а.д.жё~8

Χρειάστηκε να βγάλω φωτογραφία διαβατηρίου  για να ανακαλύψω πως η χωρίστρα μου έπρεπε να βρίσκεται ενάμιση χιλιοστό πιο αριστερά, χρειάστηκαν 6 χρόνια από το προηγούμενο διαβατήριο για να καταλάβω πως η χωρίστρα μου δεν ήταν ακριβώς στο κέντρο και συγκλονίστηκα. Σήκωσα με προσοχή την κοτρώνα που συγκρατεί την πόρτα της κάμαρας που κοιμόμαστε και παραλίγο να πέσει πάνω στο πόδι μου και φαντάζεσαι τί θα πάθαιναν τα δάχτυλά μου αν έπεφτε, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή  γλίτωσα και την άφησα πάνω στη συρταριέρα κι έκανε θόρυβο και μακάρι να μην ξύπνησες, γιατί τί μου φταίς που ξύπνησα νύχτα κι ήθελα να φτιάξω νυχτοπρωινό και καφέ. Ήταν τόσο σκοτεινή η αυλή που φοβήθηκα ν' ανοίξω το παντζούρι της κουζίνας, όμως το άνοιξα κι η ομίχλη μπήκε μέσα στο σπίτι και θόλωσαν όλα κι είναι κρίμα να ξεκινά μια μέρα έτσι με τόσο ενδιαφέρουσα αχνάδα και να καταλήγει βαρετή ηλιασμένη με αδιάφορη θερμοκρασία. 14 βαθμοί, τόσο αδιάφορο, τόσο πολύ αδιάφορο νούμερο που σε κάνει να μη θέλεις να βγείς από το σπίτι γιατί νοιώθεις αμήχανα με τόση αδιαφορία. Γράφω πριν ξεκινήσει η μεγάλη αδιαφορία, όσο έχει ομίχλη θα γράφω, μόλις καθαρίσει το τοπίο θα πάψω, τέτοια ήταν η συμφωνία που έγινε μέσα μου μόνη της όσο ετοίμαζα αυγό, και τώρα προφταίνω δεν προφταίνω. Τα λίγο πιο παλιά χρόνια από τώρα έγραφα στην κουζίνα, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια έγραφα και με ήλιο, τώρα μου είναι αδιανόητο, τα λίγο πιο παλιά χρόνια δεν έλεγα τη λέξη δυστυχία τώρα τόλμησα και την είπα η μαλακισμένη και την είπα σε σένα, σε ποιον! σε σένα! τέτοια είμαι ναι, σε κοίταξα και σου είπα είμαι δυστυχισμένη κι εσύ κοιτούσες με 'κεινα τα μάτια που έχεις που κοιτάνε έτσι γιατί έχουν κι εκείνο το απο πάνω που τα σκεπάζει δεν ξέρω πώς το λένε που είναι το πιο ωραίο σκέπαστρο ματιών που  έχω δεί, τα δικά μου είναι ξεσκέπαστα, και στο είπα και μετά έκλαιγα μέχρι το στομάχι, εσύ μόνο κοιτούσες, μετά σταμάτησα τα κλάμματα, δεν υπάρχει εξήγηση για τέτοιες λέξεις, είπα τη λέξη δυστυχία πάει και τελείωσε, κατάφερα να την πω, και πέρασαν 3 μήνες από τότε αλλά εγώ ακόμα το θυμάμαι, όπως θυμάμαι και πώς κοίταξες και θυμάμαι και το σκέπαστρο, όλα τα θυμάμαι και η δυστυχία μου είναι το τρίπτυχο αυπνία-διάρροια-φαγούρα και έστω υπάρχει το  bilaz για να αντέχω τη φαγούρα, τα άλλα δύο δεν ξέρω τί να τα κάνω. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που μου λείπει ο Νοέμβρης στο νοσοκομείο, τα λιγοστά τσιγάρα κάτω από το πεύκο, οι μεταμεσονύκτιες βόλτες στον διάδρομο του θαλάμου, οι παντόφλες μου πάνω στα 62 πλαστικά πλακάκια, 62 κι 62 κι 62 πόσες φορές πάνω κάτω, δεν κάθομαι ποτέ στον κώλο μου κι οι νοσοκόμες ξέρουν και καταλαβαίνουν οτι είμαι απ' αυτές που δεν κάθονται στον κώλο τους και δε με μαλώνουν πολύ που ποτέ δε με βρίσκουν, ναι πρέπει να πω πως οι νοσοκόμες στο θεαγένειο είναι οι καλύτερες του κόσμου, πουθενά σε κανένα νοσοκομείο δεν έχει τόσο καλές νοσοκόμες που καταλαβαίνουν κι αυτούς που δεν κάθονται στον κώλο τους, γιατί ξέρουν πως θέλεις μισή ώρα ν' ανέβεις στον 8ο γιατί έχει μόνο ένα μαλακισμένο ασανσέρι και πάντα περιμένουν εκεί 34793265 άνθρωποι αλλά δίπλα έχει κι ένα άλλο που είναι μόνο για ασθενείς κι εγώ μόνο μία φορά το χρησιμοποίησα γιατί με μάλωσε η νοσοκόμα λίγο και βρήκα τη δικαιολογία με τους 34793265 ανθρώπους  που περίμεναν και μου είπε  οτι έχω προτεραιότητα και να λέω σε όλους πως πρέπει να περάσω πρώτη ή καλύτερα να παίρνω το διπλανό που είναι για ασθενείς και πήγα με καμάρι, επιδεικνύοντας τις γάζες και τον ορό σε όλους τους 34793265 και είπα κάντε πέρα και μπήκα πρώτη πρώτη στην απαγορευμένη γι' αυτούς πόρτα κι ευχαριστιόμουν μέσα μου κι ας είχα γάζες και ορό, γιατί δεν θα υπήρχε περίπτωση να ζητήσω να με λυπηθούν και να με αφήσουν να περάσω πρώτη, το σιχαίνομαι αυτό, το σιχαινόμουν από μικρή, κάθε μορφή λύπησης και κλάψας και σιχαίνομαι που έτσι μεγαλώνουμε, γιατί όχι δεν είναι σεβασμός, είναι λύπηση και κλαψομουνιά, μέχρι και τα παιδικά παιχνίδια είναι κλαψομουνιά γι' αυτό δεν έπαιξα ποτέ εκείνο που λέει η μικρή ελένη κάθεται και κλαίει γιατί από μικρή νευριαζόμουν μ' αυτό το βλαμμένο την ελένη που κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της, και σκεφτόμουν πόσο ηλίθιο μαμόθρεφτο να κάθεται και να κλαίει, και μετά το τραγούδι λέει σήκω επάνω και σκούπισε τα μάτια σου και δες τον ήλιο και κάτι τέτοια αηδιαστικά αντί να λέει σήκω επάνω και δώσε κλωτσιές στο μουνί κάθε φιλενάδας, όλα λάθος από την αρχή όλα λάθος τα μαθαίνουμε, μην αναρωτιέσαι για το τρίπτυχο λοιπόν, από τη σιχαμάρα μου για την κλάψα είναι, προλαβαίνει το σώμα να κλαφτεί γιατί ο εγκέφαλος δεν αντέχει την ιδέα. Έχω έναν φόβο για εκείνη την ημερομηνία 5 μαΐου. Ποιό όργανο απ' όλα να αντέξει τέτοια μέρα, το σκυλί λες και νοιώθει οτι θα φύγω έχει πάθει στενό έρωτα, δεν ξεκολλάει από το σπίτι, δεν αντέχει ούτε όταν φεύγω για μερικές ώρες, της εξηγώ κάθε μέρα αλλά δεν δείχνει να καταλαβαίνει, κατα τ΄άλλα αν ρωτάς  τα ίδια. Συνεχίζω να σου φέρομαι σκατά, να σιχαίνομαι όλους τους ανθρώπους, να βαριέμαι κάθε είδους επαφή μαζί τους, να θέλω να σώσω όλα τα ζώα, να διαβάζω για τα αρμαντίλλο και να συναρπάζομαι, να προσπαθώ να ξυριστώ εκεί που είναι η τομή και να τρομάζω γιατί είναι μουδιασμένο το σημείο και είναι τρομακτικό να ακουμπάς ένα ξυράφι σε ένα σημείο που δε νοιώθει, ααα και αυπνία, διάρροια και φαγούρα.