Eratous 7 - 55535


H  ζωή χωρίς τσιγάρο είναι ένα ανυπόφορο βασανιστήριο χωρίς νόημα. Πέρασαν πέντε χρόνια ζωής χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό, χωρίς καμία αυθόρμητη στιγμή, με μόνη παρηγοριά τον καφέ και τα τσιγάρα μου. Και τώρα ήρθε εκείνη η ώρα  που ποτέ δεν ήθελα να έρθει. Να μετράω τις ρουφηξιές όπως μετρούσα τα πολύτιμα φιλιά σου όταν έπρεπε να φύγεις από το σπίτι. Ξύπνησα στις έξι και μισή κι όμως δεν μπορώ να χαρώ το χάραμα, μιας και μου πέφτει μόνο ένα τσιγάρο κι ύστερα άγχος για το τρίωρο που θα περάσω άκαπνη. Ώω είναι τόσο υπεργελοίο όλο αυτό. Όλα επαναδιαμορφώθηκαν... Η κούπα του καφέ, εκείνη η τεράστια  φραουλί κούπα που με συντρόφευε για ώρες μαζί με πέντε τσιγάρα, τώρα έγινε ένα διαφανές φλυτζάνι μικρό, και οι γουλιές βιαστικές. Το ένα και μοναδικό τσιγάρο που μου πέφτει το πρωί, τελειώνει τόσο γρήγορα, τόσο τόσο γρήγορα, πόσο μαλακία ο χρόνος, πόσο σχετική μαλακία. Αποφάσισα να καπνίζω εφτά τσιγάρα την ημέρα γιατί το εφτά είναι πιο κοντά στο πέντε. Το οχτώ με τρόμαζε λίγο γιατί είναι πιο κοντά στο δέκα. Εγώ το υπερτούβλο στα μαθηματικά, κάνω διαιρέσεις στο τούβλινο μυαλό μου. Πρέπει να καπνίζω ένα τσιγάρο κάθε δυόμιση ώρες. Κι αυτό μας κάνει δεκαεφτάμιση ώρες, και περισσεύουν άλλες εξίμιση. Χααα, ποιός κοιμάται εξίμιση ώρες; Όχι εγώ. Κοιμάμαι τόσο λίγο κι έτσι η διαίρεσή μου πάει στράφι. Ας είναι. Το καταφέρνω κι αυτό. Κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω είναι φυσικά η παστρικότητα και οι δουλειές λες και δεν είχαμε αρκετά από δαύτα. Ας γυαλίσουμε λοιπόν τα γυαλισμένα, λίγο πιο γυαλιστικά αυτή τη φορά. Ας τρίψουμε ότι υπάρχει και δεν υπάρχει στο σπίτι μέχρι να μη νοιώθουμε τα νύχια μας. Ας ξανακαθαρίσουμε όλα τα ντουλάπια, ας ευθυγραμμίσουμε τα μπαχαρικά, τα σακουλάκια, τα βαζάκια. Έτριψα τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να ακουμπήσω τα κομμένα μου νύχια. Ήθελα να φωνάξω από τον πόνο. Να μην πω για τα χέρια, ωω εκεί να δείς ντροπή, τρέμουν σαν γριέτζικα. Τις νύχτες, την ώρα του τελευταίου τσιγάρου στο ξύλινο καναπεδάκι τη κουζίνας, δεν είμαι σίγουρη αν ξέρω πού βρίσκεται το σώμα μου οπότε αναγκαστικά παίρνω παρουσίες των μελών μου. Χέρια;;; αα εδώ μπροστά μου στη θέση τους, πόδια;; στη θέση τους, πλάτη;; α ναα. Αντιλαμβάνομαι την παρουσία τους μόνο από τον πόνο που μου προκαλούν. Τα ακούω να μου φωνάζουν, προστάτευσέ μας μωρή τί θα έχεις σε μερικά χρόνια; Την πρώτη εβδομάδα του απάνθρωπου αυτού εγχειρήματος, έκλεινα δεκατρείς συνεχόμενες ώρες χωρίς ξεκούραση, με την ελπίδα το βράδυ να με πάρει ο ύπνος. Έκλειναν τα μάτα μου από την εξάντληση. Κι όμως, μετά από μια ώρα ύπνου... τσουπ ξυπνούσα. Είναι τόσο βαρετά κατασκευασμένο το ανθρώπινο προϊόν. Λάθος το γαμήδι, λάθος, λάθος.

     Δεκαοχτώ του Γεναρίου, έξι και εικοσιοχτώ το πρωί. Μία χειμωνιάτικη μέρα ξημερώνει, κι εγώ γράφω για πρώτη φορά σε ολόκληρη τη γραφοζωή μου, χωρίς τσιγάρο στο χέρι να μου κάνει το πληκτρολόγιο μουνί. Ας προσθέσω δουλειές λοιπόν στη γεμάτη δουλειές ζωή μου. Όλα προγραμματισμένα, ψυχιατρική ρουτίνα. Τί ώρα θα βγω για τις γάτες, τί ώρα θα μπεί το πλυντήριο, πόση ώρα για να απλωθεί, πόση ώρα μαγείρεμα,  πόση ώρα γυμναστήριο, πόση ώρα περπάτημα, πόση, πόσος χρόνος, χρόνος, χρόνος τί χρόνος ρε. Πόση ώρα ζωή με νικοτίνη και πόση άνευ. Σαχλαμαρίζομαι να σκέφτομαι πανηλιθιότητες για να μην καταρρεύσει το σάπιο οικοδόμημα, το οποίο χωρίς νικοτίνη, χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό και χωρίς χαρά, πρέπει να σηκώσει τον ουρανοξύστη βασανιστικών συνθηκών κάτω από τις οποίες πρέπει να υπάρχω αυτά τα γαμημένα δύο χρόνια. Να ξυρίζω τα μαλλιά της μαμάς για δεύτερη φορά πάνω που είχαν μεγαλώσει και ήταν τόσο όμορφη την Τετάρτη το βράδυ, τόσο τόσο όμορφη κι εγώ πρόλαβα κι έβγαλα δυο παπαρατσοφωτογραφίες κι αυτή ήταν μία στιγμή χαράς. Οι στιγμές χαράς κρατάνε μερικά δευτερόλεπτα σαν αστέρια που πέφτουν. Ακριβώς έτσι. Όπως τα βλέπεις και λες αα νααα ένα αστ... και μετά δεν βλέπεις τίποτα. Μια απ' αυτές το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα που χόρευα  και τραγουδούσα λαμπάντα κι εσύ γελούσες. Το ίδιο απόγευμα χάιδευες το μαυρισμένο μου μπούτι ενώ εγώ φωτογράφιζα κάτι έφηβους κέδρους και λίγο πριν δύσει ο ήλιος βλέπαμε αγκαλιασμένοι το καράβι να μπαίνει στο λιμάνι  με τα γλάράκια από πάνω να κόβουν βόλτες και κοροϊδεύαμε τους σαμοθρακόβιους που επειδή κάθονται με την κωλοτρυπίδα ακουμπισμένη σε βράχους νομίζουν οτι είναι κοντά στη φύση. Εεεεε μπορείς να είσαι κοντά στη φύση με την κωλοτρυπίδα καθαρή, ήθελα να φωνάξω αλλά κρατήθηκα. Τρείς στιγμές ευτυχίας την ίδια μέρα ήταν τόσο πολύ, κάπως έπρεπε να το πληρώσω ε; το πλήρωσα σε λίτρα ασκίτη, σε κακές αξονικές και μεταστάσεις, σε άσκοπες χημειοθεραπείες και καινούργιους πανικούς. Μικροσκοπικές χαρές, ένα χαμόγελο της μαμάς, μερικά φιλιά μας σε σουπερ μάρκετ, η αστροφεγγιά, ένα μπιφτεκάκι τόσο δα, κι εγώ να γίνομαι ντίρλα με ένα ποτήρι τσίπουρο. Εσύ απορείς πώς γίνεται να πίνω ένα λίτρο ουίσκι στη δουλειά και να μη με πιάνει και πώς με ένα ποτηράκι τσίπουρο έγινα χώμα, εεε έτσι δουλεύει το σύστημά μου, στη δουλειά πρέπει να αντέξω αγγίγματα και φιλιά και κουβέντες που δεν τις σηκώνει ο σαπιοργανισμός μου. 

     Τις Παρασκευές κατεβαίνω από το βουνό με τα πόδια στη δουλειά κι όταν μετά από μια ώρα περίπου φτάνω, με κοιτάνε σαν εξωγήινη που πηγαίνω περπατώντας κι εγώ γελάω και πίνω εκατό λίτρα νερό. Τις Δευτέρες που είμαι πάντα άυπνη οδηγώ μέχρι το χημειοθεραπευτικό κέντρο με το όνομα Νίκος Κούρκουλος και ναι έχει άλλη χάρη να γίνονται οι χημειοθεραπείες σε ένα κτίριο που ονομάζεται έτσι. Ίσως στη Γαλλία να έχουν κι αυτοί ένα Αλαίν Ντελόν και στην Ιταλία Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι  και πάει λέγοντας. Θα ήταν πιο διασκεδαστικό ώστόσο αν στην είσοδο έπαιζε βίντεο δείχνοντας τον Κούρκουλο να φωνάζει -τί κάνετε μωρέ; σταματήστε τη χημειοθεραπεία! οοοόχι άλλη χημειοθεραπεία.(click)  Ναι κι όμως στις εφτά το πρωί κάθε Δευτέρας, μέσα στην απόγνωση και την απορία ( τί κάνουμε εδώ, τί κάνουμε εδώ) εγώ σκέφτομαι μέσα μου τέτοιες γελοιότητες, ναι αν ήμουν υπεύθυνη της υποδοχής θα είχα φτιάξει ένα τέτοιο βίντεο, να μπαίνει ο κόσμος το πρωί τρομαγμένος και να γελάει με τη φάρσα που του 'λαχε, την πιο σοβαρή, απάνθρωπη φάρσα, γιατί όλα είναι γελοία μέσα στη σοβαρότητά τους, όλα ασήμαντα μέσα στη σημασία τους.   

