31.1.07

2701

Δοκίμασα να περπατήσω πάλι και δεν μπόρεσα. Σε κάθε βήμα χάνω δύο λίτρα αίμα και τρία κιλά κουράγιο. Το παράθυρο είναι κρύο, βλέπει τρεις ροδιές που δε θέλουν να πεθάνουν αυτό το χειμώνα. Προσπαθώ να προετοιμαστώ και να τις προετοιμάσω κι αυτές. Δε μου δίνουν σημασία , μου υπόσχονται ρόδια με μάτια. Ακουμπάω στο κούφωμα του παραθύρου κι εκείνο είναι παγωμένο. Του πιάνω την κουβέντα. -Κρυώνεις; το ρωτάω, θέλεις να σου φορέσω κάτι; -Έχω δει άλλα κουφώματα που φοράνε ένα όμορφο λαστιχάκι κι έτσι τα κρατάει ζεστά. Του παίρνω τα μέτρα και του φοράω ένα απο αυτά. Κολλάνε και καταλαβαίνω πως μάλλον θέλουν να μείνουν μονοι. Γυρίζω το κεφάλι προσπαθώντας να βρω άλλη παρέα. Όμως με όλα τα αντικείμενα γύρω μου έχω μιλήσει άπειρες φορές και οι κουβέντες είναι καταδικασμένες να επαναληφθούν τραγικά. Θα'θελα να βρεθώ σε κείνο το μικρό σπιτάκι με τα στόρια απο μπαμπού, να βλέπω τον "Ανθρωπο που δεν ήταν εκεί" κι εσύ στο γραφείο να δουλεύεις. Να γράφεις κάτι που δεν καταλαβαίνω ενώ κάνω βουτιές στο παντελόνι σου. Να σε φιλήσω αμέσως μετά , να κοιταχτούμε και ν'αποφασίσουμε να φτιάξουμε μια τσίχλα με γεύση το φιλί μας. Να βράζουμε το σάλιο μας, μετά να το βάζουμε στο ψυγείο και να μην το καταφέρνουμε. Να σου λέω ,-πάλι, και να ξαναφιλιόμαστε. Μη ρωτάς καλύτερα πώς πέρασαν αυτές οι μέρες. Γιατί αντίθετα με όλα οι μέρες στη δική μου ζωή δεν περνάνε. Στέκονται. Ακούω πάλι Mahler . Έκανα εκείνη τη βόλτα με τον Θοδωρή και περάσαμε υπέροχα, αγοράσαμε μουσικές και δεν έχουν σημασία αυτά, εγώ τη φωνή σου θέλω ν'ακού(σ)ω.Εϊναι κι ένα άλλο παιχνίδι που σκέφτηκα. Το τσάι βγαίνει απ'το κλωτσάει;

27.1.07

2300

Πώς ήταν η αναλογία; Πώς να θυμηθώ τώρα; Τί είχα βάλει μέσα; Πού είναι το φυλλάδιο; Και πόσο διαρκεί η επώαση του χτες μου; Πέρασε ένα αεροπλάνο χτες ξυστά από πάνω μου και άδειασε τα καύσιμα στο κεφάλι μου. Κι όποιος καριόλης, πούστης έγραψε εκείνο το παραμύθι με τον βάτραχο , ααα και το άλλο με το ασχημόπαπο να του καρφωθεί ένα τεσκούρι στην πλάτη. Τα καύσιμα μου έκαψαν το κεφάλι αλλα ευτυχώς αυτή τη φορά δεν πρόλαβα να μυρίσω καμμένη σάρκα. Σκέφτομαι πως μάλλον ποτέ δεν θα καταφέρω να φτιάξω ένα τσάι της προκοπής. Με φαντασιώνομαι νεκρή Ουλαλούμα σε μια Πορτογαλία κάπου κοντά στο άγαλμα του αγαπημένου μου ποιητή που αναρωτιέται αν θα μπορούσε να είναι ποτέ ο πρώτος που έγραψε ένα ποίημα. Όμως γλυκέ μου λογιστή τι θα ήμουν χωρίς εσένα; Με φαντασιώνομαι νεκρή Ουλαλούμα γερμένη στα πόδια του ονειροπόλου ποιητή με το ένα μου και μοναδικό μου ποίημα γραμμένο ένα δευτερόλεπτο πριν το μυαλό μου εξαφανιστεί, γιατί στο είπα το μυαλό μου υπάρχει από τότε που η πρώτη αμοιβαδα μάζεψε τα πόδια της. Εκείνο το βράδυ που τα δύο αριστερά πόδια προσπαθούσαν να κοιτάξουν την πόλη, έφερα μαζί μου μερικά τρισεκατομμύρια λέξεις σε καταστολή. Ηθελαν να εξεγερθούν. Η πορεία ξεκίνησε απο τα βάθη του στομαχιού μου με κατεύθυνση το ασανσέρ που τις ανεβάζει επάνω στον οισοφάγο. Συνάντησαν μια μεγάλη γουλιά τσίπουρο που κατέβαινε. Στο ασανσέρ γίνονται οι πιό ιστορικές συναντήσεις. Μια γουλιά νερό που κατεβαίνει συναντάει τη φράση "πάρε με" που ανεβαίνει να βγει. Οι λέξεις-διαδηλωτές έφτασαν μπροστά στην πόρτα του στόματός μου κι έσπρωχναν, κι έσπρωχναν όπως οι απολυμένοι σπρώχνουν τις πόρτες των υπουργείων. Πέταξαν μολότωφ, μάτωσε το στόμα μου από μέσα αλλά καμία δεν κατάφερε να βγει. Μετά απο τα πρώτα λεπτά έφτιαξα φράσεις που ξεκινούσαν με το "μια νύχτα μπορεί"...Τις συνέχιζα: "μια νύχτα μπορεί να σου καταστρέψει τη ζωή, μια νύχτα μπορεί να φοβίσει όλους τους ανθρώπους του κόσμου, μια νύχτα μπορεί να σε μεταμορφώσει απο πρίγκηπα σε βάτραχο, μια νύχτα μπορεί να σε κάνει από κύκνο ασχημόπαπο". Ολά αυτά τα τρισεκατομμύρια θα μπορούσαν να ειπωθούν με ένα φιλί, αλλά μια νύχτα με αίμα, μια νύχτα πριν εφτά χρόνια και δυόμισι αιώνες έχει κάνει αυτό το φιλί να μην θέλει να δοθεί. Ένα φιλί που το θέλουν μόνο μάγουλα, ποτέ στόματα. Γιατί ένα σχήμα μπορεί να είναι πιό δυνατό από πολλά έτη φωτός λέξεων. Εγώ κάποτε έγραψα πως ερωτευόμαστε αυτόν που γράφει ότι ονειρευτήκαμε γιατί φανταζόμαστε οτι θα έχει τα πιό ωραία μάτια του κόσμου, εγώ έγραψα οτι αυτή η νύχτα πριν δυόμισι αιώνες δεν θα σε αφήσει να με δεις. "....κι έλεα θα'ρθει απόψε απ'τα νερά, κι από τα δάσα..." όμως συγνώμη που πάτησα τα σκατά που σκούπισες στο χορτάρι. Έλα μόνο, εκείνη την τελευταία νύχτα , κάθησε δίπλα στο άγαλμα του αγαπημένου μου λογιστή και κοίτα με κάτω από το φως, Ουλαλούμα νεκρή με ένα ποίημα γραμμένο σε όλες τις γλώσσες του έρωτα που δεν ανθεί πριν πεθάνει...διάβασέ το, μοίρασέ το, κι ας είναι αυτό που θα κάνει όλες τις πλάτες να σπάνε με θόρυβο. Ααα και το τελευταίο. Νομίζω πως ήθελα πολύ να συρράψω τα δύο πόδια μαζί... Αααα....το αχλάδι; Αααα... το βιβλίο με τις πεταλούδες;

