p.dt.f78


'𝓞χι, εγώ θα σου πω για τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι σπουδή, όχι δεν ξέρει ο καθένας, όσοι έχουμε περάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μας σ' αυτά, εμείς ξέρουμε. Τα νοσοκομεία είναι όμορφα επειδή είναι τρομακτικά, κι είναι τρομακτικά επειδή διανυκτερεύουν  όπως και να 'χει. Ο,τι διανυκτερεύει είναι όμορφο, ναι και τρομακτικό. Το πρώτο ραντεβού κλείστηκε στο Παπαγεωργίου 13/6, το μυαλό μου χοροπήδησε βλαμμένα γιατί είναι μεγάλη μέρα η 13 του 6ου. Γεννήθηκε ο ποιητής της Λισαβόνας κι εγώ είπαέλεγαλέω μέσα μου σημαντική μέρα. Οι παπαγεωργιανοί το ακύρωσαν το ραντεβού, στ' αρχίδια τους αν περίμενα εναμιση μήνα, στ' αρχιδια τους ο ποιητής της Λισαβόνας. Το δεύτερο κλείστηκε δυο μέρες μετά στο θεαγένειο, βλακεία όνομα, βλακεία κι ο τίτλος που το συνοδευει. Αντικαρκινικό νοσοκομείο, λες και τ' αλλα είναι καρκινικά. θεαγένειο, λέω τη λέξη από μέσα μου χίλιες φορές και γελάω και νευριάζομαι, πόσο γελοίο όνομα, πόσο πόσο. Περίμενα 40 λεπτά  στο αντικαρκινικό ταμείο να πληρώσω τα αντικαρκινικά 60 ευρώ για το αντικαρκινικό απογευματινό μου ραντεβού, κι εκεί που όλα ήταν αντικαρκινικά, νά σου το καρκινικό μωσαϊκό. Κόλλησα τα μάτια μου στο πάτωμα. Ήταν γεμάτο κακοφορμισμένα καρκινικά πόδια. Ο καιρός καρκινικά ζεστός, τέτοιος που τους κάνει όλους καρκινοπαθείς κι αντικαρκινοπαθείς να φοράνε ανοιχτά παπούτσια. Ξέχασα πόσα άσχημα πόδια είδα. Θυμήθηκα εσένα που από την πρώτη νύχτα γέμισες παίνια τα πόδια μου, και τί ωραία ποδαράκια, και τί ωραία δαχτυλάκια, τα ωραία μου δαχτυλάκια κλεισμένα μέσα στα μαύρα παπούτσια απορούσαν. Το αντικαρκινικό μου κεφάλι κλεισμένο μέσα στις μαύρες μου σκέψεις απορούσε. Όλοι εμείς που είμαστε εδώ είμαστε καρκινοπαθείς ή αντικαρκινοπαθείς; Δεν θα ήθελα ποτέ να δω τα πόδια μου με φόντο το καρκινικό μωσαϊκό. Η μαμά βιάζεται, της έχω πεί να μην μπεί μαζί μου στον γιατρό, τελικά τελευταία στιγμή κάνει τα μαγικά της και μπαίνει. Της τη σκάω γιατί μπαίνω σε πιομέσα δωμάτιο να εξεταστώ, αχνοακούω τη φωνή της που μιλάει στη νοσοκόμα, αχνοακούω κι ένα γέλιο. Πότε πρόλαβε να πεί αστέιο, ο γιατρός μου πατάει το αριστερό βυζί, το ονομάζει μαστό και θέλω να τον ρωτήσω, αλήθεια η πρώτη λέξη που σου 'ρχεται στο μυαλό είναι μαστός; Μου εξηγεί την πιθανότητα του να έχω τρίτο βυζί,του λέω πως πονάω δε μπορώ να βάλω σουτιέν, μου ξαναεξηγεί, του λέω κοίτα να δείς έχω τρία βυζιά κι όμως δε μπορώ να βάλω ένα σουτιέν, θέλει να γελάσει λίγο αλλά δεν το κάνει, βγαίνουμε έξω, η μαμά με τη νοσοκόμα έχουν γίνει φίλες, η νοσοκόμα είναι απο 'κείνες που σίγουρα διαβάζουν γυναικεία λογοτεχνία. Οι γυναίκες συγγραφείς μου προκαλούσαν πάντα μουνοφαγούρα. Τα ονόματά τους, η θεματολογία τους, είναι αργά νοιώθω κόπωση αλλά δε νυστάζω, η μαμά κατεβαίνει τη σκάλα, ξύπνησε, εγώ σχόλασα κι εκείνη πιάνει δουλειά σε λίγο. Τα ωράρια μας είναι ανάποδα, όλα μας είναι ανάποδα. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που κανείς δεν άγγιζε κανέναν. Δεν το είχαμε με τα χάδια και τις αγκαλιές. Πρωτοχρονιά κι ανάσταση, γενέθλια και γιορτές φιλί στο μάγουλο, άβολο και βιαστικό, δε θυμάμαι να έκλαψα ποτέ στον ώμο της μαμάς, δε θυμάμαι να έκλαψε ποτέ κανείς στον ώμο μου. Μικρή πριν πέσω για ύπνο, μετά το  ψυχαναγκαστικό βούρτσισμα των δοντιών, θυμάμαι να πηγαίνω να λέω: καληνύχτα μαμά ( φιλί), καληνύχτα μπαμπά ( φιλί) , μετά είπα μέσα μου, σπουδαίο πράμα κάνεις χαζή και το 'κοψα. Η μαμά τώρα τελευταία έχει γίνει πιαστικιά, με πιάνει, με χαϊδεύει όσο δε με χάιδεψε παιδί, με φιλάει, προσπαθώ να νοιώσω τα φιλιά της, το σώμα μου κάνει τακ τακ τακ να φύγει, κοκκαλώνω μπροστά στις εκδηλώσεις αγάπης, κοκκαλώνω παγοκωλωνικά, όπως το σκυλί όταν το βάζω στη μπανιέρα. Δέχομαι τα φιλιά σαν άγαλμα. αντιθέτως λέω στη μαμά ρε μαλάκα και νοιώθω ζέστη, πρώτη εκείνη το είπε, τώρα το λέω κι εγώ. Στο νοσοκομείο με τη μαμά γινόμαστε άλλες, ίσως μας πιάνει αντικαρκινισμός, ακούω τις πισινές να κράζουν την ελλαδίλα, μία απ' όλες λέει τη λέξη πατρίδα, την ακούω και νοιώθω πως είναι άγνωστη λέξη, έφτασα τα 40 και τη λέξη πατρίδα δεν την έχω πεί ποτέ. Καλοκαίριασε, το σκυλί μουρλαίνεται στο μπες-βγες. Μέσα για δέκα λεπτά, μετά έξω, μετά πάλι μέσα, πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις, είναι δίπλα στην εξώπορτα και σε κάθε ευκαιρία περιμένει να μπεί ή να βγεί, την ονομάζω εξωπορτονούστρια, πρωινές μαλακισμένες σκέψεις, αν είχα μεγαλώσει σε άλλη χώρα θα έλεγα πατρίδα; οι φίλοι μου οι πορτογάλοι το λένε με μια όμορφη αγάπη και γι αυτούς σημαίνει κάτι άλλο η λέξη, τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι χαρούμενοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι θλιμμένοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Νυχτώνει και μαζεύονται να δουν Πόρτι-Σπόρτι. Ο Ζοάο φτιάχνει τα πιο νόστιμα ποτά για 3 ευρώ. Έχουν για ποιητή εσένα. Τους ζηλεύω πολύ. Αν είχαν ένα αντικαρκινικό που το έλεγαν Θεαγένειο στα πορτογαλικά, δε θα γελούσαν ούτε θα το κορόιδευαν. Τους ζηλεύω για πάντα. Άκου λέει θεαγένειο στα πορτογαλικά... nascido de Deus...




k.e

Last night I dreamed that I was dreaming of you
And from a window across the lawn I watched you undress
Wearing your sunset of purple tightly woven around your hair
That rose in strangled ebony curls
Moving in a yellow bedroom light
The air is wet with sound
The faraway yelping of a wounded dog
And the ground is drinking a slow faucet leak
Your house is so soft and fading as it soaks the black summer heat
A light goes on and the door opens
And a yellow cat runs out on the stream of hall light and into the yard
A wooden cherry scent is faintly breathing the air
I hear your champagne laugh
You wear two lavender orchids
One in your hair and one on your hip
A string of yellow carnival lights comes on with the dusk
Circling the lake with a slowly dipping halo
And I hear a banjo tango
And you dance into the shadow of a black poplar tree
And I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared...

0-iZm

χω ταλέντο να ξερνάω με την 

ανθρωποσύνη όσο κανείς άλλος. 

Την αποβάλλω από μέσα μου 

με χίλιους τρόπους.

Είναι μια σιχαμερή διάρροια 

που τρέχει σαν κωλόνερο κι

αν ήμουν θεός και υπήρχα,

 θα έριχνα παχύ σπέρμα

στους ανθρωπίσκους,

 να κολλήσουν τα μάτια τους 

αφού δε βλέπουν έτσι κι αλλιώς. 

Να στουμπώσουν τ' αυτιά τους 

αφού δεν ακούνε έτσι κι αλλιώς. 

Να πνιγούν αφού δεν αναπνέουν έτσι κι αλλιώς.

 Αυτό θα ήταν το τέλος του πιο βλαμμένου, 

ανήμπορου, άχρηστου και χαλασμένου είδους που υπήρξε ποτέ.

πνα/τκ/πνγ80


 Στον Ι. και την Δ.


Δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
θέλω να γράφω για σένα
τα μάτια μου τσιμπλιάζουν
σε θέλω με τα μάτια μου
με το ζεστό μου σώμα
ο επιχείλιος γαμάει τα φιλιά μας
καλά που δεν έχω επιμουνοχείλιο
θα καταστρεφόταν η ζωή μας
δεν κοιμάμαι
θέλω να γράφω για σένα
ή για την αγάπη
ή για την ιδιοκτησία
ή για τη ζήλια την κωλοβλαμμένη
τα μαλλιά μου πέφτουν στα μαξιλάρια του καναπέ
κοιμάσαι μέσα
θα έρθω λίγο στη μεριά σου να ζεσταθώ
μετά θα πάω στη μεριά μου
όταν είμαι στα τέσσερα
θέλεις τόσο να μου τον βάλεις
δε σε νοιάζει πού
τον βάζεις κι ας μπεί ό,που θέλει
πονάω
τσούζει την άλλη μέρα
βάζω παγωμένο νερό
κι ανατριχιάζουν όλα τα σημεία μου
κι εκείνα με το χνούδι
δεν κοιμάμαι
σε θέλω απ αυτό το δωμάτιο, στο μέσα δωμάτιο
ο οφθαλμίατρος θα δεί οτι δε βλέπω
και θα πεί έχεις τσίμπλες μωρή
θα παίξουμε το τζόκερ του μάρτη
δεν κερδίσαμε
ούτε τώρα θα κερδίσουμε
γι' αυτό θα δουλεύω τις νύχτες
θα σου λείπω αφόρητα
δεν μπορείς χωρίς εμένα
ούτε εγώ μπορώ
θα με πας στον οφθαλμίατρο
παντού με πηγαίνεις
δε σε νοιάζει
θα με πάρεις τηλέφωνο όταν σχολάς
θα με πάρεις πάντα να με ρωτήσεις αν θέλω κάτι να φέρεις
ναι θέλω μπαταρίες για την οδοντόβουρτσα
θέλω zovirax
θα πας να πάρεις
ναι εσύ είσαι τέτοιο αγόρι
που κάνει τα πάντα για μένα
εγώ η ακούνητη μουλάρα με τις τσίμπλες
εγώ θέλω να γίνω σαν εσένα αλλά είμαι κότα
η κότα που κάνει κοκο
που θέλει να σου μοιάσει
είσαι τέλειο αγόρι
να σου μοιάσω, το θέλω
να είμαστε το τέλειο αγόρι με το τέλειο κορίτσι
να έχω 32 φωνές
λες ανοιγκλείνω τα μάτια όταν πίνω νερό
γι' αυτό τσιμπλιάζουν
θέλω να είμαι μόνη όταν φυσάω τη μύτη μου
πάλι έγινε πρωί πέντεκαιπέντε
σε 4 ώρες ο οφθαλμίατρος θα μου βαζοβγάζει τζαμάκια
θα δοκιμάζει με ποιό βλέπω καθαρά
κι αν δε φταίνε τα γυαλιά που δε βλέπω καθαρά γιατρέ;
κι αν φταίει κάτι άλλο;
μόλις πέρασε από το μυαλό μου οτι το αγόρι μου
μπορεί να είναι θολό, ροχάλισες
τέτοιο αγόρι είσαι
αντιδράς και στον ύπνο σου όταν δυσπιστώ
αφήνω τα μαλλιά μου στα μαξιλάρια του καναπέ
δεν κοιμάμαι
μάλωσέ με
άυπνη θα πάω στον οφθαλμίατρο
θα σε ξυπνήσω να με πας τέτοιο αγόρι είσαι
στον πάγκο με τα τυριά
να κάτσεις ώρες να δοκιμάζεις με τη δική μου γλώσσα
να φαντάζεσαι ποιό θα μ' αρέσει
μου εκτυπώνεις στίχους για τη δουλειά και
το εκκαθαριστικό μου 
ανακαλύπτεις τους κρυφούς θορύβους που με τρομάζουν
κάτι ακούγεται σου έλεγα
κάνει κχ κχ κχ
κι εσύ τέτοιο αγόρι που είσαι
ο επαγγελματίας φροντιστής μου
έκλεισες όλους τους ήχους
και με απόλυτη σοβαρότητα ανακάλυψες το κχ κχ
ήταν το ανθρακικό από την greencola που πάλι δεν ήπια
και μου έδωσες το καινούργιο ποντίκι που αγόρασες
όπως μου είχες δώσει και την καινούργια βάση
τέτοιο αγόρι είσαι
κατάλαβες γιατί δεν κοιμάμαι
γιατί έπρεπε να γράψω για σένα
για το τέλειο αγόρι μου
ξέρεις οτι δε χωνεύω κανέναν
ξέρεις οτι δεν πιστεύω κανέναν
εγώ η ακούνητη μουλάρα που
με το παραμικρό κχ  μπορώ να σκεφτώ 
πως το αγόρι μου δεν είναι τέλειο
πως θα το ξετυλίξω και μέσα θα είναι σάπιο και θα βρωμάει
γιατί εγώ η ακούνητη μουλάρα
αυτά πιστεύω για τους ανθρώπους
 αν μας ξετυλίξουμε θα έχουμε μέσα κάτι κούφιο που βρωμάει
είπα θα γράψω για το αγόρι μου
και πάλι για μένα γράφω
η ακούνητη μουλάρα και το τέλειο αγόρι
αταίριαστο ακούγεται αλλά αγάπα με
τέτοια μουλάρα είμαι
και δεν κοιμάμαι

 

 
 
 





m/p/d/t/t/k 78

Τελευταία το τρίτο έχει περισσότερες ομιλίες από μουσική. Με νευριάζει αυτό. Ειδικά όταν ξυπνάω. Ποιός θέλει ν' ακούει ανθρώπους να μιλάνε όταν ξυπνάει, κανείς. Πίνω τον βραδυνό καφέ το πρωί, κι είναι πια τέτοια η ζωή μου που βλέπω περισσότερους ανθρώπους απ' όσο αντέχω. Προχτές κόλλησε στη μύτη μου μια βρωμερή μυρωδιά ανθρώπου, ήθελα να ξεράσω στη δουλειά, γύρισα σπίτι έβγαλα όλα όσα φορούσα και τα έχωσα στο πλυντήριο, αν μπορούσα θα έμπαινα κι εγώ, η μαμά είναι χαλαρή πια σχεδόν με όλα, της έχω πεί από τότε που διέλυσα το πόδι μου να προσέχει όταν κατεβαίνει τη σκάλα, με γράφει κανονικά και κατεβαίνει σα θεόμουρλη, απορώ που δε φοβάται, εγώ κατεβαίνω σα χεσμένη πάπια αλλά τουλάχιστον δε φοβάμαι τους σεισμούς. Εκείνη χέζεται πάνω της, ζεί με το σύνδρομο του '78. Όλο περιμένει έναν μεγάλο σεισμό, τη θυμάμαι απο το 1995 να λέει πέρασαν  σχεδόν 20 χρόνια και κάθε  σχεδόν 20 χρόνια γίνεται ένας μεγάλος, κι όταν ο μεγάλος δεν έγινε, ξανάλεγε τα ίδια το 1996 και μετά το 1997 και μετά το 1998 και τελικά ήρθε το 1999 που  ο μπαμπάς ξαναχαρακώθηκε και ξέχασε και σεισμούς και τυφώνες και τσουνάμια γιατί το τελευταίο που την ένοιαζε ήταν οι φυσικές καταστροφές όταν η αυτοκαταστροφή ζούσε και κοιμόταν δίπλα της. Εγώ κοιμόμουν στο δίπλα δωμάτιο αλλά πήρα λίγη από την αυτοκαταστροφή του μπαμπά, δε χαρακώθηκα ποτέ αλλά την έστειλα στα συκώτια και στα νεφρά και στα άλλα όργανα. Τελειώνει ο χρόνος και αυτοανακηρύσσομαι μίς στεναχώρια-διάρροια για το 2016, το στομάχι και το έντερο ξέρουν πριν απο μένα οτι θα στεναχωρηθώ-αγχωθώ-πλαντάξω ... ο  ύπνος είναι ο χειρότερος εφιάλτης, προσπαθώ να θυμηθώ πότε κοιμήθηκα κανονικά, ολόκληρα, χωρίς σκατόνειρο, χωρίς κάτι να πονάει, χωρίς να μουδιάζουν τα χέρια, ο αυχένας αα ο αυχένας αυτό το ηλίθιο σημείο, πόσο χαλασμένο, τον αλείφω με roiplon κάθε δυό μέρες, η υγεία μου μοιάζει με το  skoda σου, που όλο φοβάσαι οτι θα σ' αφήσει, που λες δεν αξίζει να του ρίξω άλλα λεφτά, μα που δεν έχεις άλλη επιλογή, το συντηρείς όσο γίνεται και λες όσο με βγάλει. Έτσι νοιώθω, όσο με βγάλει το πόδι, όσο με βγάλουν τα κουλά χέρια, ο ανάποδος αυχένας, οι παραμορφωμένες ωοθήκες, κι όλα τ' άλλα που δυσλειτουγούν, έχω πέντε ραντεβούδια σε γιατρούς  που όλο αναβάλω, είμαι η βασίλισσα της αναβολής, αγαπώ το χρυσό αγόρι που πάει στο ποσείδι τετάρτη 14 δεκέμβρη, περιμένω να ξυπνήσεις να μου φτιάξεις κανονικό πρωινό καφέ στο φλυτζάνι του μήνα, δε μπορώ να πιω σε κανένα άλλο αυτόν τον καιρό, μοιάζω με το σκυλί που τρώει κολλήματα και δυο μέρες τώρα θέλει να κοιμάται αλλού, έτσι χωρίς λόγο δε μπορεί άλλο στη θέση της,  σήμερα της μετέφερα το κρεββάτι της δίπλα μου, κάθομαι στο σημείο που αγαπάς και γράφω, αν μ' έβλεπες θα έκανες εκείνο το προςταμέσα -ηη που κάνεις, το ίδιο που κάνεις οταν κάνω μια κίνηση και φαίνεται η ρώγα μου ή όταν σκύβω και βλέπεις τον κώλο μου. Το στρογγυλό τραπέζι έχει πάλι χιόνι. Πριν δυό ώρες είχε περισσότερο, τώρα αρχίζει και λιώνει στις άκρες, σαν κέηκ που ψήνεται και ξεκολλάει από τα τοιχώματα του ταψιού. Το καινούργιο πληκτρολόγιο είναι μούρλια, αρκεί να έχεις να γράψεις κάτι που μπορεί να σε μουρλάνει. Ακουμπάω τα δάχτυλά μου πάνω του, τα σέρνω απαλά, το σκυλί είναι δίπλα μου και κοιμάται, ακούω την ανάσα της και ησυχάζω, σκέφτομαι τη ζωή μου χωρίς αυτήν την ανάσα και με πιάνει τρόμος.  Η μαμά κάνει σαν παιδί με τα χιόνια, τόσο που με συγκινεί. Κι εγώ ήθελα να ξαπλώσω πάνω το παχύ στρώμα χιονού, αλλά δε μ'αφησες να το κάνω στον δρόμο γιατί ήταν βρώμικα είπες, αλλά στην αυλή ήταν όλα καθαρά και σας την έσκασα όλους. Ξεχιονίζει η μαμά  και βρίσκει αφορμή να μιλήσει με την παιδική της φίλη που μένει απέναντι, μιλάνε και κοιτάζονται σαν κοριτσάκια που οι γονείς τους δεν τους επιτρέπουν να κάνουν παρέα. Η μαμά θέλει πίσω τη φίλη της, ο άντρας της φίλης της είναι μαλάκας και δε θέλει να έχουν παρτίδες. Θυμάμαι μικρή όσες φορές υποτίθεται πως είχα φίλες, να πηγαίνω σπίτια τους, κι οι γονείς τους να μη με θέλουν ποτέ. Ήμουν κακή επιρροή, ναί δίκιο είχαν, ευτυχώς γλίτωσαν οι κόρες τους απο μένα και τώρα όλες έχουν απο 2-3 κουτσούβελα και τις βλέπω στην πλατεία στο πάρκο τα καλοκαίρια που περνάω τρέχοντας για να μη με δούν και μου μιλήσουν, τις βλέπω να σέρνουν καρότσια, να κρατάνε σχολικές τσάντες, ναι δίκιο είχαν οι γονείς τους. Άν έκαναν παρέα μαζί μου μπορεί τώρα να ήταν σαν εμένα αχαΐρευτες κι άτεκνες, να μαζεύουν σκυλιά και γατιά στις αυλές τους, αλλά ευτυχώς δεν έχουν κι αυλή, ζούν στις αντιπαροχές τους, μπαλκόνι με πράσινο λάστιχο και κόκκινη βρύση, και πώς θα χαρείτε το χιόνι μαλακισμένες; ε; ούτε μια βρύση λιοντάρι δεν έχετε όπως εγώ,  ούτε κουράδες σκύλου θαμμένες κάτω από τα χιόνια έχετε, απορώ πώς χαίρεστε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να νοιώσω χαρά αν δεν είχα τη ροδιά, την αγαπώ που ήταν εδώ πριν απο μένα, τη μισώ που θα έιναι εδώ μετά από μένα. Τί θα γίνει η ροδιά όταν φύγω; η βρύση λιοντάρι;  τέτοια απασχολούν το ηλίθιο, άχρηστο κεφάλι μου, τέτοια μικρομικρά. Το φλουρί το κέρδισε η Σ. Όταν είμασταν μικρές ο μπαμπάς έβαζε δύο φλουριά για να μη φρικάρει καμία από τις δυό μας. Να μη στεναχωρηθούν οι κορούλες. Πέρισυ το φλουρί το κέρδισε το σπίτι, και το καλοκαίρι το σπίτι κάηκε. Το λέμε όλοι μαζί και γελάμε. Διαβάζω τον κρυφό μου έρωτα База́ров, ναι χρειάζομαι γυαλιά πρεσβυωπίας πια στο διάβασμα. Ναι είναι εκείνα τα άχρηστα μαλακισμένα που τα έβλεπα τόσα χρόνια στο σπίτι  να βόσκουν, δυό-δυό, τρία-τρία, κι έλεγα γιατί τα θέλουν τόσα πολλά. Ναι τα θέλουν γιατί δεν ξέρεις πότε θα τα χρειαστείς και γιατί ένα ζευγάρι δεν είναι αρκετό και γιατί τα χέρια μας έχουν συγκεκριμένο μήκος και δεν είναι πτυσσόμενα. Τα φοράω και είμαι σαν πορνοδασκάλα και γελάω μόνη μου με τις ηλίθιες προβληματικές φαντασιώσεις των ανθρώπων και πιο πολύ με τις δικές μου και πιο πολύ με 'κείνην που είμαι λέει στη Σιβηρία κι έξω έχει χιονοθύελλα και -46 και χιόνι 1.73, και μπλε κρύο, κι εγώ πίνω τσάι μέσα στο commieblock μου, κι απέναντι βλέπω άλλα 885342342 ολόιδια, και στον τοίχο έχει χαλί, και μεταφράζω τον κρυφό μου έρωτα, και στα πόδια μου κοιμούνται σκυλιά και γάτες, κι έρχεσαι και λες τ'όνομά μου και γυρίζω να σε δω, κι ανοίγει η ρόμπα μου και φαίνεται η ρώγα μου και κάνεις ένα προςταμέσα -ηη.Εε μετά ξέρεις.