      Έτσι μια ασήμαντη Κυριακή πρωί όπως σήμερα, εγώ η ασήμαντη με την ασήμαντη γάστρα που ψήνει το ασήμαντο φαγητό μου στον ασήμαντο φούρνο μου, κάθομαι χωρίς νικοτίνη και προσπαθώ να γράψω τα ασήμαντα που μου κόβουν την ανάσα. Ο μικροκαφές τελείωσε, σκέφτομαι να πιω το τσάι μου μα αν το πιω κι ύστερα βγω έξω για περπάτημα θα κατουριέμαι μέχρι το έβερεστ κι έτσι δεν πίνω ούτε τσάι. Στερημένη απ' όλα, βήχω πού και πού, μετά από δύο μέρες δουλειάς, μετά από μία εβδομάδα αρρώστιας. Τα 32mg Medrol, ευτυχώς έγιναν 8, κι αύριο θα γίνουν 4, το πλυντήριο θα βγεί σε λίγο, η κουζίνα μυρίζει ήδη Κυριακάτικο φαγητό, ο αέρας έξω κάνει κάτι ήχους, οι γάτες περνάνε έξω από τα παράθυρα, ο Белик αναρρώνει αλλά του 'φυγε πάλι λίγη διάρροια, φοράω ζιβάγκο μέσα στο σπίτι και σουτιέν και μια μακρυά φούστα που σέρνεται, περιμένω να κλείσω το φαγητό, ν' απλώσω το πλυντήριο, να ντυθώ κρεμμύδι και να κατηφορίσω προς τον ρωσικό φούρνο, να αγοράσω προμήθειες για την αυριανή μέρα Νίκος Κούρκουλος, να σταματήσω στο μικρό απαίσιο τσιμεντένιο πάρκο πίσω από τις δωδεκαόροφες, να καπνίσω το επόμενο τσιγάρο μου, να φτάσω στον σιδηροδρομικό σταθμό, να πάρω το 35 και να γυρίσω σπίτι. Όλα τραγικά ασήμαντα. Μία ακόμα ασήμαντη ζωή ανάμεσα σε δισσεκατομμύρια ασήμαντες που κάτι κάνουν ή δεν κάνουν αυτή την ώρα. Για να δώσω μία περισσότερη σημασία στην καθιερωμένη ασήμαντη βόλτα μου θα φορέσω χρυσοσκονί μάλλινα ακουστικά απ' αυτά που ζεσταίνουν τα αυτιά, δεν ξέρω πώς ονομάζονται αλλά έχω και ίδια γάντια  χρυσοσκονί κι εκείνα. Θα στρίψω το τσιγάρο από το σπίτι για να μη χρειαστεί να ξεβρακώσω τα δάχτυλά μου. Θα πάρω και αναπτήρα με φλόγιστρο για τον αέρα, πόσο πόσο προνοητική, πόσο ασήμαντα προνοητική, τόσο που κανένα απρόοπτο δεν θα προκύψει, τίποτα δεν θα χαλάσει τα ασήμαντα Κυριακιάτικα πλάνα μου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα πιω κι ένω τσάι. Δε γαμιέται!

 

 

9.1.2001 - 38,1



Eίμαι άρρωστη γιαγιά. Έχω πυρετό και δεν θα πάω στη δουλειά. Θα μείνω το βράδυ μέσα γιαγιά. Πριν 25 χρόνια τέτοιο βράδυ του Γενάρη πάλι έμεινα μέσα γιαγιά. Είχα γυρίσει από ένα μικρό ταξίδι στην Ξάνθη και όλη τη νύχτα έβγαινα στο μπαλκόνι και κοιτούσα κάτω το παράθυρό σου. Έβλεπα τη γωνία του κρεββατιού σου με το χεράκι σου με το ρολόι που έχω τώρα στολισμένο στο καθιστικό. Μισοκοιμόμουν και ξυπνούσα ανήσυχη και έβγαινα έξω και έβλεπα το χεράκι σου και ησύχαζα και γύριζα πίσω στο κρεββάτι μου. Κάποια στιγμή μετά τις τέσσερις το πρωί εξαντλήθηκα και με πήρε ο ύπνος και στις οκτώ ήρθε η θεία Α. κλαμένη να μας ανακοινώσει οτι δεν τα κατάφερες. Δεν θυμάμαι πολλά μετά γιαγιά. Θυμάμαι πως κατέβηκα σαν τρελή κάτω και όταν μπήκα στο σπίτι σου είδα έναν κύριο να σου βάζει βαμβάκι μέσα στο σαγόνι. Ήσουν κίτρινη και κρύα κι εγώ σε φίλησα όπως όταν σε φιλούσα όταν είχα το κεφάλι σου στα πόδια μου για να σου βγάλω τα φρύδια. Ήσουν πάντα τόσο μαλακή και μοσχομυριστή. Θυμάμαι μόνο εκείνα που με θύμωσαν γιαγιά. Τον κόσμο, τις θειάδες, τις κυρατσογειτόνισσες, τον γαμημένο παππά. Θυμάμαι να σε βάζουν στο χώμα και τη μαμά να καταρρέει. Θυμάμαι πως για καιρό έμπαινα στην αυλή κι ανέβαινα πάνω στο σπίτι χωρίς να μπορώ να γυρίσω το κεφάλι να κοιτάξω το παράθυρό σου. Μου πήρε πάνω από έναν χρόνο να μπορέσω να γυρίσω το κεφάλι μου. Νόμιζα πως θα σε δω να μου κουνάς το χεράκι σου, να μου στέλνεις φιλί, ή να μου κάνεις νεύμα έλα -έλα. Γιαγιά είχες ξαναβρεί τον πρώτο σου έρωτα και πολλές φορές όταν άνοιγα την πόρτα σου, μιλούσες μαζί του στο τηλέφωνο και του έβαζες το ακουστικό δίπλα στο ραδιόφωνο για να του αφιερώσεις τραγούδι, και τα μαγουλάκια σου ήταν κοριτσίστικα, και πάντα ήσουν σαν κοριτσάκι, και είχες δέρμα κοριτσιού. Ήσουν πάντα ροζ. Γιαγιά σου γράφω από το σπίτι σου. Γιαγιά το έχω όμορφο, δεν το άλλαξα και πολύ. Προσέχω την αυλή, σκουπίζω κάθε μέρα, το σπίτι λαμποκοπάει γιαγιά, έχω τα ίδια ντουλάπια κουζίνας. Γιαγιά δεν αλλάζω τίποτα αν δεν χαλάσει. Έχω παντού όλες τις δαντελίτσες που έπλεξες και μερικές που έπλεξα εγώ. Θα ήσουν η πιο περήφανη του κόσμου αν έβλεπες τί πλέκω. Πίνω στο ποτήρι του παππού, έχω μερικά φλυτζανάκια σου, γιαγιά θα σου άρεσε πολύ το σπίτι, το διατηρώ καθαρά γιαγιαδένιο, γιαγιά κάνω όλη μέρα δουλειές και δεν κάθομαι δευτερόλεπτο. Είμαι άρρωστη σήμερα γιαγιά αλλά τα έκανα όλα σωστά. Ξεστόλισα το δέντρο, συμμάζεψα, πήρα ντεπόν, μεντρόλ, στρεπφεν, πήγα στον γιατρό. Τα κάνω πάντα όλα σωστά γιαγιά. Κάνω τις καλύτερες πίτες, την καλύτερη φασολάδα, έχω ένα αγόρι που θα λάτρευες γιαγιά, θα τον έλεγες αγόρι μου, παλικάρι μου. Ζω στο σπίτι σου μαζί του γιαγιά και το αγαπάει κι εκείνος το παλιατζούρικο σπίτι. Ζω στο σπίτι σου που σε έχει ξεπεράσει στα χρόνια. Εβδομήντα ετών είναι πολύ λίγο γιαγιά και τα τελευταία πέντε χρόνια στο κρεββάτι είναι πολύ σκληρό γιαγιά. Ήσουν άτυχη γιαγιά κι εσύ όπως ήταν άτυχοι όλοι στην οικογένειά μας. Γιαγιά ο γιός σου πέθανε πριν 4 χρόνια και η μία σου κόρη σου είναι άρρωστη πολύ. Και το Ζοζεδάκι πέθανε γιαγιά. Και η Μερσούλα γιαγιά. Της είχα δώσει το όνομα της αδερφής σου. Και η αδερφή σου πέθανε γιαγιά.  Δεν ξέρω αν θα τα άντεχες όλα αυτά. Ούτε εγώ τα αντέχω αλλά τελικά τα αντέχω γιατί τα κάνω όλα σωστά. Θα με καμάρωνες. Μόνο για τις γάτες θα γκρίνιαζες που καμιά φορά μυρίζει λίγη σκατίλα, ε δεν προλαβαίνω να μαζεύω σκατά, αλλά να σου πω; τελικά αγαπούσες τα ζώα πιο πολύ απ' όσο νόμιζες, οπότε θα σταματούσες τη γκρίνια. Αν πήγαινα στη δουλειά θα σου αφιέρωνα ένα τραγούδι απόψε γιαγιά, αλλά δεν θα πάω γιατί δεν βγαίνει η φωνή μου και πονάει ο λαιμός μου -να σε κάνω ένα χαμομηλάκι αγάπη μου; Γιαγιά εμείς κάθε χρόνο στη γιορτή σου ερχόμαστε στο χωριό με τη μαμά και καθαρίζουμε τα πάντα. Μερικές φορές ερχόμαστε και χωρίς να είναι η γιορτή σου. Σου άφησα ένα ροζ τριανταφυλλάκι γιαγιά. Θα ξανάρθω σύντομα, θα φέρω πάλι λουλουδάκια. Γιαγιά δεν ξέρω γιατί το γράφω αυτό το γράμμα και δεν ξέρω και πώς να το κλείσω. Ήθελα μόνο να ξέρεις τί κάνουμε, οτι σε σκεφτόμαστε όλοι, οτι σε έχω φωτογραφία στο σαλόνι, οτι βάφω τις γλάστρες σου προσεκτικά με λαδομπογιά, οτι ποτίζω και σκουπίζω, οτι θα πεθάνω κι εγώ νέα. 