20.1.07

5121

Ξέρεις τί θέλω σήμερα; Να έρθεις να με βρεις με τον τρόπο που εσύ θέλεις χωρίς να με προειδοποιήσεις. Χωρίς να ξέρω τίποτα. Την ώρα που θα λούζω τα μαλλιά μου, η θα ζεσταίνω την πρωινή τυρόπιτα. Την ώρα που στύβω με όλη μου τη δύναμη τα δύο τελευταία πορτοκάλια ή αν θέλεις την ώρα που διαβάζω τις οδηγίες για το πως θα κόψω τον ανανά. Έλα πριν μου λείψεις. Πλησίασε κοντά μου και πες μου “ήρθα” μόνο αυτό. Αυτή η λέξη μπορεί να με κάνει να φυτέψω πορτοκαλιές πάνω στον πάγκο της κουζίνας και να τις αφήσω να ποτίζονται από το σιφώνι. Θα πάρεις τα πορτοκάλια από τα χέρια μου και θα τα στύψεις μέσα στο στόμα μου. Θα μου βάλεις τις φλούδες σκουλαρίκια. Και θα μου πεις οτι είμαι όμορφη. Θα φτιάξουμε μαζί μια πίτα από τις φαντασίες μας κι όση ώρα θα ψήνεται θα μου πεις τί έκανες πριν με συναντήσεις. Ύστερα θα σου πω κι εγώ. Θα ξεχαστούμε λίγο κι η πίτα μας ίσως να ξεροψηθεί. Θα την κόψουμε και σε κάθε κομμάτι θα είμαστε κάπου μαζί. Θα δαγκώνω και θα σου λέω : “στο κομμάτι που δαγκώνω τώρα είμαστε ξαπλωμένοι μέσα σε ένα βαρκάκι στην απογευματινή του πτήση για το φεγγάρι”. Ύστερα θα λες εσύ: “στο κομμάτι που δαγκώνω κοιμάσαι γυμνή και σε αυνανίζω”. Θα τη φάμε όλη αχόρταγα και θα φυτέψουμε τα ψίχουλα μέσα σε κυπελάκι από γιαούρτι όπως κάναμε παλιά με το φασόλι θυμάσαι; Όταν θα σου λείπω θα τρίβεις το χέρι σου στα φύλλα όπως κάνουμε με το βασιλικό, και θα μυρίζεις τη φαντασία μας. Έτσι θα ξεγελάς τις αποστάσεις. Έτσι θα τις ξεγελάω κι εγώ. Θα σκύψεις στο αυτί μου και θα μου πεις “έλα” , και πριν απαντήσω θα με πάρεις από το χέρι. Θα με πας σε μια δικιά σου θάλασσα απο αλουμινόχαρτο και θα μου μάθεις να φτιάχνω βαρκάκια από τσιγαρόχαρτα. Θα φοβάμαι να μπω μέσα μην ξεκολλήσουν, και θα μου δίνεις ζάχαρη στο στόμα, θα με φιλάς και θα τη λιώνουμε με το σάλιο μας , θα τη φτύνουμε και θα γίνεται κόλλα. Θα κολλήσουμε τον πάτο της βάρκας μας και θα σαλπάρουμε. Θα τυλιχτούμε με ένα παλιό σάλι της γιαγιάς μου, και θα ζεσταινόμαστε. Θα παίζουμε παιχνίδια με λέξεις που να τελειώνουν σε σύμφωνο, θα βουτάς το χέρι σου στη θάλασσα και θα μπερδεύονται στα δάχτυλά σου τα πιο λεπτά φύκια του κόσμου, τόσο λεπτά που θα μοιάζουνε με ίνες. Θα τα στροβιλίζεις στον αέρα και θα μου φτιάχνεις μαλλί της γριάς. Θα μας πάρει ο ύπνος και το πρωί που θα ξυπνήσω μόνη, θα τρέξω στο κυπελάκι που φυτέψαμε και θα βρώ ένα καινούργιο φυλλαράκι. Όμως βρες ένα τρόπο, κι έλα κοντά μου…..Έλαα βρεες. Αφού ξέρεις που βάζω τα κλειδιά, μα κι αν δεν το ξέρεις, χρησιμοποίησε εκείνο το σφυρί.Έτσι κι αλλιώς τα τζάμια του σπιτιού μου είναι φτιαγμένα απο ρετσίνι και η Λισαβόνα κοιμάται πάντα νωρίς…