5dt.apm5/ a-a

μπαμπάς με το λάστιχο μισής ίντσας στο χέρι να φωνάζει, να στεκόμαι  και να τρέμω το μπουμ της φιάλης, τον τράβηξα με τόση δύναμη που κατουρήθηκα πάνω μου, πνιγόμουν κι έβηχα σα γαϊδούρι, δε μπορώ να θυμηθώ αν έκλαιγα, εκείνος χτυπούσε με απόγνωση τα πόδια του στο πάτωμα και φώναζε το κάψαμε το σπίτι μας, πάει το σπίτι μας, καταστραφήκαμε, εγώ φώναξα με δύναμη πως είμαστε ζωντανοί, με τόση δύναμη, που βράχνιασα στο δευτερόλεπτο, το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκα την ίδια σκηνή στ' αγγλικά και μ 'έπιασαν τα γέλια, το ανακριτικό της πυροσβεστικής μας έκανε χάρη λέει, κι αφού δε ζητάμε αποζημίωση από κανέναν όλα καλά, ένας ψηλός κι ένας κοντός ήταν. Πάντα σε τέτοιες φασαρίες έρχεται ένας ψηλός κι ένας κοντός, σαν τους νοσοκόμους στον ευαγγελισμό. Οι γείτονες παντού σαν κατσαρίδες γύρω από το σπίτι και κανείς να μη βοηθάει, τέτοιοι είναι οι άνθρωποι αν δεν το ξέρεις μάθε το, το ξέρεις μια χαρά αλλά στο ξαναλέω να μην το ξεχάσεις. Μας θυμάμαι όλους να στέκουμε καρφωμένοι, ανήμποροι να κουνηθούμε, μπροστά στη σποδό, η μαμά, αχ η μαμά να στέκεται με τέτοιον τρόπο, stabat mater, η μυρωδιά, αυτή η μυρωδιά δε θα φύγει ποτέ απο τα ρουθούνια μου, έτσι θα μυρίζει κι ο θάνατος, ασφυκτικά και μαύρα, ναι έτσι σαν τον έρωτα και τη φωτιά, σαν όλα τα απεγνωσμένα, σαράντα χρόνια μου πήρε μα τώρα ξέρω πως η απόγνωση μυρίζει. Ανυπόφορα τα καλοκαίρια μα αυτό παίρνει βραβείο ανυποφοριάς. Τα δάχτυλά μου ξέχασαν να γράφουν, τα μάτια μου ξέχασαν να κοιμούνται, το δέρμα μου ξέχασε πώς είναι να μη φαγουρίζεται, η κοπέλα στη μαστογραφία μεταχειριζόταν τα βυζιά μου σα να είναι ξέχωρα από το υπόλοιπο σώμα μου, σιγά μωρή θα τα δέσεις φιόγγο όπως πας, γερνάω το νοιώθω παντού, γερνάω και κουράζομαι, είμαι μόνιμα εξαντλημένη, πότε ηρέμησα τελευταία φορά μου είναι μακρυνό, καιγόμαστε με φωτιά ή χωρίς, οι καταστροφές αποκαθιστούν τις κατεστραμμένες σχέσεις μας, αγαπιόμαστε άρρωστα κι ενστικτώδικα  μπροστά στον χαμό, ο πανικούλης δένει την οικογενειούλα, εκεί που η ηρεμία κι η ξεκούραση την πανικιάζουν, τ' απωθημένα μας μαύρα ζουμιά κι αυτά, κι εγώ η περήφανη νταντά του σπιτιού, ναι μωρή σούπερ-νταντά όλους θα τους γιάνεις, άφραγκη όσο ποτέ, η ανεργία φέρνει αλλεργία, ξυνόμαστε με τη Ζαΐρα σαν ψωριάρες, οι καλοκαιρινοί θόρυβοι με διαλύουν, έλα χειμώνα, έλα να τα κάνεις όλα μπουρδέλο, έλα να μου πέφτουν οι ρώγες από το κρύο, έλα να βγούν τα μπρόκολα και τα λάχανα και τα λεμόνια, αναπνέω και πονάω, μια σκατίλα παντού και μέσα στη σκατίλα έρχεσαι μ' αυτό το κεφάλι, κι αυτά τα δάχτυλα κι αυτόν τον πούτσο κι αυτή την αγάπη και την υπομονή και με κοιτάς αχόρταγα, και τα διορθώνεις όλα, μπορείς και είσαι δίπλα μου όπως κανείς, κατορθώνεις τα καταδικασμένα ακατόρθωτα, πρέπει ν' αποδώσω κάπου όλο αυτό που κάνεις, δεν είναι τα σεντόνια που καταχύνω, είναι οι γραμμές δεξιά κι αριστερά στο στόμα σου, είναι που μπορείς να είσαι τόσο ήσυχος και τόσο νευρόσπαστο, είναι που δίνεσαι ξεχειλιστικά, ποιό μεσοκολπικό έλλειμμα και μαλακίες, ατλαντικό περίσσευμα έχεις, μπορώ να αφήνω τη ζωή να περνάει σέρνοντας τον δείκτη μου στις τομές σου, μου λείπει η Σ. θέλω να της λείπω κι εγώ. Μου λείπει η κάπλικη ησυχία που είχαμε παλιά -αρχίδια ποτέ δεν είχαμε- δυσκολεύομαι να είμαι καλή νταντά όπως παλιά, λίγο ντρέπομαι για το παρελθόν μου, και λίγο αναγουλιάζω, το κορίτσι που αγαπώ έχει πέταλο στο κεφάλι, με σκέφτομαι να την έχω αγκαλιά να σέρνω το δείκτη μου εκεί,ο δείκτης είναι το πρώτο σημείο που θέλω ν' ακουμπήσω σε όσους αγαπώ, φοβάμαι μην πεθάνω και δε μάθω ποτέ αν το σωστό είναι παρανυχίδα η παρωνυχίδα, αν το σωστό είναι φτέρνισμα ή φτάρνισμα, είμαι ζουμερή, όσο ποτέ, χαϊδεύω τα μπούτια μου, είναι τεράστια, ζεστά, μαλακά, πού κρύβεται το τριζόνι όταν βρέχει παλαβά, πώς μετά από τόση βροχή έχει δύναμη και ξαναμιλά, του χρωστώ ένα ευχαριστώ για το παιχνίδι μας με την εξώπορτα, κάθε που πλησίαζα σταματούσε, κάθε που απομακρυνόμουν άρχιζε πάλι τρ τρ τρ τρ τρ, ήταν από τα πιό ενδιαφέροντα πράγματα αυτού του καλοκαιριού. Έχω αυτό το τετράδιο με τις σπείρες όχι στο πλάι αλλά απο πάνω, ζωγράφισα σερβιέτες και μουνιά ματωμένα, για να σημειώνω τις μέρες που γίνομαι κανονική γυναίκα είπα, τελικά πάλι γαμήθηκα και γράφω κι άλλα εκει, τη λίστα του σουπερμάρκετ, ρωσσικά, ερωτικά γράμματα, κωδικούς απο μαλακίες,μια φορά να κατεφέρω να κάνω κάτι όπως το σχεδίασα από την αρχή και τίποτα άλλο δε θέλω. Μία, μόνο μία ρε πούστη.