Αυτά.

The fields



 
 I.
Every day,
we wake into the same dust,
the same bread crust,
the same little cough in the throat—
and yet the hours push,
and we obey.
 
The street is wet.
A pigeon, neck shimmering green,
pecks at a cigarette filter.
Meaningless, all of it,
but how beautiful—
the curve of its wings when it startles.
 
I walk past the butcher shop,
the open sewer,
the newspapers stand
full of dying headlines.
They mean nothing.
But the stray dog curled in the corner—
its chest rising,
falling—
this is everything.
 
 
II.
Beyond the town,
the meadows breathe in fog.
Cows stand,
motionless,
chewing their circles of eternity.
Their eyes are black wells—
bottomless, calm.
  
The grass bends and straightens,
bends and straightens,
without reason.
Time itself
is just this:
slow mouths,
green silence,
wind brushing over fur.
 
I sit down in the weeds
and feel nothing—
which is to say,
I feel alive.
 
 
III.
We survive because the air insists.
We eat because the body refuses not to.
There is no reason,
only continuation.
The ants know this,
the sparrows know this,
the moss on a fencepost knows this.
 
And the cows too—
patient in their endless chewing,
not asking,
not searching,
simply living,
 a lesson too simple
for us to learn.
 
Every life,
a wound against silence.
Every wound,
a small flower opening
in the ruins of necessity.
 
And so I walk.
The day will be empty.
The day will be full.
The same thing.
 
The Shameless poems  2023 - 2025 (click)

(in) THE AFTERNOON

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

sunlight sneaks in,
gold and slow,
like it’s afraid of disturbing my afternoon nap 

the air is still warm—
that soft, sticky kind of warm
that makes you feel
like the world is breathing
right on your neck.

the cat’s on her back,
legs in the air,
drunk on sunlight
and something better than joy.

I drink from last night’s glass of water,
thinking how strange it is
to be alive
and not quite sure
what to do with it.

somewhere down the street
a man is cursing
at a car that won’t start.
somewhere else,
a woman is deciding
whether or not to leave.

here,
it’s just me,
the cat,
and the way the blinds
make stripes across the floor
like prison bars
for the light.

I scratch her belly—
she bites my hand,
gentle,
like she knows
it’s all a joke anyway.

does the day still wait outside?
well I don’t.

 

The Shameless poems 2023-2025 

(in) THE MORNING

 


the light crawls in,
all golden and sticky,
like a man who’s sure
I want him here.
 

I make coffee
I don’t really want—
the mug is chipped,
I’m chipped,
everything in this house
is chipped.
 

I take it to the little doorstep,
bare feet on the warm concrete,
the cat already there,
tail curling slow in the air.
another one appears from nowhere—
they always do—
like the street keeps sending me
its strays.
 

the cats watch me
like they’ ve seen
a thousand mornings like this,
and survived them all.
 

I tell them
I might not go out today,
they blink slow—
their way of saying
you were never going to.


there’s a bruise on my thigh
from walking into the same table
for the third time this week,
and I can’t decide
if it’s clumsiness
or a quiet need
to leave marks on myself
before the world does.


I sip the coffee—
it’s bitter,
I’m bitter,
and the air outside
is already too hot to trust.


the cats stretch in the sun,
full of something like grace.
I stretch in the shadow,
full of something like wanting.


the day
doesn’t wait for women like me.

 

The shameless poems 2023 - 2025 

No reply

 


Mε ξύπνησαν κάτι βρωμοκαμπάνες. Κάθε μέρα κάτι γιορτάζουν οι εκκλησόβιοι έλεος, πάνω που θα κοιμόμουν έστω μία πονετική ώρα το πρωί. Σηκώθηκα βρίζοντας τις γιορτάρες παναγιές τους κι έτρεξα να κατουρήσω γιατί στο ελάχιστο που κοιμήθηκα έβλεπα στον ύπνο μου τη λίμνη στο Mitcham Common παρόλο που το  Mitcham Common δεν έχει λίμνη  ή γιατί πριν ξαπλώσω είχα κατεβάσει ένα λίτρο νερό. Με πήρε ο σαν-ύπνος βλέπόντας τ' αγαπημένα μου τριτοτέταρτα κανάλια, που το καλοκαίρι μετά τα μεσάνυχτα παίζουν μόνο παλιές ταινίες. Είδα για 3872874983270ή φορά τη Ρεβέκκα, κι ύστερα πήγα για κατούρημα κι όταν επέστρεψα είχε ξεκινήσει η επόμενη κι αν δεν προλάβεις τους τίτλους της ταινίας τη γάμησες. Δεν υπάρχουν πουθενά πληροφορίες. Επέστρεψα και είδα μία ακόμα ταινία με ηθοποιούς που δε γνώριζα, μια ταινία με ένα υπέροχο καπέλο σε έναν υπέροχο καθρέφτη που όμως δεν ξέρω να πω κάτι άλλο γ' αυτήν. Έτσι οι καλοκαιρνιές αυπνίες παρέα με τα άθλιά μου κανάλια που όλη μέρα παίζουν διαφημίσεις, τα κανάλια με άθλιο ήχο που με κάνουν να νοιώθω οτι είμαι στο σπίτι της γιαγιάς με την παλιά  SABA που έκανε τζζζζζζζζζ όταν άνοιγε και πιο πολυ τζζζζζζζζζζζζζζζ όταν έκλεινε, ναι έτσι λοιπόν οι αυπνίες μου έχουν κάποιο μικρό τοσοδένιο νόημα. Κάποιες φορές αναγνωρίζω κάποιον μαυρόασπρο ηθοποιό και τρέχω να ψάξω πού αλλού τον έχω δεί κι έτσι ψάχνοντας, βρίσκω τελικά ποιά ταινία είδα. Είναι σα νυχτερινό αίνιγμα που τουλάχιστον απασχολεί το στουμπωμένο από σκέψεις και τρομακτικούς φόβους κεφάλι μου. Αν κάνω το λάθος να με πάρει ο σαν-ύπνος  έτσι, ξυπνάω συνήθως από κάποια πολύ εκνευριστική φωνή που διαφημίζει κάτι που ποτέ κανείς δεν θ' αγόραζε - έεεε ίσως λίγο μόνο ο μπαμπάς πιο παλιά- κι όμως για να υπάρχουν κάποιος θα αγοράζει, κάποιοι άλλοι μπαμπάδες μπορεί ναι, ευτυχώς όχι ο δικός μου πια.  

Oι αντι-αντισφαιρικοί μου  αγκώνες παραμορφώνονται μέσα έξω όπως παραμορφώθηκαν τα αντι-χορευτικά μου πόδια. Κάθομαι πάντα σε στάση οκλαδόν αλλά χαρντκορ οκλαδον, γιόγκικα. Μπορώ να καθίσω έτσι για ώρα χωρίς να νοιώσω οποιαδήποτε ενόχληση, σαν κάπως αυτή να είναι η φυσική μου θέση. Η ρευματολόγος μου είπε οτι έχω περίσσια ελαστίνη γι' αυτό λέει έχω τόση ευλυγισία και τόσο ωραίο δέρμα, ναι αλλά δεν είπε γιατί μέσα από το ωραίο ελαστικό δέρμα γαμιέται ο ντουνιάς. Ευχαριστώ κυρία ρευματολόγα για το κοπλιμάν αλλά γιατί μέσα γίνεται της επικονδυλίτιδας το κάγκελο; Περιμένω τη μαγνητική που δεν μπορώ να κάνω γιατί θα μαγνητίσει τα μπουλόνια που ζουν μέσα στο πόδι μου σχεδόν δεκαπέντε χρόνια τώρα, ααα γιατί δεν τα έβγαλες; ναι γιατί εκείνον τον καιρό έπρεπε να ασχοληθώ με τις 7 πέτρες της χολής, ναι γιατί δεν τα έβγαλες μετά, ναι μετά έπρεπε να ασχοληθώ με τους νεφρούς που πέθαιναν από τις απανωτές λοιμώξεις;, ναι γιατί δεν τα έβγαλες μετά; μετά έπρεπε να βγάλω τον όγκο που ξεφύτρωσε δίπλα από το  αριστερό βυζί, ναι γιατί δεν τα έβγαλες μετά; ε μετά έφυγα στο Λονδίνο και άρχισα να μην έχω χέρια, ναι γιατί δεν τα έβγαλες όταν γύρισσες από το Λονδίνο; ε γιατί έπρεπε να ασχοληθώ με τον καρκίνο του μπαμπά, ε γιατί δεν τα έβγαλες μετά; ε μετά έπρεπε να χειρουργήσω τους καρπούς μου, ε γιατί δεν τα έβγαλες μετά; εεε γιατί το μετά είναι τώρα που ασχολούμαι με τον καρκίνο της μαμάς και που οι αγκώνες μου διαλύονται, δεν υπάρχει πριν ούτε μετά ούτε γιατί. Γιατί έχουν όλα διαλυθεί κι εγώ περνάω τη ζωή μου στέλνοντας μέηλ σε αντικαρκινικές διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ναι στέλνω στοίβες χαρτιών, για λογαριασμό της μαμάς, από τον λογαριασμό  της μαμάς που από τότε που της τον δημιούργησα όλα της τα εισερχόμενα είναι αντικαρκινικά, στέλνω mail στο 3chemoπαπάκιτζιμέηλ, ναι δεν έχουν τον ανύπαρκτό τους, ποιός σκέφτηκε τη διεύθυνση chemoπαπάκι, και ναι μπορείτε να δημιουργήσετε και karkinosπαπάκιτζιμέηλ και thanatosπαπακιτσιμέηλ και psofosπαπάκιτζιμέηλ ναι ναι έχετε φανταστική φαντασία. Στέλνω και περιμένω απάντηση και ξεκινά η χιονοστιβάδα παραπεμπτικών, όλα άυλα, εμείς οι υλιστές περιμένουμε την άυλη, εκατομμύρια αριθμοί, εκδόθηκε παραπεμπτικό, όλα τα μέηλ μας παραπέμπουν, όλα άυλα, εκδόθηκε εκδόθηκε εκδόθηκε no reply no reply, ναι καλέ δεν θ' απαντήσω ωχου, και ναι θα τα κάνουμε όλα, κι όταν τελικά  τα κάνουμε, τότε όλα εκτελούνται, εκτελέστηκε εκτελέστηκε ναι το μέηλ της μαμάς είναι όλος ο άυλος υλισμός, όλα εκτελεσμένα, εκτελεσμένος υλισμός το κεφάλι μου έχει διαλυθεί, στείλτε ένα παραπεμπτικό ζωής, εκδόθηκε συνταγή ζωής, ναι τί πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε μία καθημερινή καθημερινότητα χωρίς παραπεμπτικά, πόσο θα διαρκέσει ο άυλος παραπεμπτισμός; πόσο; κατάλαβες τώρα αγαπημένη μου κοπλιμαντατόρα γιατί δεν μπορώ να μαγνητιστώ; γιατί δεν προλαβαίνω, γιατί για να στο πω όμορφα και επιστημονικά μας πάει πίπα -κώλο, πόσο πιό διακριτικά και επιστημονικά να το πω; 