17.1.07

0 (zZZZzzzzZZero)

Σ' αρέσει το σπίτι μου; Σήμερα το έχτισα. Για να ΄ρθεις. Φύτεψα κι αυτά τα αγριόχορτα. Θα σε κοιτάζω από το παράθυρο καθώς έρχεσαι και συ θα τα παραμερίζεις με το σπαθί σου. Θα μου χτυπήσεις την πόρτα, θα σου ανοίξω, δε θα μιλήσουμε, θα σου μαγειρέψω τηγανιτά λουκούμια κι ένα αυγό που θα το φάμε μισό μισό. Θα στραγγίξουμε τις μέλισσες που θα πετάνε και θα αλείψουμε το μέλι πίσω απο τα αυτιά μας. Θα κατασκευάσουμε μηχανήματα από χαλίκια και φλούδες μπανάνας και θα υφάνουμε ένα μεγάλο πολύχρωμο μαλακό χαλί. Θα καθήσουμε κοντά και θα παίξουμε με ότι αγαπάμε. Θα ανοίξεις το σακουλάκι με τα αμύγδαλα και θα βγάλεις τα χέρια μου απο μέσα. Θα μου τα φορέσεις ανάποδα και θα γελάς. Θα ακούμε την ησυχία όλου του κόσμου. Θα πίνουμε το κρασί που μας έφτιαξε η βροχή που δεν έπεσε όμως την είδαμε σε ζωγραφιά. Θα στρίψουμε τσιγάρα και θα κρύψουμε δώρα μέσα. Θα κρύψω μια ασημένια πεταλούδα και στην τελευταία τζούρα θα πετάξει και θα καρφωθεί στα μαλλιά μου. Θα κρύψεις μια ολοκόκκινη φράουλα με γεύση φράουλα και στην τελευταία τζούρα θα με φιλήσεις. Θα σκάσει η φράουλα στα μούτρα μας, θα κάνει μπαμ και θα τρομάξω. Θα τραβηχτώ απότομα και θα ξεχάσω το σάλιο μου μέσα στο στόμα σου. Θα μου το επιστρέψεις πάλι με φιλιά κι όταν στραγγίσω θα πας στην κουζίνα και θα μου φτιάξεις άλλο. Θα ενώσουμε τα ρουθούνια μας με καλαμάκια και τα μάτια μας με κυάλια που αγόρασες από το δέντρο που σε έφερε ως εδώ. Θα κοιμηθούμε ενωμένοι. Θα σε κατουρήσω στον ύπνο μου. Θα με πλύνεις και θα με ΄ντύσεις χοντρά. θα τυλίξεις το αγαπημένο σου φύκι στο λαιμό μου κασκόλ, και θα μου φορέσεις σκούφο το άσπρο του αυγού που δε φάγαμε. Θα αλλάξουμε πόδια και θα βγούμε βόλτα. Θα παραπατάμε και θα σκάμε στα γέλια. Θα κατηφορίσουμε την αγαπημένη μου ανηφόρα κι όταν λαχανιάσουμε θα αλλάξουμε και καρδιές. Θα μου πεις οτι δεν αντέχεις έτσι όπως χτυπάει η καρδιά μου και θα σου πω οτι είναι για σένα. Θα φτάσουμε στο ποτάμι και θα ζητήσουμε από τα βατράχια να μας αφήσουν λίγο για πάντα μόνους. Θα φωνάξουμε δυνατά τα ονόματά μας κι αμέσως μετά τις αγαπημένες μας λέξεις. Θα πεις: ζιζάνιο κι εγώ αστράγαλος. Θα γράψουμε με αόρατες μπογιές ένα γράμμα στον άνεμο να μας φυσήξει μέχρι το σπίτι μου. Θα μας κάνει τη χάρη. Θα κλείσουμε τα μάτια και θα βρεθούμε στο κρεβάτι που μας έχει ετοιμάσει ο σεντόνης. Θα χασμουρηθώ και θα βρεις την ευκαιρία να βάλεις ένα λουλούδι απο χαρτί στο στόμα μου. Θα το καταπιώ. Θα χασμουρηθείς και θα βρω την ευκαιρία να βάλω στο στόμα σου μια μεγάλη λίμνη. Θα την πιείς όλη. Θα ρευτείς και θα γελάσω. Άντε έλα.