16161518gtP


42

Ο μπαμπάς κι η μαμά έχουν επέτειο.
Εγώ δουλεύω για ψίχουλα, λούζομαι δυό φορές τη βδομάδα και τους τραγουδάω το You are my destiny

Α.13.φ.τ.78.Ε






  μαμά περνάει έξω από το σπίτι κι ανασαίνει τον απορροφητήρα μου, ούτε έξω από τις ρωσσοκουζίνες δε μυρίζει τέτοια σκορδοκρεμμυδίλα παιδί μου, ο μπαμπάς χλαπακιάζει χωρίς να νοιάζεται μα βαρύ του' πεσε λέει για βράδυ, η μύξα και το μπούκωμα μπορεί να εμποδίζουν τον εγκέφαλό μου να καταλάβει γεύση, κι ολόκληρη σκορδοκοτσίδα απ' αυτές που κρεμάνε για να διώξουν τους βρυκόλακες να έβαζα μπορεί να μην καταλάβαινα τίποτα, όποτε γράφω για φαγητά συνήθως πεινάω αλλά δεν το παραδέχομαι. Σε λίγο θα γίνει εφτά το πρωί, έκανα αυτές τις γνωστές ανωμαλίες μου, και ξύπνησα αξημέρωτα ή ίσως δεν είναι η δική μου ανωμαλία που με κρατά ξύπνια μα η ανωμαλία του καιρού που έβαλε στοίχημα να μου σπάσει τα νεύρα και το κέρδισε κι όλο περιμένω τον χειμώνα μπροστά στο παράθυρο σαν αδέσποτο το αφεντικό του, θυμάσαι τη νύχτα με τα χιόνια; θυμάσαι όλες τις βόλτες μας; θυμάσαι που σου είχα πεί οτι αν χειμωνιάσει θα θέλω βόλτες; το εννοούσα και το εννοώ, και σήμερα ήθελα βόλτα αλλά τελικά δεν τόλμησα να βγω δυό φορές από το σπίτι, το σκυλί κοιμάται και κάνει κάτι ήχους αστείους, ροχαλίζει κι είναι σα ν΄ακούς γιαγιά να βογγά έξω από το ΙΚΑ, θέλω να σηκωθώ να τη χαϊδέψω μα δε θέλω να την ξυπνήσω, είναι ανήσυχη κι αυτή που δεν έχει χειμώνα, προσπαθώ να θυμηθώ τη μέρα που ετοιμάστηκα και τον περίμενα, που σήκωσα τις βαριές τάβλες του κρεβατιού να βγάλω τα χαλιά  απο τα νάυλον που τα είχα συσκευάσει με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά στο φόβο καμιάς ξεχασμένης ακατανόμαστης μαύρης σιχαμερής ανάσκελης, ευτυχώς ούτε μία, το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα, δεν είχα φωνή, ούτε χέρι. Μόνο φαγούρα κάτω από το σαγόνι. Τα μάτια μου έτσουζαν, το δεξί πιο πολύ. Ζαλιζόμουν από την πείνα μα δεν είχα κουράγιο να φτιάξω ούτε τοστ. Άνοιξα το συρτάρι του ψυγείου, πήρα ένα αγγούρι του μπαμπά το 'κοψα, έβαλα αλάτι, λάδι και ρίγανη και μπουκώθηκα και μου φάνηκε το πιο νόστιμο πράγμα στον κόσμο. Το σπίτι  ήταν καθαρό, κι η μοναξιά μου γλυκούλα. Η αδερφή μου καθόταν στον καναπέ κι εγώ πρόβαλα το κεφάλι μου στην πόρτα του δωματίου κι έλεγα 'τί είναι μωρέ, τί είναι μωρέ', το σκυλί σηκώθηκε έτσι τρυφεριασμένη που άκουσε τη φωνή μου,το αγνόησα, και τρομαγμένη η αδερφή με ρώτησε σε ποιόν μιλάω, στο σπίτι της απάντησα και πιο τρομαγμένη ακόμα συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε. Το χαίρομαι το καθαρό μου σπίτι, πάντα το χαίρομαι, να όπως τώρα που τουλάχιστον με λυπήθηκε ο ουρανός και έδωσε αγκωνιά στον ήλιο για να μη βγεί. Μου είναι υποφερτή η Κυριακή με σύννεφα. Στις τέσσερις κάθε μεσημεροαπόγεμα που το σκυλί είναι μέσα στο σπίτι, βλέπω έξω από το παράθυρο τις όμορφες να έρχονται, μια γατοπαρέα αποτελούμενη απο 6 ή 7 ασπρομαυρογκρίζες που μου πουλάνε έρωτα για να τους δώσω φαγητό, Τους δίνω τα περισσέματα και μια φορά άνοιξα και μια κονσέρβα τόνου και με μάλωσες, ε όχι και τόνο είπες. Τις αποκαλώ ψουψούρες γιατί με νευριάζει η λέξη ψιψίνα. Από μέσα μου όμως έχουν όλες ονόματα. Οι δύο έχουν αρσενικά, όχι γιατί είδα κανένα αρχίδι να κρέμεται αλλά γιατί έτσι αποφάσισα οτι είναι γάτοι. Τρώνε τα πάντα εκτός από το ρύζι που ποτέ δεν το πετυχαίνω και είναι ντροπή, εγώ η καλύτερη μαγείρισσα των βαλκανίων να μαγειρέψω ένα γαμωρύζι, απαντώ πως φταίει το οτι δε μ'αρέσει. Οι ψυχαναγκασμοί μου γιγαντώνονται με τον καιρό, θεωρώ τον φετινό χειμώνα ξεγραμμένο, σε λίγες μέρες θα έρθει ο σιχαμερός Μάρτης, κι εγώ κανονίζω το ραντεβού με την απολύμανση, καθάριζα το μπάνιο χτες κι είδα μια αράχνη, τις αγαπώ τις αράχνες. τη ρώτησα αν έχει δεί καμία από τις άλλες τις σιχαμερές που περπατάνε γρήγορα και ψοφάνε ανάσκελα, δεν απάντησε και φοβήθηκα πιο πολύ, θ άρχίσει πάλι η εποχή που θα μπαίνω στο μπάνιο με όχι καθαρό νού, που θα κατουράω και θα πατάω στις μύτες, που θα τραβάω την κουρτίνα του μπάνιου και θα ρίχνω τρομαγμένες ματιές στη μπανιέρα, κάνω σχέδια από τώρα για τον επόμενο χειμώνα που ελπίζω να είναι κανονικός, σκέφτομαι πως η υπερθέρμανση του πλανήτη και το λιώσιμο των πάγων με απασχολεί απόλυτα προσωπικά γιατί είμαι αυτιστική τσούλα κι όχι γιατί έχω οικολογική συνείδηση, κάνω σχέδια φυγής στον βορρά και ξέρω πως δε θα πραγματοποιηθούν γιατί είμαι μια κότα που φοβάται, με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μείνω εδώ να βλέπω τους χειμώνες να πεθαίνουν και να πεθαίνω κι εγώ μαζί τους, φοβάμαι πως θα καταντήσω μια μίζερη ύπαρξη που  όσο περνούν τα χρόνια θα βλέπει το μυαλό της να στενεύει και τον κώλο της να φαρδαίνει, πλημμυρίζομαι απο τέτοια άγχη κι ύστερα ησυχάζω, όχι δεν είμαι τέτοια, όχι δε θα γίνω τέτοια, θέλω να σώσω όλα τ'αδέσποτα, τα βλέπω στο δρόμο και τα σκέφτομαι όλη νύχτα μετά, τί κάνουν μόνα τους, πού πάνε, πώς κοιμούνται, τί τρώνε, δε μ' αρέσει τίποτα εκτός από την κοιλιά σου, την υπέροχη τομή στο στήθος σου και τις γραμμές δεξιά κι αριστερά των χειλιών σου, τη ρυτίδα κάτω από το αριστερό σου μάτι, το πόσο αγριεύει το πρόσωπό σου όταν με γαμάς, καμαροκαυλώνω με το πόσο ζώο μπορείς να γίνεις, αν μπορουσα να οδηγήσω θα σε πήγαινα μέχρι το младост  με 20 χλμ την ώρα για να μη χάσουμε ούτε κουνούπι στη διαδρομή, προς το παρόν με πηγαινοφέρνεις εσύ εδώ κι εκεί, πρόθυμος πάντα κι όμορφος τόσο που νευριάζομαι, η ώρα θ' αλλάξει, έχασα τον χειμώνα φέτος, θα χάσω και τη νύχτα, και τώρα πάλι θα πρέπει να σηκώσω τις βαριές τάβλες του κρεββατιού να βάλω τα χαλιά μέσα στα νάυλον και να περιμένω εννιά μήνες σα γκαστρωμένη να τα ξαναβγάλω, τρείς μήνες χειμώνας κι εννιά σκατένιοι, κάθε χρόνο γκαστρώνομαι με την ιδέα του χειμώνα, μα αρχίδια, αρχίδια πάντα,αρχίδια και του χρόνου, αρχίδια πάντα, εδώ η μαμά έφερε φράουλες, φαντάσου.

