E.e,m,l,D/p/p

 
















Nαι ποιά είσαι; Ποιά είσαι; Ποιά είμαι; Τί είσαι; Τί είμαι; Αυτή που σιχαίνεται το αίμα της, ναι αυτή είμαι, αυτή που κρατάει αντίχειρες για να αποκοιμηθεί, αυτή που φοβάται τις κατσαρίδες αλλά τις λυπάται, που φέρεται απαίσια στους τέλειους και τέλεια στους απαίσιους, που δεν αφήνει ποτέ τα νύχια της να μεγαλώσουν αλλά μία φορά τα άφησε, αυτή που την ξέρουν τα περιστέρια των νοσοκομείων, αυτή που την αγαπούν τα χειρουργεία, ναι αυτή είμαι. Αυτή που ο κώλος της είναι πιο μεγάλος από τις καρέκλες, αυτή που ακούει Malher τρείς εβδομάδες τώρα και ψάχνει τί σκατά είναι ο μπενθαμισμός στις τέσσερις το πρωί, ναι αυτή είμαι. Αυτή που  πέρασε περίπου 14 ώρες να σου αγοράσει ένα  View-Master, αυτή που τρίβει τα μπούτια της με μανία και φοράει βαράκια στα χέρια όταν ξεσκονίζει τα ψηλά ράφια. Αυτή που κατουράει ξεδιάντροπα όλη τη θάλασσα χωρίς καμία προειδοποίηση και που κατουράει και τα πόδια της και τις σαγιονάρες της γιατί της φοράει παντού, στο βουνό, στη θάλασσα, στην πόλη, στις εξόδους, στις εισόδους, στις σκάλες, στις μεγάλες βόλτες, ναι αυτή είμαι. Αυτή που σπρώχνει τις μέδουσες να πάνε πιο μέσα, ναι αυτή είμαι. Αυτή που δεν πιστεύει στη χαρα αλλά χοροπηδάει σαν μουρλή μαϊμού όταν χαίρεται. Αυτή που δεν πιστεύει στην αγάπη αλλά αναπνέει σε θεση αραμπέσκ όταν αγαπάει. Αυτή που είχε πολλά μαύρα μαλλιά, μετά λίγα μαύρα, μετά πάλι πολλά, αλλά άσπρα. Αυτή που θέλει να την παίρνεις από πίσω, που χύνει και γαμάει τα σεντόνια, αυτή που κολυμπάει με τον Cheburashka και κάνει τα παιδάκια να ζηλευόυν, αυτή που τα θέλει όλα σε γεύση φράουλα, αυτή που τυλίγει τα φαγητά της σε μαρουλόφυλλα, αυτή που έχει δύσπνοιες, αυτή είμαι, ναι αυτή είμαι. Αυτή που θα ήθελε να έχει περάσει τα νιάτα της σε βρώμικα σπίτια του κέντρου με πολλούς φίλους που τρώνε πίτσες από το πάτωμα και φοράνε μωβ βρακιά, και δεν τους νοιάζει να μαζέψουν τις τρίχες από τις γάτες τους, και πίνουν μπύρες και ρεύονται, ναι αυτή που θα ήθελε να έχει περάσει τα νιάτα της ξέφρενα μα τα πέρασε μόνη να καθαρίζει, να σκουπίζει, να αδιεξοδίζεται, να ζορίζεται να έρθει σε επαφή με ανθρώπους, να ντρέπεται να φοβάται μα να τους γαμεί την μπαναγίτσα, αυτή που θυμώνει με όλα, αυτή που τη θέλουν όλοι για φίλη τους αλλά αυτή δεν θέλει κανέναν κι όσους θέλει πάλι τους φοβάται, ναι αυτή είμαι. Αυτή που μάτωνε το κεφάλι της απο έξω γιατί τραβούσε τα μαλλιά της, αυτή που το ματώνει τώρα από μέσα γιατί τραβάει το διάολό της. Αυτή που παλεύει με τα τέρατα που η ίδια έχει δημιουργήσει, η χαζή δονκιχώτισσα που κοπανιέται πάνω στους προσωπικούς και οικογενειακούς ανεμόμυλους, η ταλαίπωρη σαρανταπεντάρα που έχει πρεσβυωπία και δε βλέπει να φάει λίγο ρύζι, η ξεμαλλιάρα που δεν ξέρει να φυσάει τη μύτη της, αυτή είμαι. Αυτή που σε ρωτάει τί χρώμα να βάψει τα νύχια της, που δεν έχει υπομονή να τα περιμένει να στεγνώσουν και όλο ρίχνει καντήλια, που δεν έχει υπομονή έτσι κι αλλιώς, που στέλνει μηνύματα στην Kinder να της στείλουν μια χελώνα, που δεν ξεμένει ποτέ από καπνό και θυμό, ναι αυτή που βλέπει καρτούν γιατί νοιώθει καρτούν, αυτή που χτυπάει η καρδιά της από άγχος όταν χτυπάει το τηλέφωνο, αυτή με τα χίλια σύνδρομα ναι μια συνδρομήτρια, ενδομήτρια, ωω μια χαζή ξυλάρμενη που συγκροτείται μόνο με τα δικά της, αυτή, αυτή που ξεβρώμισε όλο το Furzedown, αυτή