3,5

Βρέχει ανάπηρες σταγόνες. Καμία δεν έχει φτερά. Καμία δεν είναι ανέμελη. Όλες πετούν με το άγχος της πτώσης. Μερικές τυχερές σκάνε στο χώμα και ερωτεύονται ένα μικροσκοπικό κομμάτι χώμα, γίνονται μαζί μια μικρή μπίλια λάσπης. Άλλες πέφτουν στο αυτί κάποιου σκύλου. Άλλες πέφτουν πάνω σε φύλλα κι άλλες …άσε με δεν έχω όρεξη για τέτοιες εικόνες. Έχω κρασί εδώ κι αν ήσουν κοντά μου θα το πίναμε όλο. Θα μου έλεγες ιστορίες θα με έκανες να νιώσω σταγόνα με φτερά. Θα καθόμασταν κοντά πολύ θα κοίταζες τα δαχτυλίδια μου και θα τα παίνευες. Θα χαιρόμουν τόσο πολύ με όλο αυτό. Θα έλιωνα από τη χαρά μου τόσο που θα έδινα ένα δάχτυλο για να είχα ουρά να κουνήσω, κι η μέλισσα που ζει ανάμεσα στα πόδια μου θα ζωντάνευε και θ’ άρχιζε να φτιάχνει μέλι. Δεν πιστεύεις ότι μπορώ να νιώσω τόση χαρά. Είμαι σίγουρη. Αλήθεια σου λέω. Μην κοιτάς τα μάτια μου. Θλιμμένη γεννήθηκα μη σε απασχολεί. Δε φταις εσύ. Γράφω τόσο πολύ που δεν προλαβαίνω να διαβάσω τί γράφω. Χάρισε μου μια πολύχρωμη κουβέρτα, δώστη μου. Θα με κοιμίζεις γυμνή και το πρωί θα τη φοράω . Μόνο αυτή και τις κάλτσες μου. Θα μου πάει γιατί θα έχει όλα τα χρώματα. Θα καθόμαστε και θα διαλέγουμε ποιό χρώμα μου πάει πιο πολύ. Μετά θα μου δίνεις τα δάχτυλά σου και θα τα κεντάω πάνω στα δικά μου. Θα παίρνω τις άκρες από τα μαλλιά μου και θα τις κάνω βελόνες. Θα ράβω μαστίχες με αόρατη κλωστή. Θα τις μασάμε και θα φιλιόμαστε. Θα κάθεσαι δίπλα μου και θα βλέπουμε την αγαπημένη μου ταινία. Την ξέρω απ’ έξω και θα γελάω μόνη μου. Εσύ δίπλα μου. Γιατί δεν είσαι εδώ που το ημερολόγιο της φαντασίας μου λέει Παρασκευή; Θα σου δώσω πολλά όνειρα για το δρόμο. Όμως έλα.

29

Πόσο ζυγίζει μία λέξη; Η δική μου ζυγαριά μάλλον χάνει βάρος. Έτσι δεν έχω σωστά ταξινομημένα τις βαριές και τις ελαφριές λέξεις. Με ξετρελαίνει που μπορώ να σε ερωτεύομαι κάθε νύχτα για μια νύχτα. Κάθε νύχτα που πέρασα μαζί σου σε ερωτεύτηκα. Κι αυτό φτάνει για πολλά χρόνια. Δεν μπορώ να μετρήσω από πότε σε ξέρω. Και κυρίως πόσες νύχτες σε ερωτεύτηκα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Πόσα δευτερόλεπτα; Να σου πω κάτι που θα σ’ αρέσει; Δε μεγάλωσα από τότε. Πέθανα μερικές φορές. Όμως δε μεγάλωσα. Είναι όμορφο να κοιμόμαστε μαζί. Μ’ αρέσει όμως να σ’ αφήνω να κοιμάσαι πρώτος και το πρωί να ψάχνεις να βρείς σε ποιό καναπεδάκι κοιμήθηκα! Και να λες: εδώ είσαι μικρή μου; και να με φιλάς , να με φιλάς πολύ μέχρι να αφυδατωθώ. Η αγαπημένη μου ταινία ξέρω πως σου άρεσε κι ας μην την είδες όλη. Κι ας μην την είδες καθόλου. Αυτά που γράφω σε τρομάζουν όμως με αναγνωρίζεις και τότε περνάει. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς σε συνάντησα πρώτη φορά. Δεν ήταν κατά τύχη πάντως. Ούτε σε γενέθλια κοινού γνωστού. Λάθος θυμάσαι. Καθόμουν πάνω σε ένα σύννεφο και προσπαθούσα να κάνω το φεγγάρι καθρέφτη. Πέρασες από πάνω μου με ένα μεγάλο πουλί που τρώει κηροζίνη και με τρόμαξες. Τα πρώτα λόγια σου με τρόμαξαν. Είχαν αίμα κι ας ήμουν ασπρόμαυρη τότε. Με κατάλαβες και μάλλον με κατέβαλλες. Όταν απομακρύνθηκες έκανα βουτιά στο κενό. Η αγάπη μου και η εμμονή μου στα παραμύθια όμως με γλίτωσε. Ήρθε ένας πελαργός που παλιά κοιμόμουν στη φωλιά του και μ’ έσωσε. Μου είπε πως εκείνη τη νύχτα το φεγγάρι ήταν πιο κόκκινο και κατάλαβε πως κάπου κοντά θα τριγυρνούσα. Ξέρεις ρε μαλάκα πόσο σε ήθελα την πρώτη νύχτα; Θυμάσαι; Μέσα σε λάσπες και βρώμικα νερά. Πηδούσαν και βατράχια στα πόδια μας; η δεν πηδούσαν; Κρυώναμε πολύ. Εγώ πιο πολύ. Ναι το “πιο πολύ” μ’ αρέσει. Είναι όμορφη έκφραση. Όχι δεν είναι βαριά. Για σένα είναι. Για μένα όχι. Εσύ βρίσκεις βαριά και τη λέξη έρωτας. Όταν σου είπα πως σε ερωτεύτηκα κάτι έπαθες. Τί έπαθες; Παραπάτησες; Σε ερωτεύτηκα για ‘ κείνη τη νύχτα, γιατί τρόμαξες; Την επόμενη μέρα δεν θυμάμαι αν ήμουν ακόμη ερωτευμένη . Δεν έχει σημασία. Την ώρα που στο είπα έλιωνα όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε. Πόσες ώρες; Αυτό το 39 είναι δικό μου για πάντα. Κι ας είναι 38+1. Ας είναι ο πυρετός μου. Πιάνω όλες τις νύχτες που σε ερωτεύτηκα, τις μαζεύω. Δε με νοιάζει το σ’ αγαπώ σου είπα. Είναι μόνο μια λέξη. Πολύ ελαφριά. Είναι το ίδιο με το να μου πεις. “έχεις όμορφο χαμόγελο”. Το ίδιο. Παίρνω όλες τις νύχτες μας. Σε χρόνια, μήνες, μέρες, εβδομάδες, μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα. Τις διαιρώ σε δευτερόλεπτα για να πολλαπλασιαστούν. Να γίνουν άπειρες μικρές στιγμές, να’ χω να θυμάμαι να βγάλω το χειμώνα. Από την άνοιξη και μετά έτσι κι αλλιώς θα φορέσω χρωματιστή κορδέλα στο κεφάλι μου. Ξάπλωσε πάνω στα πόδια μου τώρα. Θα σου διαβάσω Πατρίκιο η Μπουκόφσκι ή Νερούδα και θα κοιμηθείς. Θα με γλείψεις κοιμισμένος. Θα χύσω κοιμισμένη. Θα φιληθούμε. Θα κοιμηθούμε. Καληνύχτα