75δ.φ.π.τ.γ

Το σπίτι αυτό δε θα χαρεί ποτέ τίποτα. Στεγνό δεν ξέρει να μένει. Η υγρασία του χρόνου αυτού θα μείνει στην ιστορία. Να τώρα πάλι η αποχέτευση, πες 6 εκατοστά η γαμωακτίνα του σωλήνα επι 6 γαμωμέτρα ύψος επι το γαμωπί, κάπως έτσι δεν είναι ο τύπος μωρέ; η ακτίνα είναι στο γαμωτετράγωνο ε; ε πόσο γαμωνερό περίπου έχει ο γαμωσωλήνας μέσα, εε τη γαμήσαμε, όλο αυτό το γαμωνερό θα εξαπλωθεί στον τοίχο μου, δε θα χαρεί αυτό το σπίτι λέμε και δεν είναι μόνο οι σωληνώσεις του το πρόβλημα. Εμείς φταίμε, στο σπίτι τελειώσαμε όλες τις δουλειές πια, μα κανείς δεν είναι ευχαριστημένος κι όχι δε φταίει η γαμωαποχέτευση, δε γεννηθήκαμε για να ευχαριστιόμαστε εμείς, αα όχι δεν είναι γραμμένο στον κώδικά μας,έτσι είμαστε εμείς, καταθλιπτική μιζεροοικογένεια, θα ψοφήσουμε όλη με μια μούρη μέχρι το πάτωμα, τραβάμε τις αρρώστιες, γαμάμε μόνοι μας το ανοσοποιητικό μας.  Το καλοκαίρι έμεινα με  τα μαλλιά της θάλασσας δυό μέρες  κι ενώ θα 'πρεπε να τρέξω να λουστώ, το ανέβαλα σαν παλιοβρωμιάρα, στο κάτω κάτω σιγά τα μαλλιά, σιγά τη θάλασσα, σιγά την αναβολή. Αν περάσει λίγο παρελθόν απο  μπροστά μου παθαίνει μια μικρή αναγούλα το στομάχι μου κι αμέσως εξαφανίζεται η σκέψη, μα πού πηγαίνει ε; πού πηγαίνουν όλα εκείνα που δεν αντέχουμε να σκεφτούμε ε; εσύ εκείνα που δεν αντέχεις πού τα βάζεις; πώς να εξηγήσω και με τί λόγια το πώς νοιώθω όταν ξυπνάω; πονάνε όλα από πάνω μέχρι κάτω, το σώμα μου είναι υπερξεφτιλισμένο πια,η ψύξη με ψύχει, είναι τόσο ζεστό το κεφάλι μου,γιατί έχω ψύξη;εεε δες δες, η ζωή δεν είναι ωραία, σίγουρα δεν είναι, εγώ είμαι εξαντλημένη συναισθηματικά από αυτό που λέγεται οικογένεια, νοιώθω τράβηγμα παντού και κυρίως μέσα στο κεφάλι μου,μα όταν με αγγίζεις και με τρίβεις, θέλεις να με αγγίξεις; με σκέφτεσαι; θα μου έστριβες τσιγάρα για πάντα κι εγώ να οδηγάω μέχρι το υπερπέραν; ξεροκαταπίνω, έλα πώς λέγεται αυτό που καθαρίζουμε τον λαιμό μας, έλα ξερόβηχας, όχι δε μπορώ να βήξω από τον πόνο,εε πώς λέγεται, έλα έλα εκείνο που κάνουμε γκχχ γκχχ , καπνίζω σαν τελευταία τώρα τελευταία, φταίει που δε δουλεύω πολύ, αν ξεκινήσω κανονικά τη δουλειά θα προσέχω, ο αντίχειρας του σαναφεντικού είναι χαλασμένος, του μολύνθηκε η παρανυχίδα λέει, ένας άλλος πιο'κει χαριεντίζεται με κάτι φτηνές, όλη η ζωή ένα μουνί κι ένας πούτσος, να μπεί το ένα μέσα στο άλλο, ο εαυτός μου έχει πια πάθει υπεραυτισμό, ναι στο λέω τόσον καιρό, οι άνθρωποι είμαστε αυτιστικοί, αυνανιστικοί, νάρκισσοι και είναι λογικό δε μας κακιώνω, ζούμε στη γή αφού, ναι ο πλανήτης που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, ναι στον αυτιστικό πλανήτη δε θα γινόταν να είμαστε κάτι καλύτερο, το αλκόολ με βοηθά να σου μιλάω ααα και να συνηρώ, αυνανίζομαι με χέρι που δε βολεύει, δεν πειράζει η δουλειά να γίνεται, ναι η δουλειά,ποιά είναι δουλειά, α ναι να χύνουμε, είναι ωραία να χύνουμε, ας χύσουμε όλοι, ήσυχα για τον εαυτό μας αυτιστικά, εγώ σε ονειρεύομαι σε καυλοτρομακτικά όνειρα, μερικά στα έχω ήδη διηγηθεί, δουλεύω και κάνω ταυτόχρονα γκχχ με τον λαιμό μου,πίνω τρία λίτρα νερό σε ένα μικροσκοπικό μπλέ πλαστικό ποτήρι , τρείς γουλιές και τσουυπ τέλειωσε, εμείς πότε θα βρεθούμε κανονικά έξω από τον πολύ κόσμο ε;;; πότε θα κάτσεις ήσυχος να ακούσεις  πόσο καίγομαι για σένα αλλά κι εγώ πότε θα καταφέρω να στο πω χωρίς αλκόολ;ο κώλος μου μαύρισε από τη βολταρενίλα, το χέρι μου κρέμεται μέσα σε μια κιτςςςζζζσσ μπεΖ θήκη, έχω να κοιμηθώ ούτε θυμάμαι από πότε, πονάει φρικτά και είναι κουλό, βάζω πάγο και τσούζει το δέρμα μου, τα σαββατόβραδα οι εφημερίες είναι η καλύτερη έξοδος,  όλοι βρίσκονται εκεί σχεδόν αναγκαστικά, φοράνε τα κακά τους, βρωμάνε  και σπρώχνονται, εγώ δεν σπρώχνω ποτέ, δε βιάζομαι, η ακτινολόγα με λέει πουλάκι μου, φοράει γαλαζένια ρούχα κι είναι άλουστη, παλεύω με τον επιχείλιο, παλεύω με τις οικογενειακές ενοχές, μαλώνω τους πάντες μέσα στο μυαλό μου κι ύστερα τους δικαιολογώ, οι στιγμές που πάω να κρισιαστώ ουρλιάζοντας αφήστε με όλοι ήσυχοι λιγοστεύουν, το παρελθόν μου εξακολουθεί να είναι αναγουλιαστικό μέχρι αναγούλας, ο απόπατος που ζέχνουν κάτι άνθρωποι είναι θλιβερός, με μαλώνω κι εμένα που αποπατίστηκα, δε γαμιέται με δικαιολογώ κι εμένα. Η απο πάνω της αδερφής μου περνάει τη μισή μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας, μιλάει με μια άλλη, μπαίνω και δεν τη χαιρετώ, ίσα που κουνάω το κεφάλι μου, φθινοπωριάζει και φοράει καλσόν κι ώσπου ν'ανοίξει η αδερφή μου την πόρτα διακρίνω τις σκασμένες φτέρνες της, μέσα από το νάυλον, με αηδίαζε από παιδί η εικόνα αυτή, θυμάμαι τις φίλες της γιαγιάς να έρχονται, να βγάζουν τις παντόφλες τους έξω από το σπίτι, κι εγώ να κοιτάζω επίμονα τη νεκροκυτταρίλα τους να διαγράφεται μέσα από το μαύρο νάυλον, μερικά ήταν σκισμένα εκεί,κι άλλες φορές όταν τα έτριβαν μεταξύ τους ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο χρτσς χρτσς, αηδίαζα κι έλεγα πως αν γίνει ποτέ έτσι η φτέρνα μου θ' αυτοκτονήσω, αηδίαζα μα μετά τις δικαιολογούσα κι αυτές, την από πάνω της αδερφής μου δεν τη δικαιολογώ γιατί είναι η μεγαλύτερη βρωμοκατινάρα του κόσμου, κι όσο η αδερφή μου έλειπε από το σπίτι της εγώ είχα τα κλειδιά και το είχα κάνει γαμιστρώνα το σπίτι κι εκείνη σίγουρα από μέσα της έλεγε καλά που έχουμε τη μεγάλη αδερφή εδώ να μένει γιατί αν έρθει η μικρή τη γαμήσαμε,τα σάββατα στη δουλειά είναι αποπνικτικά, γίνομαι κάτι που με το ζόρι αναγνωρίζω, πίνω αυτοκαταστροφικά γιατί δεν ξέρω να το κάνω ευχαριστιάρικα, αδυνατώ να βασιστώ σε οποιουδήποτε την κουβέντα, η ανθρωπική αναξιοπιστία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, σε αγγίζω ανεπαίσθητα και μου 'ρχεται ημιλιποθυμία αλλά εσύ χαμπάαρι, οι άνθρωποι πρώτα μαθαίνουν το πόσο ζεστά είναι τα μπούτια μου και ύστερα το πραγματικό μου όνομα, έκλεισα ραντεβού στο δερματολόγο, τί έχεις με ρώτησε, βγάζω αηδίες απάντησα, κανονίσαμε συνάντηση, να μου αφαιρέσει τις αηδίες που έβγαλα,  όποτε λέω τη λέξη αηδία, εκτός από τον εαυτό μου σκέφτομαι και το παρελθόν μου, το σπίτι είναι όμορφο, ζεστό και τακτοποιημένο, το καταχαίρομαι, ξυπνάω και το βλέπω να αυνανίζεται στο λιγοστό του φως, το σκυλί μου έχει πια τη γωνία του, είναι μικροκαριόλικο γιατί βρίσκει ευκαιρίες να πηδάει στον καναπέ αλλά κάνω ήχους μπρρρ, κντζντς, πσψςντ και κατεβαίνει  ανόρεχτα, το δεξί μου χέρι κρέμεται, βρήκα τυχαία ένα χαρτί ψάχνοντας ένα άλλο χαρτί και διάβασα κάτι αηδίες που μου χοροπήδησαν αναγουλιαστικά τη στομαχική χώρα, κοιμάμαι πλακώνοντας τον αριστερό ώμο εδώ και δύο μήνες, δεν παραπονιέται ο κακόμοιρος, αν ήμουν καλά θα οδηγούσα 7600 χιλιόμετρα μέχρι εκεί που θέλω αλλά αρχίδια το χέρι, αρχίζουν κι οι βροχές και να πάλι η υγρασία που λέγαμε, αργοπεθαίνει και το πόδι, είμαι ένα τεράστιο σημαντικό τίποτα, κοιμόμαστε γυμνοί, έχεις συνειδητοποιήσει πόσο ζεστά μπούτια έχω; χύνω πάνω σου και στάζουν τ'αρχίδια σου, δεν ξέρω πώς μεταφράζεται αυτό σε άλλες γλώσσες,φυτρώνουν παρανυχίδες στα δάχτυλά μου και κάθε φορά που τα χώνω μέσα στο βρακί μου σκαλώνουν και με πονάνε, μερικές ματώνουν, προχτές που σε έπιανα από τη μέση μοσχοβολούσες, προσπαθώ να θυμηθώ πόσο ανοιχτό είχες το πουκάμισο, είμαι ακατάλληλη για οτιδήποτε, αν κάποιος υπολογίσει σε μένα θα χάσει, το ξέρω κι ας το ξέρει, κάθε που ρουφάω μια τζούρα γέρνω το κεφάλι ανεπαίσθητα δεξιά, γράφω κάθε μέρα σε μαλακόχαρτα κι ύστερα όλα εξαφανίζονται,γράφω ένα βιβλίο χρόνια τώρα μα δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ γιατί είμαι αναβλητική ανθρώπισσα μέχρι αηδίας,κουτσοδιορθώνω μα μπαα, τελικά καταλαβαίνω πως μόνο για μένα γράφω, αυτιστική μαλάκω για πάντα, γράφω όπως αυνανίζομαι, αποφορτίζομαι και σκάω ήσυχα, έχω λόξυγγα και γελάω, πεινάω κάθε μέρα και φταίς εσύ, καυλώνω 879857438439843 φορές τη μέρα και φταίς εσύ, φοβάμαι 21324567865432134567 φορές τη μέρα και φταίω εγώ, ο ύπνος μου μικροφωνίζει και δεν αρκεί, θέλω να κοιμηθώ γυμνή, ζεστά και ήσυχα να μην ονειρευτώ,  να μην αγχώνομαι για το πώς θα στεγνώνουν τα ρούχα τώρα που χειμωνιάζει,η ώρα αλλάζει τώρα που γράφω, αγχώνομαι μήπως πρέπει να γράψω μια ώρα παραπάνω, ρουφάω άλλη μία, γδύνομαι και κοιμάμαι.