 Aναμένω με ανυπόμονη ανυπομονησία τις μερικές λίγες μέρες που θα θαλασσοποιηθώ. Θα πάω να χωθώ μέσα στη θάλασσα να με κάψει ο ήλιος να μου γαμήσει την περίσσια ελαστίνη, μπας και κάψει και πιο μέσα και ξε-επικονδυλίσει τα επικονδυλωμένα. Πάω να κολυμπήσω μέχρι να νεκρωθούν τα χέρια και τα πόδια, να βγω από το νερό με όλα ξερά, κρεμασμένα, ακούνητα, ξύλινα και σκουριασμένα. Το ασυνείδητό μου όταν λιγοκοιμάται ονειρεύεται το Mitcham Common. Εκείνο το μεσημέρι με τη Σ.  που πήραμε το 201 to Morden , και κατεβήκαμε στη στάση  Mitcham Fair Green, E, στον London Rd ( πολλή φαντασία και οι Άγγλοι, τί να σου πω, άκου London Rd στο Λονδίνο, πφφφφ), και πήραμε τον Upper Green και τον περπατήσαμε ατέλειωτα μέσα στη ζέστη μέχρι να μπούμε στο υποτιθέμενο πάρκο που ήταν το πρώτο μπαχαλοπάρκο που είχα συναντήσει στο Λονδίνο. Ήταν ένα απλό παρατημένο μεγάλο πάρκο, και χωθήκαμε από μια σαν-είσοδο και στρώσαμε κάτω  την πικνικοκουβέρτα μας, και βγάλαμε τις κάμερες και τα θερμός από τις τσάντες μας και η Σ. ξεκωλώθηκε να με βγάζει φωτογραφίες και είχε άπειρα μυρμήγκια, ζουζούνια και κάτι θείους πιο 'κει που έπαιζαν γκολφ και μας τα έσπασαν κάπως και δεν καθίσαμε πολύ, και είχα τα μαλλιά μου λυτά, και τα αποτυχημένα θερμός μας μισάνοιξαν και γιατί τα κάνουμε όλα αυτά τα αποτυχημένα; Και σηκωθήκαμε να φύγουμε, μια ακόμη αποτυχημένη εξόρμηση με τη Σ. που ότι κι αν έχουμε επιχειρήσει μαζί, πάντα καταλήγει μια αποτυχία, μικρή η μεγάλη, και βγήκαμε απο άλλη έξοδο και περιμέναμε σε μια στάση μέσα στο πουθενά και πρώτη φορά περίμενα μισή ώρα λεωφορείο στο Λονδίνο, μα πού σκατά είχαμε πάει; και όλα αυτά για να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις γιατί είχαμε κάπως βαρεθεί το  Tooting Commons  και το Streatham Common και το αγαπημένο μας Brockwell Park ήταν κάπως απαγορευμένο γιατί στεναχωρούσε τη Σ. και έτσι βρεθήκαμε στο πιο παρατημένο πάρκο του Λονδίνου σαν τις ηλίθιες, γυρίσαμε κατάκοπες αλλά από τα νεύρα μας δε θέλαμε να επιστρέψουμε σπίτι και πήγαμε στο διπλανό μας Tooting Bec και αράξαμε, και ξαναβγάλαμε την πικνικοκουβέρτα, και τα θερμός, και τα βιβλία και τις κάμερες, κι επιτέλους ξάπλωσα κανονικά στη γνώριμη πρασινάδα και η Σ, συνέχισε να με φωτογραφίζει, κι είχα πλέον πιάσει τα μαλλιά μου γιατί είχα ζεσταθεί, κι ήμουν μπρούμυτα ξαπλωμένη και διάβαζα με τα πρεσβυωπικά μου γυαλιά και τότε ένοιωσα ένα σκοτείνιασμά σα να συννέφιασε, και σήκωσα το κεφάλι μου να δω και είδα εκείνη την τεράστια κυρία με το μαγιό που μου έκρυψε τον ήλιο, που μας ρωτούσε πώς θα πάει στην πισίνα του πάρκου και όταν της είπα οτι έχει δύο επιλογές, ή να διασχίσει όλο το πάρκο για να φτάσει, ή να βγεί έξω στον δρόμο και να ξαναμπεί από το πιο πάνω φανάρι, άρχισε να με ρωτάει πόση απόσταση είναι το καθένα λες και ήμουν η παρκάρισσα, πού να ξέρω κυρία μου, νομίζω είναι προτιμότερο να βγείς στον δρόμο, είναι πιο κοντά, και με ξαναρώτησε -σίγουρα;; και ήταν τσαμπουκαλεμένη λες κι έχω υποχρέωση να ξέρω, κι ενώ μέχρι τότε ήμουν χαλαρή και είχα το ύφος του ανθρώπου που ευγενικά απαντά για να βοηθήσει κάποιον, άλλαξα κι εγώ μούρη και της είπα άνοιξε το κινητό σου και μέτρα αποστάσεις δεν είμαι το γκουγκλμαψ και στράβωσε κι άλλο αλλά έφυγε τελικά, α δεν πάει καλά ο κόσμος εεε; ε και μείναμε εκεί να λέμε οτι ο κόσμος δεν πάει καλά, και με όλα αυτά μαζί με την αποτυχημένη βόλτα, επιστρέψαμε σπίτι. Εκείνο το βράδυ στον ύπνο μου είδα το σπίτι της γιαγιάς, όπως το έιχε η γιαγιά. Τώρα που ζω στο σπίτι της γιαγιάς και το έχω όπως το έχω εγώ,  ονειρεύομαι τα Λονδινικά πάρκα. Ααα για να μην πω που ονειρεύτηκα τον Ντελέζ να μου πουλάει πατάτες στη λαική! Α δεν πάει καλά ο κόσμος ε;;;; 

Εκδόθηκε παραπεμπτικό,  κατηγορία εξετάσεων: να δούμε αν πάει καλά ο κόσμος...

No reply.... 

 

 

 


July in the sky, winter in the heart

 


Tελειώνει ο Ιούλιος. Ξύπνησα φθινοπωρίσια και ατέλειωτα κουρασμένα. Ο ύπνος μου είναι μαρτυρικός, απάνθρωπος, απών, μαλακισμένος, πονετικός. Κοιμάμαι με το σταγονόμετρο. Ξυπνάω κάθε μία ώρα με φρικτούς πόνους, δεν ξέρω πού να βάλω τα χέρια μου, τί να τα κάνω.  Έγλειψα όλο το σπίτι πάλι χτες τη νύχτα. Είναι η ανησυχητική παστρικότητά μου που αρχίζει να παθολογικοποιείται σιγά σιγά, μα και χωρίς ξεκωλωτικές δουλειές πάλι πονάω, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να σταματήσω το αρρωστούλι μουρλικό καθάρισμα. Σηκώθηκα από το κρεββάτι, έβρεχε και δεν μπορούσα να καθίσω στο σκαλοπάτι της πόρτας. Είναι η νέα μου θέση. Μπροστά νααα ένα τραπέζι με καρέκλες και ναααα κάτι μαξιλάρια πάνω στις καρέκλες, κι εγώ η παντοτινά ανωμαλίνα, κάθομαι στο σκαλάκι της πόρτας. Περνάω ώρες εκεί, με τις γάτες να μου τριχιάζουν τις γάμπες. Όλο λέω δεν θα χαϊδέψω για να μην έχω μετά να πλύνω τα χέρια μου, και φυσικά με το που έρχονται, σιγά μην αντισταθώ, τις τρίβω, τις καρατρίβω, τους γυρίζω τ' αυτιά, τους ζουλάω τις κοιλιές, κι ύστερα σηκώνομαι και μπαίνω μέσα να πλύνω τα χέρια μου, μόνο για να τα ξαναλερώσω σε λίγο. Αυτή είναι η καλοκαιρινή μου ζωή στο σκαλάκι της πόρτας. Ολόκληρη η ζωή μου ζεί εκεί, και σήμερα που έβρεχε και ήταν όλα σύσκατα και μούσκεμα, άνοιξα διάπλατα τα παράθυρα να γράψει το θερμόμετρο 26, και κάθισα στη χειμωνική μου θέση, και κρύωναν τα πόδια μου και θυμήθηκα πόσο μου λείπει να κρυώνω μετά από έναν ιδρωμένο Ιούλιο. Πέρασα ένα τέταρτο κοιτάζοντας τη φέτα του μοσχολέμονου να κάνει βόλτες μέσα στο φλυτζάνι με το πράσινο τσάι που είναι απάτη γιατί δεν είναι πράσινο. Είναι πιο απάτη κι από τη θάλασα που δεν είναι μπλε. Αυτό το είχα καταλάβει παλιά όταν την έβαλα σε μπουκάλι και ήταν διάφανη, ναι ναι δάφανη. Έεε και το πράσινο τσάι είναι κίτρινο. Πόση κοροϊδία πια , πόση, πόση...Εε λοιπόν εγώ το πράσινο τσάι από σήμερα θα το λέω κίτρινο. Ήπια το κίτρινό μου τσάι λοιπόν προτού ολοκρυώσει, και σηκώθηκα ανόρεχτα για τον διάδρομο. Έγραψα εφτά κουραστικά χιλιόμετρα με τη βροχή να πέφτει έξω, τις γάτες να κοιτάζουν από το παράθυρο και τον Κοκτώ στ' αυτιά μου, να λέει κάτι αλήθειες νααα, πιο μεγάλες κι απ' τα μπούτια μου, που επιβράδυναν το βήμα μου