12.1.07

17,10,7,19,39 ??

17
Δεν έχουν αρχή τα παραμύθια. Κι ο πούστης που τα φτιάχνει κρυφογελάει
γιατί σκεφτεται το τέλος. Τέλος έχουν. Μόνο τέλος. Ήταν τόσο ρηχά και πνίγηκα πάλι,
κι όχι μόνο αυτό. Χτύπησα κιόλας. Έγδαρα τους αγκώνες μου και τρύπησα το σαγόνι μου, μάτωσα τα γόνατά μου και έξυσα την κοιλιά μου. Σκίστηκαν οι θηλές μου κι έσπασαν τα νύχια μου. Όχι δεν είναι όλες οι νύχτες το ίδιο. Γαμήσι, σεξ, έρωτας, σπερματοζωάριο, ωάριο, παιδί, μαμά. Πάνω κάτω η διαδικασία. Όχι εγώ. Εγώ όχι. Με έφτιαξα μόνη μου από την αρχή. Τα υγρά εγώ τα κουβάλησα στη μήτρα της μαμάς μου. Υπήρχα πριν υπάρξω μήπως και με προλάβω. Δε με πρόλαβα. Με καλούπωσα, με κουκούλωσα και κλειδωσα το εργοστάσιο. Φεύγοντας του έβαλα φωτιά. Ξέχασα να πάρω μαζί μου το φυλάδιο με τις οδηγίες σε περίπτωση που θα χαλάσω μα δεν ανησήχυσα τότε. Ήμουν πολύ σίγουρη φαίνεται. Ζω σε μαγεμένα δάση, με νεράιδες. Σε ανώμαλες κοιλάδες με χρωματιστά νερά και ποτάμια καύλας. Λίμνες με λάσπη, βατραχάκια που φωσφορίζουν και γαμιούνται όλη μέρα πάνω στα νούφαρα. Κάποτε είμασταν όλοι ευτυχισμένοι. Ζούσαν άπειρα ξωτικά εκεί. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Γαμιόμασταν όλη μέρα. Ξεθάβαμε φυστίκια και τρώγαμε. Μετά την πυρηνική καταστροφή της μήτρας μου, δεν επέζησε τίποτα. Δεν κυκλοφορούν ξωτικά. Κι εγώ είμαι στ' αλήθεια μικροσκοπική. Χοροπηδάω στους ανθρώπους μήπως με νιώσουν. Δε νιώθουν τίποτα. Τσιρίζω μήπως μ'ακούσουν. Δεν ακούν τίποτα. Εντάξει μπορει να λέω και λίγο ψέμματα. Δεν χοροπηδάω μόνο γι'αυτό. Φταίει που φοβάμαι να μείνω ακίνητη. Θα με τσακίσουν το ξέρω. Θα βρεθεί ένα πόδι Νο 45 και θα με λιώσει. Σαν εκείνη τη νύχτα που κοιμόμουν και είδα εκείνο το όνειρο. Με το κεφάλι που καιγόταν και μύριζε, και μύριζε αίμμα. Από πού ερχόταν το αίμμα; Ποιός τοποθέτησε εκρηκτικό μηχανισμό στη μήτρα μου; Ποιός τοποθέτησε εκρηκτικά φιλιά στο στόμα μου; Και ποιός εκρηκτικά χέρια ανάμεσα στα πόδια μου; Δεν ξέρω, εσύ, εσύ. Πουτανολεξούλες. Με θυμάσαι ασπρόμαυρη ρε μαλάκα; Θέλεις να μετρήσουμε μαζί; Ξέρεις να μετράς; Όλα στο σώμα μας μεγαλώνουν, εκτός απο τα μάτια. Γι'αυτό τα μάτια μου είναι τόσο μικρά. Γιατί μεγάλωσα πολύ. Και δεν είναι αυτό που με φοβίζει. Όμως χάλασα και δεν εχω τις οδηγίες μαζί μου. Δε θυμάμαι. Γερμανικό Νο 10 ήταν; Τί στον πούτσο να χρησιμοποιήσω; Ξέρω γαλλικό που είναι σαν γυναικείο αιδοίο κι αν το γαργαλήσεις ανοίγει κι αν το γαργαλήσεις ανάποδα σσσσσσσσ μην το πεις.