127


Οδηγάω και τραγουδάω "το φαρμακο που καίει τις πληγές είναι γραμμένο σ'αυτοσχέδιες συνταγές". "την πίκρα που 'χω μες στο στόμα πιές", η αγ. δημητρίου είναι πάντα μόνη της σαν εμένα, τα πουκάμισά σου μου ιδρώνουν το κεφάλι, στο λέω και δε με πιστεύεις,κανείς δεν πιστεύει κανέναν, ήρθαν τα γενέθλιά σου, 127 χρόνια κωλοπερίμενα, κωλοπεριμένω ,πεινάω, μόνιμα πεινάω, αηδία κατάντησε, πείνα μαζί με αηδία, με ασχήμια κολλημένη πάνω μου, κλαίω για τα χρόνια που έχασα με τιποτένιους, ποιά!εγώ η τιποτίστρια να κλαίω τον τιποτισμό, να μαζεύω ενοχές προίκα, να χαϊδεύω το στομάχι μου  μόνη, να μου λείπουν τα πιό χάδια του κόσμου που μόνο ένα αγόρι σε όλους τους πλανήτες ξέρει να δίνει, θέλω να τον ανακρίνω, να τον ρωτήσω πού έμαθες να χαϊδεύεις έτσι, κρατιέμαι, πονάει το κάτω μου, δεν ξέρω τί σκατά είναι, σάλπιγγα, ωοθήκη, μουνί, πώς λέγεται εκει κάτω, ναι εκείνο το υγρό υπέροχο ζεστό σημείο λέω, πώς λέγεται ρε, βουλώνει η μύτη μου, κι ο οργανισμός μου, κεράσι-επινεφρίνη , 1-0, αναπνέω με το στόμα, έλα ν' αλλάξουμε μαζί σεντόνια, έλα να μάθεις να στρίβεις τσιγάρα, έλα κι έλα, το καλοκαίρι αυτό θα μας ξεσκίσει να το θυμάσαι, σε πεθυμώ, πού στον πούτσο είσαι, αφού δε με ψάχνεις, γιατί με ψάχνεις;κανέναν δεν έχω όταν ξημερώνει, κανέναν δεν έχω όταν δεν ξημερώνει, κανένας δε μ' έχει. θέλεις να μ ' έχεις; πες ναι, πες πες ναι, είδα κάτι πουλιά, πετούσαν βαρετά,  κι ανόρεχτα, μιλήσαμε λίγο, έλα με τις ανθρωποπαπαριές σας, μου έλεγαν, αντί να περπατάμε , απλά πετάμε, σιγά τη μαλακία, γέλασα εγώ, σάββατο βράδυ κόβουν το νερό τα μουνιά, ανοίγω το ψυγείο, παίρνω 4 μπουκάλια, κάνω ντουΖζζ, κωλωπαγώνω, ούτε μισή σάλπιγγα δε θα μείνει, στο τέλος μυρίζω όμορφα, ο αφεντικός απλώνει το χέρι πάλι και μου χαϊδεύει την πλάτη, μπορεί και να του σηκώνεται, στ'αρχίδια μου, μόνο λεφτά θέλω, 140 για το ρεύμα, έχω 70, αρχίδια, κωλοφτωχή είμαι, αρχίδια, μάθε να στρίβεις, τί θεϊκό σεξ κάνουμε, φταίει το συναίσθημα το είπαμε ναι, τη θλίψη μου πριν και μετά τη βλέπεις; η υγρασία του κόλπου μου είναι παροιμιώδης, με τρομάζει κι εμένα μη νομίζεις, έχετε γενέθλια το είπαμε ναι, και οι 72 έχετε, θέλω να γαμηθούμε μια μέρα όλοι μαζί, να με σκίσετε όλοι μαζί, μη μου θυμώνεις, σου χω φέρει κει τσόλια στη λισαβόνα, μη θυμώνεις, τώρα ετοιμάζομαι πάλι να σου ρθω, έλα μη γκρινιάζεις, εμένα ήθελες, εμένα θα έχεις,τα μάτια μου κλείνουν και μετά δεν ανοίγουν, το στομάχι μου κοντεύει να βγεί έξω μου, ναι είναι πεινασμένο, ο γκρί γαμωαναπτήρας ανάβει σα μουρλός, κοντεύει να μου κάψει βλεφαρίδες και άλλα, είμαι κουρασμένη. να ξάπλωνα, να μ έγλειφες, να έχυνα μέσα στο στόμα σου και να κοιμόμουν τον βαθύτερο ύπνο που βαθυκοιμήθηκε άνθρωπος. ιδέα δεν έχεις πόσο σε πεθυμώ, ιδέα.να σου ακουμπούσα το γόνατο και τίποτα άλλο...

18131912

Πλένω τα δόντια μου σχολαστικά, το αφεντικό τυχαία ακουμπά την πλάτη μου και την επαινεί,  επαινεί το δέρμα μου,  το ξέρω ρε αρχιδιάρη οτι έχω μαλακό δέρμα, δώσε κάτι παραπάνω να ζήσω,  έχω πονοκεφάλους που θα μπορούσαν να περάσουν τα σύνορα, εσύ υπερόμορφος έρχεσαι και φεύγεις, μισομαλώνουμε, υπάρχεις και τρομάζω σαν μωρό, μου λείπεις, σε σκέφτομαι, μα κουβέντα δε λέω, καταπίνω παυσίπονα, όχι τα ασημί ρε μάνα, τα κόκκινα παίρνω, από τον γενάρη σκέφτομαι την απολύμανση μα την καθυστέρησα και πάλι σα μαλακισμένο και νααα πάρτα μωρή, πάρε τις κατσαρίδες στη μούρη, ευτυχώς το αγόρι σηκώθηκε ήρεμα, την ξεπάστρεψε κι ύστερα μ' αγκάλιασε, ηρέμησε μου' λεγε, με τί απ 'ολα να ηρεμήσω, με την κατσαρίδα ή με σένα, εγώ ποιήματα δεν ξέρω να γράφω, μια μέρα όμως θα γράψω ωδή στην κέτσαπ ή στις τηγανητές πατάτες, ρεύτηκα σαν αγόρι, φέρομαι σαν απροσάρμοστο γιατί ο φόβος μου είναι παροιμοιώδης, είμαι αυτήπουέδιωχνετ'αγόρια, αντιδρώ στις αγάπες όπως και στις κατσαρίδες και δεν ξέρω καν αν είμαι λιγότερο σιχαμερή από 'κείνες, το σκυλί δε με θέλει πιά, γιατί να με θέλει, βήχω σα γαϊδούρι κι ας μην έχω ακούσει ποτέ γαϊδούρι να βήχει, σχήματα, κύκλοι, άνθρωποι, σχέσεις, κι εγώ σαν άμαθο μωρό  να κοιτάω με γουρλωμένα μάτια και να γέρνω δεξιά τον λαιμό μου, μήπως και καταλάβει, τα σιχαίνομαι όλα, θέλω να βρίσω μα το μαύρο σου πουκάμισο δε με αφήνει, το άγγιγμά σου στα  πόδια μου, ξημερώνει κι εγώ νυχτώνω, είμαι φοβική ολικής, πιό όλικής κι από τα δημητριακά μου, τρείς βδομάδες είμαι υγρή, το λονδίνο με ξαναπεριμένει μα σιγά να μην πάω, φέρνω λονδρέζικα δώρα σε όσους με νοιάζουν, με νοιάζουν γιατί έτσι, δε θα δώσω λογαριασμό,  κουράστηκα και δεν υπάρχει κανείς να με ξεκουράσει και μην παρεξηγηθείς, απλά όταν εσύ με χαϊδεύεις εγώ δεν ξέρεις τί παθαίνω, νευριάζομαι ρε, που όσοι εκτιμώ είναι λυπημένοι, τους ονειρεύομαι, λυπημένους και δικούς μου, τους ονειρεύομαι. ονειρεύομαι πως τους προστατεύω, πως τους κάνω σεξ, πως τους τυλίγω με μεμβράνες τρυφεράδας, ξέρεις τι;, είμαστε λίγοι εμείς που αγαπάω, πρέπει να μας προστατέψω ολους, εγώ τ' αγόρια τα διώχνω μακρυά, εγώ είμαι η πιο υγρή που ξέρετε όλοι, εγώ είμαι η πιό κατεστραμμένη γιατί άφησα ανθρώπους να με καταστρέψουν, εγώ νοιάζομαι στην παθητική φωνή, νοιάζομαι με νοιάξιμο, όποτε σε βλέπω κατεβασμένο παθαίνω κατεβασμό και χέσε με εμένα, εσένα δε σου πάει ο κατεβασμός, για κάθε γιώργο που έχασα βρήκα καινούργιο, έχω τον παντοτινό όμως που πήγε στο Σηάτλ και θα ρθει κάνα πρωί του τέλη Ιούλη ή καμιά κυριακή Κιούμπρικ να με ξυπνήσει κάνοντας τσικ τσικ κι εγώ θα του μαγειρέψω, οι αγάπες μου δεν τελείωνουν, όσοι αγάπησα θα είναι εκεί για πάντα, ένα αγόρι με υπέροχα χέρια και κιτςζσ δαχτυλίδι μου μιλάει για ομορφιές, τον ακούω με τ' αυτιά τεντωμένα, η ανθρωπότητα κουράστηκε από την κούρασή μου, αχ ας μη μου μιλήσει κανείς μέχρι τον αύγουστο, σας παρακαλώ όσοι μ' αγαπάτε μη μου δίνετε σημασία, πείτε πως δεν υπάρχω, όποτε με βλέπετε κάντε πως δε με βλέπετε, όσοι ξέρετε τί παθαίνει το στομάχι μου όταν στεναχωριέται κάντε πως δε με βλέπετε, γεννήθηκα στεναχωρημένη και θυμωμένη, θα μπορούσα να σε χαϊδεύω απόψε μέχρι να παραγγείλεις καινούργιο δέρμα , μα όπως είδες κρατήθηκα στο ύψος μου, στο  σιγά το ύψος θα πείς, μα ναι, έστω σ' αυτό ξέρω να κρατιέμαι, η μαμά είναι γλυκούλα τελευταία, αυτό το καλοκαίρι θα είναι γλυκούλι απο άποψη μαμαδίσια, ο μπαμπάς λέει την ιστορία  για το διπλανό μουνόπανο  κάθε τόσο, σήμερα το απόγευμα πήγα να του κάνω παρέα, καθίσαμε στο μεγάλο μπαλκόνι και να πάλι άρχισε για το διπλανό μουνόπανο και τρέμουν τα χειλάκια του, ηρέμησε μπαμπακούλη πανέμορφε, έγινε αυτό, τελείωσε, τον έβρισες και αρκεί, ναι καλά έκανες, κωλόγερος κακό ψόφο να 'χει, όχι απλό ψόφο, κακό ψόφο, τον χειρότερο ψόφο του κόσμου, είπε για τη μαμά πως θα της γαμήσει τη μάνα, δηλαδή είπε κακές κουβέντες και για τη γιαγιά, άκου ρε μουνόπανο σκατόγερε, αγράμματε κωλάνθρωπε, αν ξαναπιάσεις τη γιαγιά στο στόμα σου θ' ανέβω στην ταράτσα σου και θα κάνω σεισμό και τσουνάμι και ηφαίστειο, γαμώ το σπίτι σου, κωλάνθρωποι, γαμωγείτονες, σιχαμένη ανθρωπότητα, μικροψώληδες τιποτένιοι, η οικογενειούλα σου, η περιουσιούλα σου, σκουλήκια θα σε τρώνε μαλάκα, θα βγαίνουν κι απ' τα μάτια σου που και τώρα βγαίνουν γιατί τίποτα όμορφο δεν είδες ποτέ, έλα να τον βρίσουμε μπαμπά, έλα έλα, εσύ να λες τί του είπες κι εγώ να λέω, ουστ γαμημένε κωλόγερε κι εσύ να ευχαριστιέσαι που βρίζουμε, έλα έλα πες κι άλλα, έλα δε βαριέμαι ποτέ να βρίζω ανθρώπους, ο μπαμπάς λέει ποτέ για κανέναν δεν έχω ευχηθεί να ψοφήσει μα αυτός κακό ψόφο να'χει, του απαντώ πως το έχω ευχηθεί για πολλούς και δε νοιώθω άσχημα, η σχιζοφρενική μου αγάπη μου στέλνει συνταγές για γαϊδουράγκαθα, το σκυλί δε με θέλει πια, κι αύριο που θα της κάνω και μπάνιο θα με ξεθελήσει για πάντα,οι συμμαθήτριές μου  γίνηκαν εμπόρισσες, παχαίνουν καταθλιπτικά, κι όλη η θλίψη τους είναι κάπως συκεντρωμένη στο προγούλι τους, έχουν παιδιά και άντρες, μοιάζουν πενηντάρες κι εγώ μπροστά τους κοριτσάκι, η καρδιά μου χτυπάει ακόμα και κάτι στιγμές είμαι ολοζώντανη. θα περάσω μόνη το πάτωμα στο δωμάτιο γιατί είμαι μεγάλη μαστόρισσα μα θα περιμένω τον μάστορα να βάλει τα πλακάκια στην κουζίνα, δεν τα πάω καλά με τον αρμόστοκο, γύρισα σπίτι και είμαι μόνη μου, ολομόναχη ,τόσο που σχεδόν τσούζει, αλλά τέτοια είμαι αφού, σαν την ασφάλεια της μοναξιάς δεν έχει,  έχω ακράτεια, το λέω και ξεκαρδίζομαι, μακάρι να με αγαπούσε κάποιος και να γινόταν χαρούμενος που υπάρχω, μακάρι να γινόμουν κι εγώ χαρούμενη, μακάρι να μπορούσες να μου τηγανίσεις αυγά σήμερα το πρωί, μακάρι να μπορούσα να φάω ψωμί,μακάρι όλα να ήταν εύκολα, μακάρι να μην είχα γεννηθεί άνθρωπος, μακάρι να ήμουν όμορφη  και υγιής, μακάρι να μπορούσα να πω και να δείξω όσα αισθάνομαι χωρίς να με πιάνει πυρετικό ρίγος, μακάρι να μην υπήρχαν κατσαρίδες , μακάρι να μην ήξερα πως θα πεθάνω, μακάρι να πέθαινα αύριο αλλά να μην το ήξερα, ο μπάρμαν με κερνάει μπύρα, μου ακουμπάει τον καρπό. ευχαριστώ λέω και τραβιέμαι απότομα, αν πάμε μαζί ποτέ στο σούπερμάρκετ μην απορήσεις
που θ'΄αγοράσω δυο συσκευασίες κέτσαπ, είναι ο τρόπος μου να επιβιώνω, ή η ελπίδα μου, πάρτο κι έτσι.