  αλήθειες, αλήθειες, αλήθειες, μικρές, μεγάλες, απλές αλήθειες, σκληρές, απ' αυτές που τρυπάνε το δέρμα, που διογκώνουν το κεφάλι, που χαλάνε το συκώτι, που μαυρίζουν τα πνευμόνια. Άκουγα και βάδιζα πάνω στον ιμάντα, κι ήταν τέτοιες οι αλήθειες που κόντεψα κάπου να φτάσω, τέτοιες αλήθειες που μετατρέπουν τον ιμάντα σε δρόμο, πήγαινα και πήγαινα ώσπου άρχισα να χαμηλώνω ταχύτητα, μπιπ 6.1, μπιπ 6.0, μπιπ 5.9, μπιπ μπιπ μπιπ μέχρι το 3.9 που άνοιξα τα πόδια και κατέβηκα από τον διάδρομο-ιμάντα που ο Κοκτώ μου μετέτρεψε σε δρόμο, τον διάδρομο μου τον έκανε διαδρομή προς την αλήθεια. 

 

Μπήκα στο σπίτι να ξεϊδρώσω, ντουζιάστηκα...έφαγα το πλούσιο γεύμα της ημέρας. Το γεύμα που τρώω από τον Ιούνιο. Δύο ντομάτες, δύο τρία μικρά ανάλατα παξιμαδάκια και λίγο ανθότυρο με σαράντα κιλά ρίγανη, τόσο σαράντα που πικρίζουν όλα. Περίμενα να περάσει μία ώρα και κάπνισα, κάπνισα με δύναμη ώσπου ο πλανόδιος φρουτάς διέλυσε τη νικοτιανή μου συγκέντρωση. Πεπόνια μέλι, βερύκοκα, ροδάκινα, νυχταρίνια. Τα νυχταρίνια είναι αυτά που τρώγονται μόνο νύχτα. Αυτά που πριν πάθω φρουταλεργία, έτρωγα 6 το ένα πίσω απ' τ'αλλο. Πάντα θεόσκληρα και ξινά. Δεν μπόρεσα ποτέ να φάω ώριμο φρούτο. Μόνο ανώριμα και θεόξινα και θεόσκληρα, από 'κείνα που σου μουδιάζουν τα ούλα. Τα ούλα είναι μία από τις πιο γελοίες και κακόηχες λέξεις που ξέρω. Όχι ψέμματα. Όλες είναι γελοίες. Αρκεί να τις πείς μερικές φορές συνεχόμενα και θα δείς. Ούλα- ούλα -ούλα -ούλα, αλήθεια - αλήθεια - αλήθεια - αλήθεια, ήλιος - ήλιος - ήλιος -ήλιος, καλοκαίρι - καλοκαίρι - ζέστη -ζέστη -ζέστη -ζέστη... Όλες μα όταν τις επαναλαμβάνεις είναι γελοίες. Εκτός από μία που υπάρχει για να τη λέμε πολλές φορές συνεχόμενα. 

Σκατά - σκατά - σκατά - σκατά - σκατά - σκατά..... 

I will love you in small ways

 



I  will love you in small ways
the way rain
touches windows
quietly,
without asking for permission.

I will love you
like the breath
that hides inside the chest
of a sleeping bird—
fragile,
and almost not there

and if tomorrow
my heart forgets to wake,
promise me
you will carry
its last warmth
in your hands
as though it were
a fallen petal
too tender to leave on the ground

 

for I. 

the room where I am unmade



I       have been swallowing the night
like a bitter pill.
The moon hangs above me
like an old bruise—
yellow, swollen,
and uninterested.

The mirror is a liar.
It tells me I am still here
while I feel myself
leaking out of the edges of my skin,
draining into the floorboards
where even the ants
wouldn’t bother with my name.

I want to say save me,
but my tongue is full of pins.
I want to say mother,
but she’s asleep in a field
of white dresses,
all of them nailed
to the wind.

So I sit here,
desperate,
a tangle of wrists and teeth,
waiting for the dawn
to crawl in
and remind me
how much
it hurts
to be
alive.

 

The shameless poems 2023-2025 

Я жду тебя

Dιάρροια: είναι η κένωση υδαρών κοπράνων τρεις ή περισσότερες φορές την ημέρα. Συνήθως είναι αποτέλεσμα δηλητηριάσεων οι οποίες οφείλονται σε δράση τοξικών παραγόντων που εισάγονται στον οργανισμό κι επιδρούν βλαπτικά, παρουσιάζοντας μία ποικιλία συμπτωμάτων. Βγαίνει και σε ειδική ανθρωπική έκδοση φυσικά όπως όλα τα τοξικά, κι αν πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε μία αυθεντική αηδιαστική διάρροια και σε μία ανθρωπική, φυσικό κι επόμενο να διαλέξω την πρώτη. Μαύρισα ήδη, έχουμε πάλι τόσους γιατρούς να δούμε, κάθε μέρα είναι γιατρική. Τα γενέθλια της μαμάς πέρασαν όπως και τα δικά μου. Εσύ σκέφτηκες πάλι τα τέλεια δώρα και για μένα και για 'κείνη. Έτσι μετά από 23 χρόνια εγώ έχω πάλι το ολόδικό μου μικρόφωνο και η μαμά μετά από 8 χρόνια έχει τα πιο τέλεια αθλητικά παπούτσια σε χρώμα ίδιο με το φουλάρι της και τα νύχια της, με σόλα αντιπατινάζ intercontinental. Κατά τ' άλλα, αν εξαιρέσουμε τα γνωστά μαρτύρια, είναι ένα αποπνικτικό καλοκαιρινό μεσημεροπρωί μετάαπό δουλειά, ο αφυγραντήρας δουλεύει σαν σκλάβος, οι γάμπες μου είναι σφιχτές σαν πέτρες παρόλο που το ποδήλατο έχει φούιτ, οι αγκώνες μου έχουν επικονδυλίτιδα από το τένις που δεν παίξαμε, εσύ είσαι στη δουλειά από τ' αξημέρωτα, εγώ γράφω σε 'κείνο το τετράδιο που πλακώνει τον Καββαδία, τα ρούχα μας είναι αστέγνωτα δίπλα, ο καφές μου τελείωσε κι από τις 7 το πρωί είμαι ακόμα στο δεύτερο τσιγάρο. Ήρθες  με εκείνα τα μυστήρια βιβλία του Zweig, με τη μυστήρια ιστορία του μυστήριου κατόχου τους και μόνο ο Φ. θα μπορούσε να μας διαφωτίσει αλλά δεν μπήκα στον κόπο να του τα κάνω τσουρέκια. Του τα κάνω τσουρέκια με οτιδήποτε ιατρικό, τον ρωτάω την κάθε μαλακία κι εκείνος πάντα μου απαντάει ακόμα κι όταν δε θέλει ν' απαντήσει. Ακούω Vaughn Williams και γράφω με το χέρι ακουμπισμένο πάνω σε μαξιλάρι, σχεδόν τεντωμένο γιατί δε λυγίζει πια, κι όταν θέλω να πιω καφέ, σηκώνω την κούπα με δύο τεντωμένα χέρια και τα λυγίζω τόσο αργά για να μην ουρλιάξω από τον πόνο, κι όταν τη φέρνω στα χείλη μου πίνω δύο και τρείς γουλιές μαζί γιατί ξέρω οτι την επόμενη φορά που θα θέλω να ξαναπιώ θα πρέπει να περάσω αυτό το μαρτύριο. Άχρηστη  και κατάχρηστη πλέον, μα σε πείσμα όλου του φρικτού πόνου, εγώ συνεχίζω να πλένω τα χαλιά στο μπαλκόνι, να σκουπίζω όλο το τετράγωνο -δε θα με φάτε εσείς, εγώ θα σας φάω. Το αναγκαίο κακό της εποχής ονομάζεται κρύος καφές και σε άπταιστα θεσσαλονικιώτικα φραπέΣ. Ξέρουμε καλά πως δεν μ' αρέσει αλλά δεν αντέχω να πιω άλλον με τόση ζέστη. Εσύ κάνεις μπλιαχ, εγώ χρειάζομαι παρέα για το τσιγάρο μου, είμαι στο πέμπτο και μένουν άλλα πέντε για να μην πεθάνω απο ενοχές και βήχα το βράδυ. Δουλεύω πολύ, οι χαμηλές μου νότες έχουν ξεπεράσει όλα τα χαμηλά. Γράφω στο γραφείο σου και όχι στη γωνία μου από τότε που αλλάξαμε δωμάτια για τις καυσωνιάρες ώρες. Οι ορμόνες μου πάλι με κάνουν ότι θέλουν και ποιά;;; εγώ, ποιά;;; εγώ, που κυκλοφορώ ξεβρακωμένη κι ασούτιενη τον Γενάρη, κρυώνω καλοκαιριάτικα μέσα στο σπίτι με το κλιματιστικό στο 27. Ναι γίναμε κι εμείς κλιματιζούμενοι επιτέλους γιατί μετά το περσινό καλοκαίρι που δεν καταφέραμε να κοιμηθούμε στο ίδιο κρεββάτι, αποφασίσαμε να εκσυγχρονιστούμε και να  ερκοντισιονιστούμε, κι έτσι ήρθε το αγόρι εκείνο και μας κλιμάτισε κι εσύ ζεσταίνεσαι κι εγώ κρυώνω ανάθεμα την εμμηνόπαυση. Ρίγη και εξάψεις και όλες οι ανώμαλες μαλακίες και προχτές που βλέπαμε την ταινία, είχα τη μάλλινη ζακέτα και η ραχοκοκκαλιά μου ήταν παγωμένη και τα πόδια μου παγάκια, κι εσύ άνετος με τα πανέμορφα ποδαράκια σου, κοιταχτήκαμε και σα να είπαμε κάπως μέσα μας τί σκατά; εμείς είμαστε; Η εμμηνόπαυση με κατάντησε τη ντροπή της Σιβηρίας. Είμαι η ντροπή της  Vorkuta, ωω ποιός ξέρει τί θα φορούσα εκεί αν πήγαινα τώρα, ωωω πόσο ντρέπομαι! Το πρώτο βράδυ που το λειτουργήσαμε θυμάσαι; εσύ ήσουν στο γραφείο σου κι εγώ στη γωνία μου και σου έστειλα εκείνο το  gif με την τελευταία σκηνή της Λάμψης, τον Τζακ Νίκολσον παγοκολώνα κι εσύ γέλασες τόσο δυνατά που έκανε μικρό σεισμό το σπίτι, κι από τότε όλο διαφωνούμε ώσπου ήρθα στο δωμάτιό σου και κάθομαι στο γραφείο σου κι έχω εδώ απλωμένα τα πράγματά μου και το πιο ανώμαλο απ' όλα, το πιο αταίριαστο: ΈναΣ φραπέΣ, πάνω στο γραφείο σου, χααα σχεδόν βλάσφημη εικόνα, κι η καρέκλα σου ρυθμισμένη να μην ξαπλώνει γιατί εγώ κάθομαι πάντα μπαστουνιασμένη, και τα μπούτια μου δεν χωράνε καλά από κάτω, τί το θέλει αυτό το συρτάρι το γραφείο σου; τί το θέλει; Πονάω τραγικά πολύ, πονάω σε κάθε κίνηση μα και σε κάθε ακινησία. Η παγοθεραπεία δεν βοηθά. Βάζω πάγο στο διαλυμένο πόδι, στους αγκώνες, στους καρπούς, στη μεσήλικη μούρη μου για να τη διατηρήσω κάπως φρέσκια. Μεταμόρφωσα το μικρόφωνό μου σε τσαχτερό, είναι γεμάτο στραςς, κιτσομικρόφωνο να μου ταιριάζει τέλεια, του έφτιαξα θήκη, όλο ελπικό που θα έλεγες κι εσύ. Τραγουδάω καλοκαιριάτικα σε μια όμορφη δροσερή αυλή, ο δρόμος μπροστά έχει τόση φασαρία, χρησιμοποιώ το μετρό για τη δουλειά πιο πολύ απ' όσο το χρησιμοποιούσα στο Λονδίνο. Γελάω με την προχειρότητα, στάση ανεπιστήμιο, στάση απάφη... εγώ κατεβαίνω στην Ανάληψη, περπατάω ένα χιλιόμετρο με την τσάντα της δουλειάς, το ντέφι κάνει θόρυβο σε κάθε μου βήμα, ακούγομαι σαν χριστουγεννιάτικο έλκηθρο, κουδουνίζω  και φτάνω. Βγάζω το τσαχτερό μου μικρόφωνο μέσα στη ζέστη, τραγουδάω και ιδρώνουν τα μπούτια μου, και μου λείπει ο χειμώνας...

