Eratous 7 - 55535


H  ζωή χωρίς τσιγάρο είναι ένα ανυπόφορο βασανιστήριο χωρίς νόημα. Πέρασαν πέντε χρόνια ζωής χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό, χωρίς καμία αυθόρμητη στιγμή, με μόνη παρηγοριά τον καφέ και τα τσιγάρα μου. Και τώρα ήρθε εκείνη η ώρα  που ποτέ δεν ήθελα να έρθει. Να μετράω τις ρουφηξιές όπως μετρούσα τα πολύτιμα φιλιά σου όταν έπρεπε να φύγεις από το σπίτι. Ξύπνησα στις έξι και μισή κι όμως δεν μπορώ να χαρώ το χάραμα, μιας και μου πέφτει μόνο ένα τσιγάρο κι ύστερα άγχος για το τρίωρο που θα περάσω άκαπνη. Ώω είναι τόσο υπεργελοίο όλο αυτό. Όλα επαναδιαμορφώθηκαν... Η κούπα του καφέ, εκείνη η τεράστια  φραουλί κούπα που με συντρόφευε για ώρες μαζί με πέντε τσιγάρα, τώρα έγινε ένα διαφανές φλυτζάνι μικρό, και οι γουλιές βιαστικές. Το ένα και μοναδικό τσιγάρο που μου πέφτει το πρωί, τελειώνει τόσο γρήγορα, τόσο τόσο γρήγορα, πόσο μαλακία ο χρόνος, πόσο σχετική μαλακία. Αποφάσισα να καπνίζω εφτά τσιγάρα την ημέρα γιατί το εφτά είναι πιο κοντά στο πέντε. Το οχτώ με τρόμαζε λίγο γιατί είναι πιο κοντά στο δέκα. Εγώ το υπερτούβλο στα μαθηματικά, κάνω διαιρέσεις στο τούβλινο μυαλό μου. Πρέπει να καπνίζω ένα τσιγάρο κάθε δυόμιση ώρες. Κι αυτό μας κάνει δεκαεφτάμιση ώρες, και περισσεύουν άλλες εξίμιση. Χααα, ποιός κοιμάται εξίμιση ώρες; Όχι εγώ. Κοιμάμαι τόσο λίγο κι έτσι η διαίρεσή μου πάει στράφι. Ας είναι. Το καταφέρνω κι αυτό. Κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω είναι φυσικά η παστρικότητα και οι δουλειές λες και δεν είχαμε αρκετά από δαύτα. Ας γυαλίσουμε λοιπόν τα γυαλισμένα, λίγο πιο γυαλιστικά αυτή τη φορά. Ας τρίψουμε ότι υπάρχει και δεν υπάρχει στο σπίτι μέχρι να μη νοιώθουμε τα νύχια μας. Ας ξανακαθαρίσουμε όλα τα ντουλάπια, ας ευθυγραμμίσουμε τα μπαχαρικά, τα σακουλάκια, τα βαζάκια. Έτριψα τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να ακουμπήσω τα κομμένα μου νύχια. Ήθελα να φωνάξω από τον πόνο. Να μην πω για τα χέρια, ωω εκεί να δείς ντροπή, τρέμουν σαν γριέτζικα. Τις νύχτες, την ώρα του τελευταίου τσιγάρου στο ξύλινο καναπεδάκι τη κουζίνας, δεν είμαι σίγουρη αν ξέρω πού βρίσκεται το σώμα μου οπότε αναγκαστικά παίρνω παρουσίες των μελών μου. Χέρια;;; αα εδώ μπροστά μου στη θέση τους, πόδια;; στη θέση τους, πλάτη;; α ναα. Αντιλαμβάνομαι την παρουσία τους μόνο από τον πόνο που μου προκαλούν. Τα ακούω να μου φωνάζουν, προστάτευσέ μας μωρή τί θα έχεις σε μερικά χρόνια; Την πρώτη εβδομάδα του απάνθρωπου αυτού εγχειρήματος, έκλεινα δεκατρείς συνεχόμενες ώρες χωρίς ξεκούραση, με την ελπίδα το βράδυ να με πάρει ο ύπνος. Έκλειναν τα μάτα μου από την εξάντληση. Κι όμως, μετά από μια ώρα ύπνου... τσουπ ξυπνούσα. Είναι τόσο βαρετά κατασκευασμένο το ανθρώπινο προϊόν. Λάθος το γαμήδι, λάθος, λάθος.