Swordfishtrombones

Well he came home from the war with a party in his head
and modified Brougham DeVille
and a pair of legs that opened up like butterfly wings
and a mad dog that wouldn't sit still
he went and took up with a Salvation Army Band girl
who played dirty water on a swordfishtrombone
he went to sleep at the bottom of Tenkiller lake
and he said "gee, but it'sgreat to be home."
Well he came home from the war with a party in his head
and an idea for a fireworks display
and he knew that he'd be ready with a stainless steel machete
and a half a pint of Ballentine's each day
and he holed up in room above a hardware store
cryin' nothing there but Hollywood tears
and he put a spell on some poor little Crutchfield girl
and stayed like that for 27 years
He packed up all his expecations
he lit out for California with a flyswatter banjo on his knee
with a lucky tiger in his angel hair and benzedrine for getting there
they found him in a eucalyptus tree
lieutenant got him a canary bird and shaked her head with every word
and Chesterfielded moonbeams in a song
and he got 20 years for lovin' her
from some Oklahoma governor
said everything this Doughboy
does is wrong
Now some say he's doingthe obituary mambo
and some say that he's hanging on the wall
perhaps this yarn's the only thing
that holds this man together
some say he was never here at all
Some say they saw him down in Birmingham
sleeping in a boxcar going by
and if you think that you can tell a bigger tale
I swear to God you'd have to tell a lie...

11.1.07

17,10,7,19,39,??

19
Είμαι ευτυχισμένη. Ανεβάζω πυρετό. Επέμενες σε σελίδες με κόκκινα και μαύρα γράμματα. Ναι κατάλαβα. Τα ξέρεις όλα. Όμως όταν σου λέω το όνειρο με το καμμένο κεφάλι φέυγεις. Αυτό το όνειρο "μου γάμησε τη ζωή". Δε θυμάμαι καλά. Το αίμα με μπερδεύει. Ξέρω καπνίζω πολυ. Θα προσέχω μωρό μου. Θα προσέχω. Όμως πώς αλλιώς θα κάνω το δωμάτιό μου να μυρίζει σαν εκείνη τη νύχτα; Θέλω πυρετό 39. Μόνο 39. Εκείνη είναι η θερμοκρασία που μας καυλώνει έτσι δεν είναι; Τότε που όλα τα σχήματα είναι ο πούτσος σου κι όλοι οι κύκλοι ο πρωκτός μου. Θέλω να μου κάψεις το κεφάλι. Πάλι. Από την αρχή. Θα μου δέσεις τα μάτια. Δεν θα σε βλέπω. Βρέξε λιγο το μαντήλι, έχω πυρετό. Τώρα δέσε με, είναι δροσερό. Γύρνα με στα τέσσερα, ναι έτσι όπως προτιμάς. Αυτό προτιμάω κι εγώ. Τί; Δε σ'αρέσει η προστακτική; Την αλλάζω πάλι. Θα είσαι πίσω μου, θ'ανασαίνεις βαρειά, και κάθε ανάσα θα πετάγεται στο κεφάλι μου. Θα μου καίει το κρανίο απο μέσα. Τί όμορφα βρωμεροί που είμαστε. Τί καλά να ήταν η ομορφιά σαν αυτή τη βρωμιά!

17, 10, 7, 19, 39, ??

7
Μόνο την επόμενη φορά να αγοράσεις ένα μικρό σημειωματάριο. Δώσε δύο ευρώ κι άσε με να σε κοιτάω όταν θα γράφεις : "είσαι η μικρή μου τσούλα". Στυλό μην πάρεις. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον ίδιο. Μόνο πες περίπου γιατί και μένα μ'αρέσει καμιά φορά να μετράω ανάποδα. Όπως όταν ανάβω το κερί και ξέρω πότε περίπου θα σβήσει. Δεν έχω στομάχι, μου το'φαγε ένας σκύλος που πάλευε να μου γκρεμίσει το δωμάτιο. Τον λυπήθηκα. Φαίνονταν τα κόκκαλά του. Κι ο στίχος του ταίριαζε. "Είμαι ένα σκυλί που γαβγίζει στ'αστέρια, μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη"....

17,10, 7, 19, 39, ??

10

Δεν είναι τόσο απλό. Και τα ψέμματα τα βρίσκω ανιαρά στο είπα. Τα βαριέμαι. Είπες να ανοίξω το κεφάλι σου και να αδειάσω μέσα τον κουβά με τα σκατά μου. Μονάχα που τα σκατά δεν τα είχα σε κουβά. Τα έχω καταπιεί εδώ και καιρό. Έχουν εγκατασταθεί στο έντερό μου και δε βγαίνουν. Θα μείνουν εκεί απολιθώματα όλων των χαστουκιών που έχω φάει. Για ξαναπές μου τί θέλεις γιατί ξέχασα.