 Ο χειμώνας με το καλσόν, σαν εκείνο το βράδυ θυμάσαι; καθόσουν κοντά και τραγουδούσα και σε κοιτούσα. Θα στο θυμήσω σε απλά ανθρωπικά ...την ώρα που τραγουδούσα σου πέταξα ένα φυστίκι. Σε απλά σαχλαμαρικά: σου πέταξα και ποπ-κορν ( τη σαχλαμαρική την ομιλώ άπταιστα). Σε απλά γονατικά: απλά έπεσα και σε απλά καλσονικά: καταστράφηκα. Τα καλσόν τα έχω από το Λονδίνο ακόμα. Εκεί που σε καλσονικό επίπεδο η ζωή ήταν τόσο προνομιούχα. Μόνο έξι λιρίτσες το αγαπημένο μου καλσόν, αθάνατο να χωράει τα μεγάλα μου μπούτια και τον μεγάλο μου κώλο, αλλά να μη χάσκει πάνω στη μέση μου. Το παντοτινό μου πρόβλημα από παιδί. Όσα ρούχα χωρούσαν στον κώλο μου έχασκαν στη μέση, κι εγώ με την απόπάντα διορθωτίτιδα που με δέρνει, έπαιρνα ψαλίδια κι έκοβα εκεί πίσω από τη μέση,και χώριζε το ύφασμα στα δύο κι ύστερα έραβα στη μια  πλευρά ένα κουμπί, και στην άλλη έκανα μια τρύπα, μια άχαρη εφηβική κουμπότρυπα, τα ένωνα μεταξύ τους κι έτσι στένευα τα παντελόνια μου μ' αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο και πάντα κάτι φούσκωνε. Άλλες φορές άνοιγα επιπλέον τρύπες στις ζώνες, τις έσφιγγα γύρω από τη μέση μου και το παντελόνι από πάνω άνοιγε σαν γαρύφαλλο, τόσες και τόσες άτσαλες πατέντες. Φούστες που τις έκανα φουστάνια, κομμένα παντελόνια, ναι από τότε είχα αυτό το μικρόβιο να πειράζω τα πάντα. Κανένα ρούχο δεν έμενε αχειρούργητο στα χέρια μου μέχρι και σήμερα, κανένα εκτός από το Λονδινικό καλσόν. Ναι θέλω τον χειμώνα πίσω αλλά με καλσόν Λονδίνου ναι ναι τότε που ήμουν σε 'κεινο το στεναχωρημένο εμπορικό του  Lewisham. Όχι δεν ήταν πολύ χειμώνας, ήταν Μάρτιος αλλά στο Λονδίνο ήταν χειμώνας κι εγώ πήδηξα από τη χαρά μου που βρήκα το καλυτερότερο καλσόν του κόσμου με έξι μόνο λιρές και πήρα τρία, κι ακόμα αυτά φοράω, πάντα ανάποδα, πάντα πάντα, σκισμένα ξεσκισμένα, πάντα ανάποδα, μη με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω. Δύο χρόνια μετά, κοντά στην  Putney Bridge, μια μέρα που σε περίμενα να βγείς από τη δουλειά έχοντας πιεί τον γνωστό σκασμό καφέ, κατουριόμουν με πόνο κι έτρεξα στο εκεί εμπορικό, αλλά αυτό δεν ήταν στεναχωρημένο, ήταν κανονικό και στα κανονικά ξέρεις δεν μπορώ. Μόνο κατούρησα και δεν έκανα τον κόπο να ψάξω για καλσόν. 

 Πίσω στην ελληνική ζωή, που σε καλσονικό επίπεδο είναι ελλιπής, πηγαίνοντας στη δουλειά χωρίς καλσόν, είδα εκείνο το γαμημένο παιδάκι να διώχνει το γατάκι με αεροκλωτσιά, σταμάτησα και ούρλιαξα τόσο δυνατά που η φωνή μου έσπασε, ούρλιαξα και στη γιαγιά του και στον μαλάκα παππού του οτι θα φέρω την αστυνομία, η φωνή μου πόνεσε κι όταν πήγα στη δουλειά ακουγόμουν τόσο κλειστή και τόσο βραχνή, κάθε τόση δα ομιλία ήταν επώδυνη κι όλοι νόμιζαν πως δε θα μπορέσω να τραγουδήσω,κι ο καημένος ο Κ. με ρωτούσε ωχ τί έπαθε η φωνούλα σου πώς θα τραγουδήσεις; αλλά τραγούδησα ααα δεν ξέρω πώς γίνεται. Ίσως να την έχω μόνο για να τραγουδάει κι όχι για να μιλάει. 

 

Περιμένω να έρθεις. Σου έχω ανάψει το παγωματηστήρι για να μη σκάσεις. Εγώ που θέλω τσιγάρο, κι αφού χρησιμοποίησα το γραφείο σου, πάω στο  σκαλάκι μπροστά από την εξώπορτα να καπνίσω. 