     Δεκαοχτώ του Γεναρίου, έξι και εικοσιοχτώ το πρωί. Μία χειμωνιάτικη μέρα ξημερώνει, κι εγώ γράφω για πρώτη φορά σε ολόκληρη τη γραφοζωή μου, χωρίς τσιγάρο στο χέρι να μου κάνει το πληκτρολόγιο μουνί. Ας προσθέσω δουλειές λοιπόν στη γεμάτη δουλειές ζωή μου. Όλα προγραμματισμένα, ψυχιατρική ρουτίνα. Τί ώρα θα βγω για τις γάτες, τί ώρα θα μπεί το πλυντήριο, πόση ώρα για να απλωθεί, πόση ώρα μαγείρεμα,  πόση ώρα γυμναστήριο, πόση ώρα περπάτημα, πόση, πόσος χρόνος, χρόνος, χρόνος τί χρόνος ρε. Πόση ώρα ζωή με νικοτίνη και πόση άνευ. Σαχλαμαρίζομαι να σκέφτομαι πανηλιθιότητες για να μην καταρρεύσει το σάπιο οικοδόμημα, το οποίο χωρίς νικοτίνη, χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό και χωρίς χαρά, πρέπει να σηκώσει τον ουρανοξύστη βασανιστικών συνθηκών κάτω από τις οποίες πρέπει να υπάρχω αυτά τα γαμημένα δύο χρόνια. Να ξυρίζω τα μαλλιά της μαμάς για δεύτερη φορά πάνω που είχαν μεγαλώσει και ήταν τόσο όμορφη την Τετάρτη το βράδυ, τόσο τόσο όμορφη κι εγώ πρόλαβα κι έβγαλα δυο παπαρατσοφωτογραφίες κι αυτή ήταν μία στιγμή χαράς. Οι στιγμές χαράς κρατάνε μερικά δευτερόλεπτα σαν αστέρια που πέφτουν. Ακριβώς έτσι. Όπως τα βλέπεις και λες αα νααα ένα αστ... και μετά δεν βλέπεις τίποτα. Μια απ' αυτές το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα που χόρευα  και τραγουδούσα λαμπάντα κι εσύ γελούσες. Το ίδιο απόγευμα χάιδευες το μαυρισμένο μου μπούτι ενώ εγώ φωτογράφιζα κάτι έφηβους κέδρους και λίγο πριν δύσει ο ήλιος βλέπαμε αγκαλιασμένοι το καράβι να μπαίνει στο λιμάνι  με τα γλάράκια από πάνω να κόβουν βόλτες και κοροϊδεύαμε τους σαμοθρακόβιους που επειδή κάθονται με την κωλοτρυπίδα ακουμπισμένη σε βράχους νομίζουν οτι είναι κοντά στη φύση. Εεεεε μπορείς να είσαι κοντά στη φύση με την κωλοτρυπίδα καθαρή, ήθελα να φωνάξω αλλά κρατήθηκα. Τρείς στιγμές ευτυχίας την ίδια μέρα ήταν τόσο πολύ, κάπως έπρεπε να το πληρώσω ε; το πλήρωσα σε λίτρα ασκίτη, σε κακές αξονικές και μεταστάσεις, σε άσκοπες χημειοθεραπείες και καινούργιους πανικούς. Μικροσκοπικές χαρές, ένα χαμόγελο της μαμάς, μερικά φιλιά μας σε σουπερ μάρκετ, η αστροφεγγιά, ένα μπιφτεκάκι τόσο δα, κι εγώ να γίνομαι ντίρλα με ένα ποτήρι τσίπουρο. Εσύ απορείς πώς γίνεται να πίνω ένα λίτρο ουίσκι στη δουλειά και να μη με πιάνει και πώς με ένα ποτηράκι τσίπουρο έγινα χώμα, εεε έτσι δουλεύει το σύστημά μου, στη δουλειά πρέπει να αντέξω αγγίγματα και φιλιά και κουβέντες που δεν τις σηκώνει ο σαπιοργανισμός μου. 

