H τούρτα όπως κάθε χρόνο
αιμορραγούσε φράουλες,
μικρά κόκκινα στόματα βυθισμένα στη γλυκιά κρέμα
χτυπημένη από το χεράκι της μαμάς
Στόματα που προσπαθούσαν να μιλήσουν
μα τελικά δεν είπαν τίποτα
Το κερί της μαμάς μου—
εκείνο το μοναδικό, στραβό ερωτηματικό—
στεκόταν στο κέντρο,
μια λεπτή σπονδυλική στήλη αμφιβολίας
που κουβαλάμε και οι δυο
από χρόνο σε χρόνο.
Εκείνη το χρησιμοποίησε πρώτη.
Θυμάμαι τα δάχτυλά της πάντα απρόσεχτα
ν' ανάβουν με τον διαφημιστικό αναπτήρα το διερωτώμενο κερί
κι όταν τελικά άναψε, άρχισε κι η φλόγα να μοιάζει προβληματισμένη.
Το κερί σήμερα είναι δικό μου.
Το περνάμε από τη μία στην άλλη
σαν μια σιωπηλή ασθένεια,
σαν μια πρόταση ανολοκλήρωτη.
Χωρίς αριθμούς.
Μόνο μία καμπυλωτή αβεβαιότητα
που καίγεται στην άκρη της ανάσας μας.
Τραγούδησαν όλοι ξανά,
μα πιο σιγά αυτή τη φορά,
λες και καταλάβαιναν
πως ο εορτασμός είναι ένα σκισμένο κωλόρουχο
που φοράμε πάνω από τις ερωτήσεις μας.
Δεν μέτρησα τίποτα.
Ούτε χρόνια, ούτε ευχές.
Μόνο τον τρόπο που έστεκαν οι φράουλες
σαν μάτια αυτή τη φορά, πώς κοίταζαν το ταβάνι
πώς έγειραν προς εμένα λίγο αργότερα
σαν να ήξεραν το όνομά μου.
Κι όταν έσκυψα πιο κοντά, τα μάτια μεγάλωσαν,
φωτεινοί, κατακόκκινοι, μοσχομυριστοί, αδιάφοροι μάρτυρες
και το ερωτηματικό τρεμόπαιξε,
σαν να μην ήθελε να τελειώσει,
σαν τελικά να προσπαθούσε μόνο του ν' απαντήσει στην άγνωστη ερώτηση.
Φύσηξα! Και να το πάλι!
εκείνη η μικρή γραμμούλα καπνού,
που ανεβαίνει σπειροειδώς
σαν εκείνη να είναι η απάντηση.
Άλλος ένας χρόνος
που δεν μπορώ να εξηγήσω.
Άλλος ένας χρόνος
που κληρονομώ.
Το κερί είναι τώρα κρύο,
πλυμένο στον νεροχύτη
χρόνια μας πολλά μαμά.