8.1.07

49

Έρχεται πάντα νύχτα. Διαλέγει τις πιό δύσκολες ώρες. Με περιεργάζεται σχολαστικά. Ανοίγει τα μάτια μου, μου δίνει συμβουλές, ακούει την καρδιά μου, μου βάζει θερμόμετρο. Όταν βεβαιωθεί πως είμαι καλά μου βάζει να πιω ένα ποτό. Μου λέει τί πρέπει να προσέχω, πώς πρέπει να ντύνομαι. Μου λέει τί δεν κάνω καλά. Δεν του θυμώνω ποτέ. Ετοιμάζει γιατροσόφια. Σοκάρεται μπροστά στις ουλές. Ασχολείται πάντα με μία συγκεκριμένη. Του λέω ,είναι παλιά δεν θυμάσαι βλάκα; Φτιάχνει αλοιφές από το σάλιο του. Την τρίβει με δύναμη. Ξέρει πως δεν δεν θα κλείσει ποτέ. Και 'γω το ξέρω όμως με συγκινεί πάντα όταν το κάνει αυτό. Ξέρουμε ποιές ουλές θα κλείσουν. Το νιώθουμε απο την πρώτη στιγμή. Όλοι ξέρουμε. Με λατρέυει γιατί είμαι δικιά του. Με κοιτάζει άγρια, είναι η στιγμή που θ'αρχίσει να με προειδοποιεί. Μου λέει πως δεν θα μ'αφήσει ποτέ. Δεν θα πίστευα ποτέ μια πρόταση που περιέχει το ποτέ. Όμως αυτόν τον πιστεύω. Μην τολμήσεις να γίνεις ποτέ απο 'κείνα τα κοριτσάκια που δίνουν φιλιά με χαμηλά λιπαρά. Αν το κάνεις θα με χάσεις για πάντα. Χαμογελάω και του απαντώ : μή φοβάσαι αγαπημένε μου εαυτε, δεν θα το κάνω. χαμογελάει κι εκείνος, οι υποσχέσεις μου τον καυλώνουν. Με παίρνει, με χύνει, κοιμόμαστε μαζί...

4.1.07

48

...η ανυπομονησία της ηδονής μας ξύπναγε. Ενώ κοιμόμασταν, μισοζούσαμε.
Ξυπνιοκοιμόμασταν. Και ξανά και ξανά πεθαινοζούσαμε,
αγαπιομισιόμασταν, ξυπνοονειρευόμασταν, υπαρχοχανόμασταν.
Και ξανά ονειροπαλευειρηνικοξυπνούσαμε,
αδιάντροπα ευτυχισμένοι...

47

Mια χειμωνιάτικη νύχτα μόνη της. Δεν έχει παρέα. Όλοι κοιμούνται και κρυώνουν. Ακούει τα δόντια του κόσμου , δεν έχει καθρέφτη να κοιταχτεί, θέλει να πιει ένα ποτήρι κρασί, θέλει να τη φιλήσουν στην πλάτη. Είναι σπασμένη σε χίλια κομμάτια. Της έχει κάνει μάγια ο πιό κακός μάγος του σύμπαντος. Και κείνο το ξωτικό της είπε πως για να λυθούν τα μάγια πρέπει να βρεθεί κάποιος να της φιλήσει την πλάτη με ένα φιλί που δεν έχει δοθεί ποτέ πουθενά σε καμία χώρα απο κανένα στόμα. Κι όταν γεννηθεί τούτο το φιλί όλα τα μικροσκοπικά κομματάκια θα κολλήσουν σαν απο θαύμα κι η πλάτη της δεν θα πονέσει ποτέ ξανά. Ότι θα μπορούσε να την κοιμήσει, κοιμήθηκε, κι ότι μπορεί να την ξυπνήσει...το περιμένει

3.1.07

28?

Πάρε τα πόδια μου να τα ζεστάνεις στην κοιλιά σου για να μπορέσω αν συνεχίσω απο το 46 που σταμάτησα.

2+

Ήξερα από την ώρα που ξύπνησα οτι σήμερα θα κοιμηθούμε χωριστά. Ήσουν κουρασμένος και κοιμήθηκες νωρίς. Οι τρίχες στο πάτωμα μου θυμίζουν οτι είναι άσχημο να καίγεται το κεφάλι σου. Οι ήλιοι στους τοίχους μου θυμίζουν οτι αυτό το σπίτι μπορεί μια μέρα να τ'αγαπήσω. Ο Αγιος Βασίλης με κορόιδεψε και φέτος και δε μου έστειλε καινούργια πλάτη. Μου'στειλε μία παλιά τυλιγμένη σε κόκκινο χαρτί. Δεν τη δοκίμασα αλλά είμαι σίγουρη πως δε θα μου κάνει. Έχει μια ξεθωριασμένη πεταλούδα πάνω της και είμαι σίγουρη πως θα πονάει. Δεν πρόκειται να τη φορέσω. Εξάλλου αυτή που έχω έχει πια συνηθίσει την ανάσα σου πάνω της όταν κοιμάται και δεν ξέρω αν θέλω να την άλλάξω. Απόψε σου έγραψα ένα μεγάλο γράμμα. Θέλω να γυρίσω λίγο πίσω (ή μήπως ήταν πολυ, δεν έχει σημασία) να έρθω να κοιμηθώ στο κρεβάτι σου. Να σκεπαστώ, να΄χω ζεστάνει τη μεριά μου. Να γυρίσεις αργά και να μη σε καταλάβω. Να μυρίζεις τσίπουρο, να ακούσω την έκπληξή σου που με βρήκες εκεί να κοιμάμαι. Να'ρθεις να πέσεις δίπλα μου και ν'αρχίσεις να με χουφτώνεις. Να σκέφτεσαι οτι το σώμα μου στο κρεβάτι σου είναι αυτό που ήθελες πιό πολύ εκείνη τη στιγμή. Να είναι σκοτεινά. Να μη με γυρίσεις καθόλου. Να τρίβεσαι πάνω μου την ώρα που μου ψιθυρίζεις βρωμιές. Χρωματιστές μαστουρωμένες βρωμιές. Να μου τον χώσεις από πίσω, να χύσουμε και αμέσως να ξανακοιμηθώ. Χωρίς μια κουβέντα. Να με ενοχλείς στον ύπνο μου. Έχεις στενό κρεβάτι αλλά δεν αντέχω να φύγεις. Κάθε φορά που γυρίζω ή κάνω οποιαδήποτε κίνηση, το σπέρμα σου θέλει να αποδράσει. Το αισθάνομαι να κυλάει. Είναι όμορφη αίσθηση, στον ύπνο όμως είναι ενοχλητική. Τα θυμάσαι όλα αυτά; Πες μου. Έχει κρύο. Το πρωί; Αα δεν ξέρω μη με ρωτάς για το πρωί. Δεν έχω σκεφτεί μέχρι εκεί. Το πρωί είναι πάντα αμήχανο. Κι ο καφές σου περίεργος. Δε χρειάζεται να υπάρχει πάντα πρωί . Δεν ξέρω. Ίσως το πρωί να έφευγα βιαστικά αργοπορημένη κρατώντας τα κάτω μου που πονάνε. Να μισοξυπνούσες αλλά να μην είχες κουράγιο να καταλάβεις οτι φεύγω. Θα έφευγα μέσα στο κρύο χωρίς εσώρουχα, χωρίς καλσόν. Θα φορούσα τις μπότες μου ξυπόλυτη. Θα έμπαινα σε ένα ταξί και θα κρύωνα. Ο ταξιτζής δεν θα ήξερε οτι είμαι γυμνή απο κάτω. Ολόγυμνη, μόνο τη μήτρα μου φοράω. Και σε μια στιγμή στο μεγάλο δρόμο κάπου εκεί στα 100 χλμ θα την έβγαζα κι αυτή και θα την άφηνα να πετάξει από το παράθυρο. Μην παίρνεις αυτό το ύφος τώρα. Εσύ ρώτησες για το πρωί...