0000

Дυό τόνοι ξύλα χύθηκαν στην αυλή,  τις νύχτες επιστρέφω νωρίς,  στην τράπεζα το πρωί το σώμα της κυρίας πίσω μου είναι βιαστικό, το αισθάνομαι να δονείται πίσω μου αγάμητα, είμαστε στον θάλαμο εκείνον της αναμονής, η φωνή λέει πατήστε το κουμπί και περιμένετε ν' ανάψει το πράσινο, ψάχνω το κουμπί, στα δύο δευτερόλεπτα που διαρκεί αυτό, νοιώθω το χέρι της από πίσω να θέλει να πεταχτεί να το πατήσει, η ανάσα της είναι εκνευρισμένη, στο μουνί μου τη γράφω, η πόρτα ανοίγει, μπαίνω με βήμα ήρεμο και κανονικό, κοιτάζω δεξιά ένα υποκίτρινο φως που μπαίνει από τη τζαμαρία, στα δύο δευτερόλεπτα που διαρκεί αυτό, η κυρία με σπρώχνει για να προλάβει να πάρει χαρτάκι πριν απο μένα,  μου θυμίζει εκείνη τη βρωμερή ίδια κυρία που έκανε το ίδιο στον ο.α.ε.δ και κόντεψε να με ρίξει κάτω, μα ο υπάλληλος που την εξυπηρέτησε ήταν πιο αργός από τον υπάλληλο που εξυπηρέτησε εμένα κι έτσι τελείωσα πρώτη και φεύγοντας της έδειξα το υπέροχο κωλοδάχτυλό μου κάνοντας και μισή στροφή,  ή την άλλη στο μανάβικο του supermarket  με το κωλόμωρό της και τη σκατομάνα της, οι άνθρωποι σιχαίνονται τις ζωές τους και το δείχνουν κάθε που πρέπει να κάνουν υπομονή έστω σε μια  μικρή ουρά για να ζυγίσουν τις ντομάτες τους, ζώα που σπρώχνονται να προλάβουν να καθίσουν στο λεωφορείο, να πληρώσουν έναν λογαριασμό, να παραλάβουν ένα δέμα, να ζυγίσουν δυο γαμημένες ντομάτες, τα σάββατα πηγαίνουμε με τη μαμά στο  supermarket, η μαμά είναι πάντα βιαστική μα ποτέ δε χώνεται, ποτέ δεν σπρώχνει, έχει τη βιασύνη  που έχει σε όλη τη ζωή της, την ολόδική της βιασύνη που είναι ευγενής τουλάχιστον, είναι όλοι άσχημοι μέσα στην αγωνία τους να προλάβουν να πάρουν χαρτάκι, είναι άσχημοι στο ταμείο, άχρηστες τιποτοικογένειες με ατίθασα καταπιεσμένα παιδάκια, μανάδες κακοφορμισμένες και μπαμπάδες ημίσκληρους, παρατηρώ μια  τέτοια οικογένεια, τους πετυχαίνω πρώτα στον διάδρομο με τις κονσέρβες, κι ύστερα στον άλλον με τα απορρυπαντικά, ο άντρας κι η γυναίκα δεν κοιτάζονται ποτέ, τους ξαναβρίσκω στο ταμείο, το αγοράκι ρίχνει κάτω το μπουφάν του, το κοριτσάκι με περιεργάζεται, κοιτάζει τα χέρια μου με απορία, κοιτάζει μια το δεξί που έχει μπλε νύχια κι ύστερα το αριστερό που έχει μωβ, ο άντρας κι η γυναίκα δεν κοιτάζονται, μπορεί να έπρεπε να νοιώσω συμπόνοια, να σκεφτώ πως είναι κουρασμένοι, πως αγχώνονται για τα άλλα χαρτάκια τα χρωματιστά που καθορίζουν τα πάντα, όχι δε μπορώ να νοιώσω καμία συμπόνοια, εμετό μου προκαλούν,  τους κάνω εικόνα να επιστρέφουν σπίτι μέσα στην απογευματινή σαββατομιζέρια τους και αναγουλιάζω κι αμέσως παθαίνω αυτοθυμό, ποιά είσαι μωρή μαλακισμένη που τα ξέρεις όλα, μπορεί να φτάσουν σπίτι και να πηδηχτούν μέσα σε απόλυτη καύλα κι αγάπη και να λιώσουν στα χάδια κι εσύ να γυρίσεις μόνη στο βρωμόσπιτό σου, ολομόναχη και κατάξερη και νηστική, νοιώθω την ίδια αναγούλα και για μένα, όλοι το ίδιο σιχαμένοι είμαστε μα εγώ τουλάχιστον δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, σε μένα μόνο που δεν παίρνω από λόγια, τα ξύλα στην αυλή είναι βουνό, φοράω κάτι τεράστια γάντια, τα χέρια μου κολυμπάνε μέσα, ξεκινάω να παίρνω ένα να το βάζω στη θέση του, το κάνω αργά, διαλέγω ποιό ταιριάζει με ποιό σα να κάνω παζλ, καταλαβαίνω πως με αυτόν  τον ρυθμό δε θα τελειώσουν ποτέ, αρχίσω να τα παίρνω στα χέρια μου δύο-δύο, κι αν κάποιο είναι κάπως μικρό κι ελαφρύ παίρνω και τρίτο, φοράω μόνο μια ζακέτα, ο μπαμπάς είναι πιο εκεί και κόβει τα μεγάλα στη μέση, κάνει ένα μαγικό με το τσεκούρι και τα χτυπάει μια φορά και μετά γυρίζει το τσεκούρι από την ανάποδη, κάθε φορά σταματάω και τον κοιτάω, του λέω άσε με κι εμένα να δοκιμάσω, παίρνω ένα χοντρό μεγάλο ξύλο όχι μου λέει αυτό δε γίνεται είναι στριφνό, θέλω λίγο να γελάσω, η παιδική μου αθωότητα θα τον ρωτούσε σαν το κεφάλι σου ε μπαμπά; η ενήλική μου ενοχότητα ρωτάει απλώς τι πάει να πεί στριφνό, ο μπαμπάς εξηγεί κι εγώ επιμένω και ρωτάω, μα δεν κόβεται με τίποτα; ούτε με πριόνι; ούτε με αλυσοπρίονο; ο μπαμπάς απαντάει όχι κάθε φορά, η παιδική μου αθωότητα θα ρωτούσε ούτε με δράκο; η ενήλική μου ενοχότητα αποφασίζει να πάψει να ρωτάει, παίρνω ένα άλλο, το χτυπάω με το τσεκούρι και καταφέρνω μόνο να κολλήσει το τσεκούρι μέσα, φτάνει προσπάθησα, η μαμά απλώνει πετσέτες στο μπαλκόνι και μας κοιτάει, ορίστε που παραπονιέσαι που δεν έκανες γιο την ακούω να λέει, κι αμέσως μετά βάλε κάτι ακόμα παιδί μου με τη ζακετούλα είσαι, ο μπαμπάς με κοιτάζει ιδρωμένη με τα τεράστια γάντια και τα τρία κούτσουρα στα χέρια και γίνεται ολόκληρος μια ενοχή, σε λίγο βγάζω τη ζακέτα μου και γίνομαι ο εαυτός μου με την πλάτη και τους ώμους έξω, έχω πιάσει ρυθμό πια, θα μπορούσα να στοιβάζω κούτσουρα για όλη μου τη ζωή, η μαμά ξαναβγαίνει με βλέπει χωρίς τη ζακέτα λέει κάτι δικά της, ακούω μερικές λέξεις, μη χειρότερα θεε μου και τέτοια και μπαίνει μέσα γρήγογρα σα να μην αντέχει να με βλέπει, το ξυλοβουνό αρχίζει να μικραίνει, κι άλλο κι άλλο κι άλλο, η δουλειά τελείωσε, μυρίζω ωραία, ξυλένια, ξυλικά, βγάζω τα γάντια και τα χέρια μου είναι κατακόκκινα, με φαγουρίζουν, πηγαίνω μέσα να πλυθώ, ο μπαμπάς δεν έχει γιο  αλλά έχει μια κόρη που είναι δυνατή σαν αγόρι και κουβαλάει τρία τρία τα κούτσουρα κι η μαμά έχει μια κόρη που δε φοράει ζακέτες και πανωφόρια αλλά κάνει τον άντρα της να γελάει κι έτσι της τα συγχωρεί όλα, αν όλη η ζωή είναι γεμάτη απο ενοχές, συμπλέγματα, φόβους κι ανασφάλειες τότε ευτυχία είναι οι στιγμές που αυτά λείπουν, οι ελάχιστες στιγμές, οι τόσες δα, νύχτωσε κι όλα είναι ήσυχα, το σαββατόβραδο ήσυχο, βήχω σαν σκατά και χαλάω την ησυχία, ψάχνω αναπτήρα στην τσάντα μου, χώνω μέσα το χέρι και το στριφογυρίζω, βγάζω το χαρτάκι της τράπεζας, ένα χαρτάκι με έναν αριθμό, λευκό και μικρό, βγάζω κι ένα λίγο πιο μεγάλο ροζ με τον αριθμό 10 επάνω, σκέφτομαι πως αν είχα μπόλικα τέτοια θα ήταν όλα αλλιώς, σκέφτομαι πως όταν δεν έχεις τέτοια δεν έχεις τίποτα, χάνεις κεφάλια, πόδια, χέρια, νεφρά επειδή δεν έχεις ροζ και γαλάζια χαρτάκια, είναι τόσο αηδία που καταντάει ωραίο, βήχω, πίνω νερό, σκουπίζω, τινάζω, μια σκόνη μπαίνει στο μάτι μου,  πιάνω την κιθάρα, τραγουδάω, σταματάω, τί καλά να ξεκινούσε πάλι χειμώνας, στις εφτά το απόγευμα  δεν είναι πια βαθύ σκοτάδι, θ' αλλάξει η ώρα πάλι, μια ώρα μπροστά ναι, πώς ν' αλλάξουν οι άνθρωποι, μια ώρα μπροστά κάθε μάρτη, μια ώρα πίσω κάθε οκτώβρη, πώς να πάνε μπροστά εε; πώς;;; τώρα που το σκέφτομαι κι εμένα το πίσω μ'αρέσει αφού, ο οκτώβρης και το πίσω και το από πίσω, όχι οι πισινές ευτυχώς, όχι οι καβάτζες ευτυχώς, ευτυχώς και δυστυχώς, ευτυχώς γιατί θα καταντούσα μια πισινή που βιάζεται και σπρώχνει, μια ξεφτιλισμένη γυφτένια  κουράδα χωρίς αξιοπρέπεια  που δε ντρέπεται προκειμένου ν' αποκτήσει υλικά "αγαθά", δυστυχώς γιατί τώρα θα είχα πολλά ροζ και πολλα υλικά "αγαθά", και θα ήμουν πρώτη πρώτη σε όλα τα γκισέ, και θα είχα έξι νεφρά και τρία πόδια, αλλά ξέρεις τί ρε γύφτο; τις νύχτες θα κοιμόμουν με ημίσκληρους... προτιμώ τους "σκληρούς"... τράβα γαμήσου τώρα.