U.o.13/απλά


 E ίναι μιά μικρή στιγμούλα τώρα, όχι κάτι ιδιαίτερο, μια μικρή στιγμή μιας Κυριακής που βράδιασε, μία μικρή στιγμούλα μιας Κυριακής που πρίν βραδιάσει ήταν πρωί και λίγο πρίν ήταν και Σάββατο. Εκείνο το ένα Σάββατο τον μήνα που εγώ μπορώ να τρώω οτι θέλω, όχι λάθος, που νομίζω οτι μπορώ να τρώω ότι θέλω γιατί δεν μπορώ πια. Όλη την εβδομάδα στο στομάχι μου έμπαιναν ντοματούλες κι εκείνα τα μικρά μαυρούτσικα παξιμαδάκια χωρίς αλάτι, με λίγο ανθότυρο, χωρίς λάδι, χωρίς τίποτα, και την προηγούμενη μόνο καρπούζι και σταφύλια και πάλι παξιμαδάκια, και ξαφνικά εκείνα τα αγαπημένα μου ζυμαρικά και μετά και κρουασάν και ήταν αυτά ικανά να με διαλύσουν για πάνω από ένα εικοσιτετράωρο. Με ένα γεύμα το στομάχι μου πέθανε και δεν κοιμήθηκα από το φούσκωμα. Είναι αυτή η μέρα που την περιμένω όλον τον μήνα και κάνω σχέδια αλλά τελικά σκάω με το παραμικρό και μένω έτσι μαλακισμένα, άχαρα να κρέμομαι πάνω από την objet petit a -ίλα μου. Εσύ το καταλαβαίνεις καλά αυτό, ξέρεις οτι δεν θα τα καταφέρω να φάω αυτά που θέλω, μα εγώ εκεί πεισματάρα να επιμένω και τελικά να μένω χωρίς ανάσα μετά από μια γαμημένη μακαρονάδα. Ναι το στομάχι μου είναι μικρότερο από την κωλοτρυπίδα μου μάλλον μόνο έτσι εξηγείται, τί σκατά. Ναι φτάνει με το στομάχι όμως και το φαγητό πάλι. Τί ήθελα να πω; Αα ναι. Είναι μια μικρή στιγμούλα τώρα, όχι κάτι σημαντικό, όχι. Κάτι απλό. Απλό πολύ δικό μας. Πήγαμε πρωινή βόλτα στη δροσιά και αναλύαμε τα δικά μας, εσύ υπεραναλυτικά όπως πάντα, εγώ μισοαναλυτικά. Πήγαμε και βραδυνή βόλτα στην απαίσια, ζεστή, τσιμεντική μας πόλη. Καπνίσαμε όσο τα κουνούπια ρουφούσαν τα μπούτια μου, φτάσαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό, έγραψε το μετρητήρι οτι κάψαμε εξιακόσσιες πενήντα θερμίδες, μπήκαμε στο λεωφορείο, γυρίσαμε στο σπίτι, σου έβαλα  heavy metal που δεν το άντεξες, και τώρα αυτή την ασήμαντη στιγμούλα, εσύ κοιμάσαι, κι εγώ κάνω το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Γράφω απλά. Απλά όπως πίνω νερό γιατί ποτέ δεν σκέφτομαι τις λέξεις. Απλά αυτόματα, ανοίγω τα τετράδια και γράφω, όπως ξύνω τα μπούτια μου από τα καρούμπαλα των κουνουπιών. Να ας πούμε δεν σκέφτηκα οτι η λέξη καρούμπαλο και η λέξη κουνούπι στον πληθυντικό πόσο μάλλον η γενική πληθυντικού, ακούγεται άσχημα, ναι δεν είναι λογοτεχνική λέξη, ναι δεν χαϊδομουνιάζει αυτή λέξη. Καρούμπαλα κουνουπιών. Μπλιάχ, αντιλογοτεχνία, αντιποίηση. Ναι μου είναι αδιάφορο, θέλω απλά - όλα απλά. Αυτή τη μικρή στιγμή τώρα λίγο πριν τα μεσάνυχτα, δεν ξέρω αν είναι αργά ή νωρίς. Μάλλον αργά αφού θα σηκωθώ στις έξι, αχ δεν έχει καμία σημασία, είναι απλά μια ώρα κι αυτή. Μια απλή στιγμή νωρίς η αργά. Θα καπνίσω ένα τελευταίο τσιγάρο, θα σηκωθώ απλά, θα σβήσω το μικρό φως της κουζίνας, τα φώτα του δωματίου που γράφω, θα έρθω στο κρεββάτι, ήσυχα, απλά, σχεδόν αθόρυβα. Αυτή ήταν η απλή απόφαση που πήρα. Όλα θα γίνονται απλά, πολύ απλά. Βαρέθηκα τα σύνθετα, δεν έχουν κανένα νόημα. Θα δημοσιεύω οτι απλό σκέφτομαι, οτι απλό ζω κι ακουμπάω, έτσι αρλούμπικα, αργά, απλά, νωρίς, σε απλές μικρές στιγμές, σε Κυριακές σε Τρίτες, δεν έχει τίποτα σημασία. Τίποτα. Να καταφέρω να κοιμηθώ χωρίς στριφογυρισμό μόνο. Τόσο απλά. 
 
Καληνύχτα 

Lolita Pluma

 Hμουν στο τρένο εκείνο που μετράει σχεδόν πενήντα χρόνια. Είχα ήδη περάσει πολλές στάσεις, Στάση Παιδική Ηλικία, Στάση Αυτοκαταστροφή, Στάση Βία, Στάση τριχοτιλλομανία, Στάση Απελπισμός, Στάση Εκφοβισμός, Στάση Βία, Στάση Συνεξαρτηση, Στάση Αλκόολ, Στάση ΚιΑλληΑυτοκαταστροφή, Στάση Ανεξέλεγκτο άγχος. Εσύ ανέβηκες μία Τετάρτη βράδυ στη Στάση Άβυσσος που βρισκόμουν για πολύ καιρό. Δεν έμπαινε φως από πουθενά στο μαυριδερό μου ταξίδι και ξαφνικά εκείνη την  Τετάρτη βράδυ με κριθαράκι ολικής, ανέβηκες με ένα έντονο άρωμα κι ένα σακάκι που σου έπεφτε μεγάλο. Σε προειδοποίησα από την αρχή. Σου είπα το τρένο είναι παλιό, ο προορισμός του άγνωστος, οι στάσεις, η μία χειρότερη από την άλλη, εσύ ατάραχος με το κοφτερό σου δαχτυλίδι άκουγες, εγώ τσιμπούσα κριθαράκια με τα κινέζικα ξυλάκια κι έλεγα ζοφερένια πράγματα, κι όσο μιλούσα εσύ άκουγες ήρεμος, έλεγες κάτι άγνωστες λέξεις σε μένα όπως "εμπιστοσύνη" και "αγάπη" και "μαζί" κι εγώ σκεφτόμουν μα καλά από ποιόν σταθμό ανέβηκε αυτό το αγόρι; χαζό είναι; που τα έμαθε αυτά; και το τρένο πήγαινε κι εγώ σου έλεγα έλα φτάνει κατέβα τώρα στη στάση Κυνισμός, κι εσύ δεν κατέβαινες, και πήγαινε πήγαινε το τρένο, και σκεφτόμουν, έλα στην επόμενη θα κατέβει, -σου έλεγα οτι ξέρω όλες τις επόμενες στάσεις , Ψευτοέρωτας, Αμφισβήτηση, Βαρεμάρα, κι εσύ τίποτα, σίγουρος για τον εαυτό σου και τον έρωτά σου για μένα, δεν χαμπάριαζες, κι έμεινες και άλλαξες το τοπίο, κι άλλαξες τις στάσεις, κι έβλεπα τις ταμπέλες της διαδρομής να αλλάζουν και κοιτούσα σαν μαλάκας (ποιός είναι ο χαζός τώρα); δέκα χρόνια στο ίδιο τρένο, εγώ πάντα έτοιμη να πηδήξω, να σιχτηρίσω, να ισοπεδώσω, εσύ πάντα ήσυχος να απολαμβάνεις τη διαδρομή, να αλλάζεις τις ταμπέλες, εσύ σταθμάρχης, εσύ μηχανοδηγός, εσύ το τοπίο. 