που βήχει σαν φάλαινα χωρίς να ξέρει αν βήχουν οι φάλαινες, αυτή που φοβάται τις μαύρες τρύπες και το μαύρο των ωκεανών, αυτή που αν πει δυό τρία όχι μαζεμένα παθαίνει επιθετικό ενοχισμό, αυτή που το στομάχι της είναι πιο εύθραστο από χνούδι λεύκας, αυτή που νομίζει οτι ο εγκέφαλος είναι έτσι από μέσα γιατι στην πραγματικότητα είναι ένα στουμπωμένο κωλάντερο, αυτή που δε μπορεί να πάρει αποφάσεις γιατί ποιός αποφασίζει χρησιμοποιώντας ένα στουμπωμένο κωλάντερο, αυτή που δε μπορεί να πάρει αποφάσεις γιατί τις παίρνει το κωλάντερό της γι' αυτήν και δεν τρώει και είναι η αυτοκράτειρα της διάρροιας και του στομαχόπονου, αυτή η αυτοκράτειρα της αλλεργιας αυτή είμαι, ναι αυτή είμαι. Αυτή που έχει αλλεργία σε όλα, που πλέκει με ενάμισο χέρι, που στρίβει τσιγάρα με ένα, ναι αυτή που ξυπνάει απο γενική αναισθησία και ανάβει τσιγάρο ναι αυτή είμαι, αυτή, αυτή που τσιμπάει με δύναμη το άνω χείλος της όταν έχει άγχος και τραβάει τις βλεφαρίδες της όταν νυστάζει, ναι αυτή που κάνει τα αυτιστικά αυτά που κάνουν τα σκατόμωρα, αυτή που δεν απέβαλε τα σκατομωρίστικα χούγια, αυτή που θέλει να την ξυπνάς με φιλιά το πρωί αλλά μετά χρειάζεται μία ώρα μέχρι να μπορέσει να σου μιλήσει κανονικά, αυτή η υδατοεξαρτώμενη αμφίβια που μπορεί να καθίσει σε θέση οκλαδόν για ώρες χωρίς να νοιώσει την παραμικρή ενόχληση, αυτή που θέλει να ζωγραφίσει πιάνα πάνω στα πόδια σου, στην πλάτη σου, στην κοιλιά σου, αυτή που δεν μπορεί να καθίσει σε ταβέρνα χωρίς να ταΐσει όποιο ζωντανό περάσει από μπροστά, αυτή που δεν μπορεί να πιεί ποτέ ένα όλόκληρο ποτήρι αναψυκτικό, αυτή που δεν αντέχει να έχει κανέναν από τα δεξιά της όταν περπατάει, κοιμάται ή κάθεται, αυτή που άντεξε να μπεί παράκεντρη μπαλκονόπορτα στο σαλόνι, κι αντέχει την ανάποδη κλειδαριά της αυλόπορτας και το ανάποδο ψυγείο, αλλά δεν αντέχει η γωνία του τραπεζιού να μην ευθυγραμμίζεται με το κέντρο του στρογγυλού σταχτοδοχείου, αυτή που ξέρει οτι αν διαβάσει Κάφκα θα γίνει σκατά αλλά διαβάζει, αυτή που ξέρει οτι αν ακούσει  Malher θα γίνει σκατά αλλά ακούει, αυτή που ξέρει πως αν μείνει νηστική θα ζαλίζεται αλλά μένει, αυτή που ξέρει πως αν περπατήσει δέκα χιλιόμετρα με τις σαγιονάρες θα πρηστεί το μεταλλικό της πόδι, αλλά δεν βάζει παπούτσια, αυτή που ξέρει πως αν συνεχίσει να αυτοκοπανιέται στους ανεμόμυλους θα τη διαλύσουν, αλλά συνεχίζει, αυτή είμαι, ναι αυτή, αυτή, η αυτοδημιούργητα κατεστραμμένη, η αυτοκαταστροφικά δημιουργημένη-δημιουργική αυτοδημιουργία, ναι αυτή, αυτή η κορτιζονούχα ανοσοκατεσταλμένη κι ανοσοκατεστραμμένη, αυτή που ψάχνει για βαθειές ανάσες μέσα στην κουραδία, αυτή η κατάκοπη που όλο κάτι ψάχνει, κι όλο κάτι έψαχνε, αυτή που πέφτει να κοιμηθεί άλλη και ξυπνάει άλλη, αυτή που κανονίζει να κάνει τετρακόσσιεςχιλιάδεςτριάνταεκατομμύριαδύο πράγματα και τελικά κάνει περίπου κανένα, αυτή που συνειδητοποίησε πόσο δυστυχισμένης πάστας κουράδα είναι, ένα απόγευμα μέσα στο ΚΤΕΛ Πελοποννήσου, βλέποντας τους πορτοκαλεώνες να περνούν κι ακούγοντας  Bernstein, ναι αυτό το πρώτο κλάμα δυστυχοσυνειδητοποίησης, και νααα το δάκρυ κορόμηλο, κορόμηλο στους πορτοκαλεώνες, ναι αυτή, αυτή που τότε είπε στον εαυτό της ναι εσύ θα είσαι πάντα μαλακισμένη τέτοια, ναι αυτή, αυτή το είπε, οι πορτοκαλεώνες το είπαν, αυτή είμαι, ναι αυτή, αυτή, ναι, εγώ είμαι, εγώ. Θέλε με κι αγάπα με.