     Τις Παρασκευές κατεβαίνω από το βουνό με τα πόδια στη δουλειά κι όταν μετά από μια ώρα περίπου φτάνω, με κοιτάνε σαν εξωγήινη που πηγαίνω περπατώντας κι εγώ γελάω και πίνω εκατό λίτρα νερό. Τις Δευτέρες που είμαι πάντα άυπνη οδηγώ μέχρι το χημειοθεραπευτικό κέντρο με το όνομα Νίκος Κούρκουλος και ναι έχει άλλη χάρη να γίνονται οι χημειοθεραπείες σε ένα κτίριο που ονομάζεται έτσι. Ίσως στη Γαλλία να έχουν κι αυτοί ένα Αλαίν Ντελόν και στην Ιταλία Μαρτέλλο Μαστρογιάννι  και πάει λέγοντας. Θα ήταν πιο διασκεδαστικό ώστόσο αν στην είσοδο έπαιζε βίντεο δείχνοντας τον Κούρκουλο να φωνάζει -τί κάνετε μωρέ; σταματήστε τη χημειοθεραπεία! οοοόχι άλλη χημειοθεραπεία.(click)  Ναι κι όμως στις εφτά το πρωί κάθε Δευτέρας, μέσα στην απόγνωση και την απορία ( τί κάνουμε εδώ, τί κάνουμε εδώ) εγώ σκέφτομαι μέσα μου τέτοιες γελοιότητες, ναι αν ήμουν υπεύθυνη της υποδοχής θα είχα φτιάξει ένα τέτοιο βίντεο, να μπαίνει ο κόσμος το πρωί τρομαγμένος και να γελάει με τη φάρσα που του 'λαχε, την πιο σοβαρή, απάνθρωπη φάρσα, γιατί όλα είναι γελοία μέσα στη σοβαρότητά τους, όλα ασήμαντα μέσα στη σημασία τους.   

      Έτσι μια ασήμαντη Κυριακή πρωί όπως σήμερα, εγώ η ασήμαντη με την ασήμαντη γάστρα που ψήνει το ασήμαντο φαγητό μου στον ασήμαντο φούρνο μου, κάθομαι χωρίς νικοτίνη και προσπαθώ να γράψω τα ασήμαντα που μου κόβουν την ανάσα. Ο μικροκαφές τελείωσε, σκέφτομαι να πιω το τσάι μου μα αν το πιω κι ύστερα βγω έξω για περπάτημα θα κατουριέμαι μέχρι το έβερεστ κι έτσι δεν πίνω ούτε τσάι. Στερημένη απ' όλα, βήχω πού και πού, μετά από δύο μέρες δουλειάς, μετά από μία εβδομάδα αρρώστιας. Τα 32mg Medrol, ευτυχώς έγιναν 8, κι αύριο θα γίνουν 4, το πλυντήριο θα βγεί σε λίγο, η κουζίνα μυρίζει ήδη Κυριακάτικο φαγητό, ο αέρας έξω κάνει κάτι ήχους, οι γάτες περνάνε έξω από τα παράθυρα, ο Белик αναρρώνει αλλά του 'φυγε πάλι λίγη διάρροια, φοράω ζιβάγκο μέσα στο σπίτι και σουτιέν και μια μακρυά φούστα που σέρνεται, περιμένω να κλείσω το φαγητό, ν' απλώσω το πλυντήριο, να ντυθώ κρεμμύδι και να κατηφορίσω προς τον ρωσικό φούρνο, να αγοράσω προμήθειες για την αυριανή μέρα Νίκος Κούρκουλος, να σταματήσω στο μικρό απαίσιο τσιμεντένιο πάρκο πίσω από τις δωδεκαόροφες, να καπνίσω το επόμενο τσιγάρο μου, να φτάσω στον σιδηροδρομικό σταθμό, να πάρω το 35 και να γυρίσω σπίτι. Όλα τραγικά ασήμαντα. Μία ακόμα ασήμαντη ζωή ανάμεσα σε δισσεκατομμύρια ασήμαντες που κάτι κάνουν ή δεν κάνουν αυτή την ώρα. Για να δώσω μία περισσότερη σημασία στην καθιερωμένη ασήμαντη βόλτα μου θα φορέσω χρυσοσκονί μάλλινα ακουστικά απ' αυτά που ζεσταίνουν τα αυτιά, δεν ξέρω πώς ονομάζονται αλλά έχω και ίδια γάντια  χρυσοσκονί κι εκείνα. Θα στρίψω το τσιγάρο από το σπίτι για να μη χρειαστεί να ξεβρακώσω τα δάχτυλά μου. Θα πάρω και αναπτήρα με φλόγιστρο για τον αέρα, πόσο πόσο προνοητική, πόσο ασήμαντα προνοητική, τόσο που κανένα απρόοπτο δεν θα προκύψει, τίποτα δεν θα χαλάσει τα ασήμαντα Κυριακιάτικα πλάνα μου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα πιω κι ένω τσάι. Δε γαμιέται!