 Mου αγοράζεις πανάκριβα βερνίκια νυχιών και σου φωνάζω μην ξοδεύεις τα λεφτά σου σε τέτοια, εγώ είμαι γυφτάκι, και άρρωστη με τις δουλειές, καθαρίζω όλη μέρα, καθαρίζω μέχρι και τις συσκευασίες των καθαριστικών, [ω ναι καθαρίζω το μπουκάλι της χλωρίνης με χλώρίνη], χώνω τα χέρια μου σε χώματα, πλένω, τρίβω, μαζεύω σκατά, χαϊδεύω όποιο αδέσποτο βρεθεί μπροστά μου, είμαι αγροτοκόριτσο, και πάνω απ' όλα είμαι φτηνιαρόπαιδο, σου λέω πάμε στη λαϊκή να πάρουμε αυτά τα φτηνιάρικα βερνίκια ένα ευρώ. Εσύ με κάποιον τρόπο στο μυαλό σου θέλεις να έχω τα καλύτερα αλλά για μένα τα καλύτερα είναι τα φτηνότερα ε γιατί έτσι έμαθα. Κοντεύω τα 50, αγοράζω αυτοκόλλητα και χοροπηδάω από τη χαρά μου που τα kinder αυγά δίνουν καινούργια ζωάκια φέτος κι ας χρειάζομαι πάνω από μισή ώρα να ξεσκονίσω το ράφι τους μετά. Δεν θέλω καλομαθισιές σου λέω, μου αρκούν μερικά λίγα πράγματα, μου αρκεί που σώσαμε τον Μπέγκαρ από βέβαιο θάνατο και τώρα είναι πάλι ένας μαλάκας γάτος που κάνει όποια μαλακία του κατέβει και μου γαμάει τις γλάστρες και χέζει όπου βρεί. Όταν χάθηκε η Μαυρουτσέλα για τρείς μέρες αρρώστησα, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτ' άλλο. Κοιμόμουν και την ονειρευόμουν κι έλεγα μέσα μου ας γυρίσει ας γυρίσει. Ναι δεν μπορώ να ησυχάσω, δεν μπορώ να ησυχάσω όσο σκέφτομαι όλα τα ζωάκια μόνα τους κάπου. Τί κάνουν; τί κάνουν; τα βλέπω στον δρόμο και θέλω να τα πάρω όλα, τους μιλάω, θέλω να τους πάρω συνέντευξη, πώς είναι να ζείς μόνος, να φοβάσαι, να κρυώνεις, τα σκέφτομαι κάθε που φυσάει, που βρέχει, τα σκέφτομαι συνέχεια, ναι γι' αυτό σου λέω δεν είμαι για βερνίκια και αρώματα, όχι δεν είμαι για τέτοια εγώ. Εγώ θέλω να έχουμε λεφτά να μπορούμε να ταΐζουμε, να στειρώνουμε, να τα βλέπω όσο πιο ασφαλή γίνεται όλα αυτά τα αθώα παρατημένα πλάσματα. Γατούλες, σκυλάκια, πουλάκια, σκαντζοχοιροι, χελώνες, σας σκέφτομαι, σας σκέφτομαι κάθε βράδυ και κάθε πρωί. Σας σκέφτομαι κάθε που έχει κρύο, ζέστη, κάθε φορά που πρέπει να περάσετε τον δρόμο. Προσπαθώ να διώξω όλες τις σκέψεις που με παραλύουν μα κι αυτές δε φεύγουν. Στα αγαπημένα μου καρτούν, οι αγχωτικές ενοχλητικές σκέψεις απεικονίζονται μέσα σε ένα σύννεφο, το οποίο διαλύεται εύκολα αν κάνεις απότομες σβηστικές κινήσεις με τα χέρια. Τις κάνω κι εγώ κάθε που τρομάζω μ' αυτά που σκέφτομαι, αλλά τίποτα δεν φεύγει. Κρίμα που δε γεννήθηκα ροζ πάνθηρας, κρίμα που δε γεννήθηκα τόμ ή τζέρι. Είμαι καταδικασμένη να υπάρχω μαζί με το αδιάλυτο σύννεφό μου, που μέσα έχει μόνο νοσοκομεία, κλάματα, στεναχώρια, καρκίνους και φόβο. Προσπαθώ μισομάταια να συγκεντρωθώ και να γράψω, με τον αέρα να μουρλοκοπάει έξω, και με άπειρα ντάκα ντούκα από σφυριά, σκεπάρνια, λοστούς, σκύλες και βαριοπούλες μαζί με φωνές, -απο'δω μαλάκα, τί κάνεις ρε μαλάκα, ρεε μαλαααάκα, απο την άλλη ρε μαλάκα, ίσιωσε ρε μαλάκα. Ντάκα ντούκα μαλάκα, φχίου φχίου ο αέρας, ο συνθέτης της εβδομάδας στο τρίτο, άπειροι θόρυβοι στο κεφάλι μου μαζί με σκέψεις και φωνές, ντάκα ντούκα ο καρκίνος κάνει θόρυβο, ο δικός μου μεταμφιεσμένος καρκίνος σε ανθρώπινη μορφή που έχει ονοματεπώνυμο και ψευδώνυμο και μια χοντρή κακάσχημη κεφάλα με απαίσιο αηδιαστικό τρομακτικό βλέμμα, ο καρκίνος που έχει το γυναικείο όνομα του κακοποιητή μου, αυτό το βρωμερό γυναικείο σκουπίδι, αυτή η πιο κακάσχημη τερατόμορφη γυναίκα που πέρασε ποτέ από τον πλανήτη, με κακοποιεί και με βλάπτει εξακολουθητικά γιατί απλά δεν είναι εγώ,  ναι η αδικία δεν έχει οξυγόνο. Περπατούσα ανάμεσα σε χιλιάδες δίποδα που φώναζαν πως δεν έχουν οξυγόνο, κι όμως δεν είχα καμία αυταπάτη πως καθένα απ' αυτά, αν καιγόταν ο δικός του κώλος θα έκανε τα πάντα για να αρπάξει λίγο κώλο από τον διπλανό.  

Είναι αυτά τα ανθρώπινα σιχαμερά, από τα οποία έχω πάρει απόσταση πια, γιατί δεν τα καταννοώ. Τερμάτισα τη σχέση μου με οτιδήποτε διποδικό. Ξέρω καλά οτι είμαστε ολομόναχοι μπροστά στην αδικία, το λέω κάθε μέρα στον εαυτό μου, Κανείς Κανείς Κανείς ποτέ δεν θα βοηθήσει. Τα δίποδα καυλώνουν να δίνουν συμβουλές, να λένε την αποψούλα τους, να κουνάνε τις βρωμοδαχτυλάρες τους με τον κώλο έξω από τη φωτιά πάντα. Σου λένε τί πρέπει να κάνεις, κάνουν λίγο πατ πατ στην πλάτη και γυρίζουν πίσω στην αυτιστική κωλάρα τους να σιγουρευτούν οτι δεν καίγονται. Υποτιθέμενοι φίλοι και φίλες, υποτιθέμενοι κοντινοί, αα συνέλθετε, δεν υπάρχει κοντινή διποδία αν δεν έχει κάτι να κερδίσει από σένα. Είναι το είδος τέτοιο. Έτσι φτιαγμένο, χαλασμένο πριν καν αντικρύσει το πρώτο φως. Βγαίνει και γκρινιάζει και κλαίει γιατί όλο κάτι θέλει να πάρει. Παιρνίκουλες και άρπαγες οι άνθρωποι. Μακρυά, μακρυά. Η ατιμωρησία θα εξακολουθήσει για πάντα. Έτσι είναι φτιαγμένο το λάθος που λέγεται κοινωνία. Έτσι είναι φτιαγμένο το λάθος που λέγεται δίποδο. Κι ο λόγος που δεν έχουμε οξυγόνο, είναι γιατί μας το στερούν όλα τα καρκινώματα, τα ετεροκουραδένια, ετεροψωριάρικα τιποτίδια. Αυτά που μπαζώνουν την αλήθεια, παραποιούν τα πάντα για να κρατήσουν τις βρωμερές τους κωλάρες έξω από τη φωτιά. Ο μοναδικός τρόπος να προστατευτείς απ' αυτά τα τέρατα είναι τα ζώα, τα δέντρα, τα ποτάμια, τα πουλιά, οι μέλισσες,  τα τέσσερα πατουσάκια, ναι άσε με, μαζεύω σκατά, τρίχες, δεν με βλάπτουν. Ξέρω τί με βλάπτει, ξέρω καλά. Τώρα στην κλιμακτηριακή μου ζωή, έχω πια μάθει τόσα. Κοντεύω τα πενήντα. Ξέρω καλά τί είμαι. Μια ανήμπορη κακοποιημένη με διάφορους τρόπους, μια ατρόμητη και φοβιτσιάρα. Μπορώ πια να αποδεχτώ όλες τις πτυχές μου. Είμαι θεόμουνο και μπάζο, πανέξυπνη και στόκος, μαλάκω και θύμα κι ενίοτε θύτης. Ένα γαμημένο πράγμα ξέρω καλά. Ότι ήμουν, ότι είμαι, ότι θα είμαι, είμαι από μόνη μου. Όπως πάντα. Μόνη ολομόναχη. Εγώ με κατασκευάζω. Δεν θέλησα ποτέ να γίνω κάποιος άλλος, κι ότι θέλησα να αλλάξω το άλλαξα μόνη μου, με αίματα και προσπάθειες εξωσπλαχνικές, αυτοκατακρεουργήθηκα, αυτοχειρουργήθηκα για να καταφέρω να με δέχομαι, να με θέλω, να με καυλώνω και να με κάνω οτι θέλω. Αυτό είναι δύσκολο να σου το συγχωρέσουν τα σκουπίδια, τα άχρηστα έρποντα κουράδια που ζουν μέσα στο δηλητήριό τους, που παίρνουν ικανοποίηση μέσα από το να προκαλούν κακό και δράμα, τα επικίνδυνα σιχαμερά τέρατα που βιάζουν καθημερινά, που ασκούν βία και τρομοκρατούν, αυτά τα καρκινώματα, που ψαχουλεύουν το παρελθόν μου, ψάχνουν να βρουν κάτι λες κι έχω κάτι να κρύψω. Δεν έχω τίποτα να κρύψω, εγώ η μέτρια τραγουδίστρια της μικρής αυτής κακόμοιρης κακάσχημης πόλης. Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Κουβαλάω μια μαλακία ιστορία όπως όλοι οι μαλάκες, κουβαλάω ιστορίες που με γάμησαν και με έσωσαν. Εγώ μία πρώην αλκοολική μέτρια τραγουδίστρια, μια πρώην χοντρή μέτρια τραγουδίστρια που πηδιόταν με όποιον ήθελε μεθυσμένη. Δεν κρύβομαι πίσω από τίποτα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Εγώ το θεόμουνο μπάζο, η ασπρομάλλα κοντή χαμηλοκώλα μέτρια τραγουδίστρια, ήρεμη, ξέροντας τί ήμουν, τί είμαι και γιατί, εγώ η αυτοδημιούργητη, αυτόφωτη, αυτιστική, αυτοκαταστροφική, αυτοκατασκευασμένη, εγώ που εξασκώ την κομμωτική τέχνη (που πιεστικά κι αχρήστως έμαθα), μόνο σε κεφάλια ανθρώπων που αγαπώ, εγώ που έκανα τα θεόσγουρα μαλλιά της μαμάκας μου, ίσια, εγώ που κουρέυω το αγόρι μου , τον πιο δύσκολο κομμωτηριακό πελάτη, που κουρέυω τον Π, τον πιο εύκολο κομμωτηριακό πελάτη, εγώ που έχω μετατρέψει το κομμωτήριο της μαμάς σε προσωπικό μου γυμναστήριο και στεγνωτήριο, εγώ που όταν μεγαλώσω κι άλλο θέλω να γίνω Lolita Pluma, Simona Kossak, Dian Fossey, ναι υπάρχουν και τέτοια δίποδα, υπάρχουν και τέτοιες γυναίκες που δε βρωμάνε σαπίλα, οι ηρωίδες μου,  ναι υπάρχουν λίγα κρυστάλλινα δίποδα που μπορούν να δουν και λίγο πιο εκεί από την κωλοτρυπίδα τους. Αυτά, τα πολεμάνε, τους στερούν το οξυγόνο, τα κοροϊδεύουν, τα λοιδωρούν, τα συκοφαντούν, τα εκφοβίζουν...


Εεεε δίποδα... εγώ και οι ηρωίδες μου,σας γράφουμε στις  ωοθήκες μας.