384,4


Δεν ξέρω να μετράω. Δεν έμαθα ποτέ. Δεν ξέρω τί είναι ο χρόνος κι ας με πιέζει καμιά φορά. Απλά δεν θέλω να έχω σχέσεις μαζί του και είμαι σίγουρη οτι δεν θα τον αφήσω ποτέ να με φοβήσει. Εξάλλου απότι κατάλαβα προχτές δεν είναι μόνο ένας. Μάλλον είναι πολλοί. Ίσως πάλι και να είναι ένας και να ντύνεται κάθε φορά άλλος. Μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα. Ξυπνάνε νωρίς και ξυπνάνε με το ζόρι και την καλή τους διάθεση που ΄στο πιό μεγάλο μέρος της ζωής τους κοιμάται δίπλα τους. Εκείνη βαριεστημένη σηκώνεται, δεν έχει συνηθίσει να την ξυπνάνε. Τρέχουν και μπαίνουν σε κάτι μεγάλες πόρτες που γυρίζουν. Μπαίνουν με άδεια χέρια και βγαίνουν με μεγάλες σακούλες, χρωματιστές, νάϋλον, χάρτινες. Δεν είναι χαρούμενοι. Βαριέμαι. Δεν είμαι κάτι καλύτερο απο σας. Δε σας σνομπαρω. Αλήθεια. Κι αν χαίρεστε σας ζηλέυω, όμως δε χαίρεστε. Φοβόσαστε κι εσείς σαν εμένα αλλά δεν το παραδέχεστε. Στο πρώτο ζητιανάκι που συναντάνε είναι συμπονετικοί. Μπορεί και στο δεύτερο. Στο τρίτο και πάνω έχουν σχηματίσει άποψη: "Επάγγελμα το'χουν κάνει δεν είναι να τα λυπάσαι, αυτά ζουν καλύτερα κι απο μας". Μετά συνεχίζουν ήσυχοι, με την βολική άποψή τους χέρι-χέρι, τη βόλτα τους. Το βράδυ φοράνε αυτό που δεν τους αρέσει αλλά ξέρουν οτι μπορεί να αρέσει στους άλλους αλλά και να μην τους αρέσει τουλάχιστον θα το αναγνωρίσουν γιατί θα το'χουν δει σε άλλους χίλιους. Εξάλλου σημασία δεν έχει να φοράς κάτι που αγαπάς αλλά κάτι που θα σε βγάλει απο τη δύσκολη θέση να ξεχωρίζεις. Θα μετρήσουν ανάποδα. 10, 9, 8, 7, , 5, 4, 3, 2, 1 ...Θα φιλήσουν όλους εκείνους που δε θα είχαν καμία όρεξη να φιλήσουν. Δεν θα ακουμπήσουν τα χείλια τους στο μάγουλό τους. Έκπληκτοι θα διαπιστώσουν πως έχουν ξεχάσει να φιλάνε. Το ξεχνάνε κι αυτό. Το πρωί κουρασμενοι και δυστυχισμένοι θα γυρίσουν σπίτια τους. Θα κοιμηθούν μέχρι αργά. Και η ζωή κυλάει με άλλο νούμερο, με άλλο μέτρημα, με άλλο χρόνο μπροστά. Εύχονται. Σταμάτα τώρα. Σταματήστε το χρόνο στο φιλί. Μείνετε εκεί να φιλιόσαστε ώρες, μέρες, μήνες, μέχρι τον επόμενο χρόνο. Εϊναι δύσκολο να θυμηθείς πώς φιλάνε πάλι. Αυτή είναι η τιμωρία που σας βάζω. Θα μείνετε εκεί κολλημένοι με τα στόματά σας στα μάγουλα των άλλων να θυμηθείτε πως φιλάνε. Μην κουνήσει κανείς μέχρι να γυρίσω ακούσατε; Στο διάολο ο καινούργιος χρόνος. Μισώ τους αριθμούς. Μαμά πάω μια βόλτα. Ντριν-ντριν!!! Μαμά πάρε το τηλέφωνο, αν είναι ο καινούργιος χρόνος πες οτι δεν είμαι εδώ.

free image hosting

free image hosting

Perdidos Gif Demons Halloween Images

Gif Demons Halloween Images