε από το σπίτι της εγώ είχα τα κλειδιά και το είχα κάνει γαμιστρώνα το σπίτι κι εκείνη σίγουρα από μέσα της έλεγε καλά που έχουμε τη μεγάλη αδερφή εδώ να μένει γιατί αν έρθει η μικρή τη γαμήσαμε,τα σάββατα στη δουλειά είναι αποπνικτικά, γίνομαι κάτι που με το ζόρι αναγνωρίζω, πίνω αυτοκαταστροφικά γιατί δεν ξέρω να το κάνω ευχαριστιάρικα, αδυνατώ να βασιστώ σε οποιουδήποτε την κουβέντα, η ανθρωπική αναξιοπιστία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, σε αγγίζω ανεπαίσθητα και μου 'ρχεται ημιλιποθυμία αλλά εσύ χαμπάαρι, οι άνθρωποι πρώτα μαθαίνουν το πόσο ζεστά είναι τα μπούτια μου και ύστερα το πραγματικό μου όνομα, έκλεισα ραντεβού στο δερματολόγο, τί έχεις με ρώτησε, βγάζω αηδίες απάντησα, κανονίσαμε συνάντηση, να μου αφαιρέσει τις αηδίες που έβγαλα,  όποτε λέω τη λέξη αηδία, εκτός από τον εαυτό μου σκέφτομαι και το παρελθόν μου, το σπίτι είναι όμορφο, ζεστό και τακτοποιημένο, το καταχαίρομαι, ξυπνάω και το βλέπω να αυνανίζεται στο λιγοστό του φως, το σκυλί μου έχει πια τη γωνία του, είναι μικροκαριόλικο γιατί βρίσκει ευκαιρίες να πηδάει στον καναπέ αλλά κάνω ήχους μπρρρ, κντζντς, πσψςντ και κατεβαίνει  ανόρεχτα, το δεξί μου χέρι κρέμεται, βρήκα τυχαία ένα χαρτί ψάχνοντας ένα άλλο χαρτί και διάβασα κάτι αηδίες που μου χοροπήδησαν αναγουλιαστικά τη στομαχική χώρα, κοιμάμαι πλακώνοντας τον αριστερό ώμο εδώ και δύο μήνες, δεν παραπονιέται ο κακόμοιρος, αν ήμουν καλά θα οδηγούσα 7600 χιλιόμετρα μέχρι εκεί που θέλω αλλά αρχίδια το χέρι, αρχίζουν κι οι βροχές και να πάλι η υγρασία που λέγαμε, αργοπεθαίνει και το πόδι, είμαι ένα τεράστιο σημαντικό τίποτα, κοιμόμαστε γυμνοί, έχεις συνειδητοποιήσει πόσο ζεστά μπούτια έχω; χύνω πάνω σου και στάζουν τ'αρχίδια σου, δεν ξέρω πώς μεταφράζεται αυτό σε άλλες γλώσσες,φυτρώνουν παρανυχίδες στα δάχτυλά μου και κάθε φορά που τα χώνω μέσα στο βρακί μου σκαλώνουν και με πονάνε, μερικές ματώνουν, προχτές που σε έπιανα από τη μέση μοσχοβολούσες, προσπαθώ να θυμηθώ πόσο ανοιχτό είχες το πουκάμισο, είμαι ακατάλληλη για οτιδήποτε, αν κάποιος υπολογίσει σε μένα θα χάσει, το ξέρω κι ας το ξέρει, κάθε που ρουφάω μια τζούρα γέρνω το κεφάλι ανεπαίσθητα δεξιά, γράφω κάθε μέρα σε μαλακόχαρτα κι ύστερα όλα εξαφανίζονται,γράφω ένα βιβλίο χρόνια τώρα μα δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ γιατί είμαι αναβλητική ανθρώπισσα μέχρι αηδίας,κουτσοδιορθώνω μα μπαα, τελικά καταλαβαίνω πως μόνο για μένα γράφω, αυτιστική μαλάκω για πάντα, γράφω όπως αυνανίζομαι, αποφορτίζομαι και σκάω ήσυχα, έχω λόξυγγα και γελάω, πεινάω κάθε μέρα και φταίς εσύ, καυλώνω 879857438439843 φορές τη μέρα και φταίς εσύ, φοβάμαι 21324567865432134567 φορές τη μέρα και φταίω εγώ, ο ύπνος μου μικροφωνίζει και δεν αρκεί, θέλω να κοιμηθώ γυμνή, ζεστά και ήσυχα να μην ονειρευτώ,  να μην αγχώνομαι για το πώς θα στεγνώνουν τα ρούχα τώρα που χειμωνιάζει,η ώρα αλλάζει τώρα που γράφω, αγχώνομαι μήπως πρέπει να γράψω μια ώρα παραπάνω, ρουφάω άλλη μία, γδύνομαι και κοιμάμαι.