9


 Дεν κατάλαβα αν κοιμήθηκα ή αν λιποθύμησα, η ανικανότητά μου είναι παροιμιώδης, η αηδία μου επίσης. Έφαγα ταραμά με μέλι, βουτάω το δάχτυλό μου στην κέτσαπ, κλωτσάω ο,τι όμορφο συμβαίνει, το μυαλό μου δε μπορεί να ξεκολλήσει απο εκεί, εκεί, η μαμά  έφερε έναν φτηνιάρικο καπνό, ο μπαμπάς άλλαξε το φίλτρο στη βρύση μα το νερό εξακολουθεί να έχει μια γεύση που δε μ'αρέσει, μπορεί να φταίει που τρώω ταραμά με μέλι, τα μαλλιά μου αρραιώνουν, μικροσκοπικά καπέλα κρύβουν τ' άκρυφτα, πώς να είναι η ζωή όταν τη μοιράζεσαι με κάποιον αναρωτιέμαι, το τσιμέντο της αυλής γλιτσιάζει από τα νερά, όλοι έχουμε γλιστρήσει εκεί, ξέμεινε η πετσέτα της Ζαΐρας στο παράθυρο, έρχεται κάθε νύχτα και κοιμάται μια λευκή πανέμορφη γάτα, σκέφτομαι πως αν μπορούσα να την κρατήσω θα τη φώναζα ασπρούλα και μου 'ρχεται εμετός με τη σκέψη, ηλίθιος ανθρώπινος εγκέφαλος, με τη λογική αυτή εγώ θα έπρεπε να ονομάζομαι αχρηστούλα ή χοντροκωλούλα και πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω να ονομάζονται αηδιούλες ή εμετούληδες, εύχομαι κάθε νύχτα τον ψόφο του οδηγού του ασημί  peugeot που παραλίγο να με σκοτώσει, φαντασιώνομαι πως χτυπάει σε μια κολώνα και κόβεται στα δύο ολόκληρος τόσο που χωρίζουν τ' αρχίδια του στη μέση ( αν έχει)να πεταχτεί ένα δεξιά ένα αριστερά να περάσουν ασπρομαυρούλες να του τα φάνε, σκέφτομαι τα δευτερόλεπτα του τρόμου και μουδιάζω, πλένω σχολαστικά τα καλσόν και τα εσώρουχά μου στο χέρι, τα στραγγίζω και τ' απλώνω διπλωμένα στο καλοριφέρ, όταν πίνω δεν ξέρω τί κάνω, όταν δεν πίνω δεν ξέρω τί κάνω, η στεναχώρια των ημερών έχει πια όνομα, είναι βαφτισμένη πια, άλλαξα σεντόνια επιτέλους, δυο σακούλες πράσινα στο νεροχύτη, περιμένω να στεγνώσουν να τα τυλίξω σε χαρτί να τα βάλω στο ψυγείο, σε μια εβδομάδα θα είναι στο στομάχι μου, δύο ολόκληρες σακούλες στο στομάχι μου μαζί με στεναχώρια που δε μπαίνει ούτε σε σακούλα ούτε σε ψυγείο, μόνο σε στομάχι, είμαι τόσο στεναχωρημένη που ο οργασμός μου είναι βαρετός και μου φέρνει κλάματα, μπορεί να είναι ο ορισμός της κλαψομουνιάς αυτός, εεε και τί έγινε μόνη μου, όλο μόνη μου, όλα μόνη μου, τα αίματα σταμάτησαν, θα 'ρθουν άλλα, ξεπαραδιάζουν οι γιατροί, 90 ευρώ δώρο στο υπέροχο μουνί μου, το σπίτι είναι παλιό, τα έχει όλα μα του λείπουν (μ)πρίζες και διακόπτες*, έτσι κι εγώ έχω πατεντιάσει εδω μέσα, καλώδια έρχονται απο παντού περνάνε μέσα απο κασώματα, στρίβουν, ανεβαίνουν κατεβαίνουν καρφωμένα με ρόκα ( ή ροκάκια που θα λεγε ο μπαμπάς που υποκορίζει και τ ανυποκόριστα), βιδωμένα πολύ(μ)πριζα σε τοίχους, κολώνες, πατώματα, πέφτει το ρεύμα όταν βάζω  ηλεκτρική σκούπα, βγάζω το ένα, βάζω το άλλο, βγάζω την τοστιέρα, βάζω την καφετιέρα, βγάζω τον εκτυπωτή βάζω τον φορτιστή του κινητού, διαδικασία εξαντλητική για κανονικό άνθρωπο, έχω συνηθίσει, το δεξί μου γόνατο με σουβλίζει, λέω κάθε μέρα πως θα κάνω χίλια πράγματα κάποιος πόνος τελικά δε με αφήνει, έχω ξεμείνει σε έναν εαυτό που δεν αναγνωρίζω, ο μάρτιος αποδείχτηκε αγαπημένος, γκρίζος κόντρα στα  κοκκινολευκά βραχιολάκια που στολίζουν καρπούς, πρώτη φορά μετά από τόσα πολλά χρόνια που δε φόρεσα, πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, για δώρο θέλω να γίνει καλά ένα αριστερό χέρι που έσπασε αυτό θέλω μόνο και τίποτα άλλο, η κυρία με ρωτούσε  ποιό τραίνο να πάρει για να κατέβει στην oxford street, της είπα να με ακολουθήσει κι αμέσως ένοιωσα μια ευθύνη να κάθεται στην πλάτη μου ήμουν υπέυθυνη εγώ για κείνη, μπήκαμε στο τραίνο αμίλητες και λίγο αμήχανες, ατεβήκαμε βγήκαμε στο δρόμο, εδώ είστε κυρία, με ευχαρίστησε κι έφυγε προς τα κάτω, εγώ προς τα πάνω, γελάω με το πάνω και κάτω, γελάω με το πώς ορίζονται αυτά, εκείνη μπορεί να νόμιζε πως έφυγε προς τα πάνω κι εγώ προς τα κάτω, σημασία έχει πως εκείνη πήγε προς το αριστερό μου χέρι κι εγώ προς το δεξί γελάω πάλι, ποιός ορίζει το αριστερό και το δεξί, για τίποτα δε μπορεί να είναι σίγουρος κανείς εκτός απο λίγα, θα ψοφήσουμε μια μέρα, τα μάτια με το κλάμα αλλάζουν, το είχα ξεχάσει, κοκκινίζουν, ήρθε ο μπαμπάς να φέρει το φίλτρο, με ρώτησε αν έκλαιγα γιατί τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα γελάω με το κατακόκκινα, ποιός το ορίζει το κόκκινο, τα έτριβα για ώρα του είπα, με μάλωσε που δε φοράω τα γυαλιά και διαβάζω όλη μέρα με χαμηλό φωτισμό που καίει και πολύ ρεύμα, ο μπαμπάς υπολογίζει όλα τα φωτιστικά στο σπίτι, επιμένει πως αν άναβα το κεντρικό φως θα κατανάλωνα λιγότερα watt, του γυρίζω την κουβέντα στα επιστημονικά που αγαπάει για να ξεχαστεί και να μη με πρήζει, μπαμπά κι ο watt κι ο   joule ήταν james το ξέρεις; ψαρώνει σαν αγοράκι μικρό, ο μπαμπάς ξέρει πως ένα watt είναι ένα joule το δευτερόλεπτο, ε και;, όλοι το ξέρουμε, σημασία έχει πόσα καταναλώνουμε, σημασία έχει οτι τα μάτια μου δεν είναι κόκκινα από το τρίψιμο, μήτε από το διάβασμα στο ημίφως, σημασία έχει πως πλάνταξα μπαμπά που αν έπρεπε να σου βρούμε όνομα όπως στα κατοικίδια θα ήσουν ο καταθλιπτικούλης κι η μαμά η παρεμβατικούλα κι όλοι μαζί οι προβληματικούληδες. Πάω να βγάλω το πλυντήριο τώρα να βάλω το φουυυυ που στεγνώνει τα μαλλιά.