p.dt.f78


'𝓞χι, εγώ θα σου πω για τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι σπουδή, όχι δεν ξέρει ο καθένας, όσοι έχουμε περάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μας σ' αυτά, εμείς ξέρουμε. Τα νοσοκομεία είναι όμορφα επειδή είναι τρομακτικά, κι είναι τρομακτικά επειδή διανυκτερεύουν  όπως και να 'χει. Ο,τι διανυκτερεύει είναι όμορφο, ναι και τρομακτικό. Το πρώτο ραντεβού κλείστηκε στο Παπαγεωργίου 13/6, το μυαλό μου χοροπήδησε βλαμμένα γιατί είναι μεγάλη μέρα η 13 του 6ου. Γεννήθηκε ο ποιητής της Λισαβόνας κι εγώ είπαέλεγαλέω μέσα μου σημαντική μέρα. Οι παπαγεωργιανοί το ακύρωσαν το ραντεβού, στ' αρχίδια τους αν περίμενα εναμιση μήνα, στ' αρχιδια τους ο ποιητής της Λισαβόνας. Το δεύτερο κλείστηκε δυο μέρες μετά στο θεαγένειο, βλακεία όνομα, βλακεία κι ο τίτλος που το συνοδευει. Αντικαρκινικό νοσοκομείο, λες και τ' αλλα είναι καρκινικά. θεαγένειο, λέω τη λέξη από μέσα μου χίλιες φορές και γελάω και νευριάζομαι, πόσο γελοίο όνομα, πόσο πόσο. Περίμενα 40 λεπτά  στο αντικαρκινικό ταμείο να πληρώσω τα αντικαρκινικά 60 ευρώ για το αντικαρκινικό απογευματινό μου ραντεβού, κι εκεί που όλα ήταν αντικαρκινικά, νά σου το καρκινικό μωσαϊκό. Κόλλησα τα μάτια μου στο πάτωμα. Ήταν γεμάτο κακοφορμισμένα καρκινικά πόδια. Ο καιρός καρκινικά ζεστός, τέτοιος που τους κάνει όλους καρκινοπαθείς κι αντικαρκινοπαθείς να φοράνε ανοιχτά παπούτσια. Ξέχασα πόσα άσχημα πόδια είδα. Θυμήθηκα εσένα που από την πρώτη νύχτα γέμισες παίνια τα πόδια μου, και τί ωραία ποδαράκια, και τί ωραία δαχτυλάκια, τα ωραία μου δαχτυλάκια κλεισμένα μέσα στα μαύρα παπούτσια απορούσαν. Το αντικαρκινικό μου κεφάλι κλεισμένο μέσα στις μαύρες μου σκέψεις απορούσε. Όλοι εμείς που είμαστε εδώ είμαστε καρκινοπαθείς ή αντικαρκινοπαθείς; Δεν θα ήθελα ποτέ να δω τα πόδια μου με φόντο το καρκινικό μωσαϊκό. Η μαμά βιάζεται, της έχω πεί να μην μπεί μαζί μου στον γιατρό, τελικά τελευταία στιγμή κάνει τα μαγικά της και μπαίνει. Της τη σκάω γιατί μπαίνω σε πιομέσα δωμάτιο να εξεταστώ, αχνοακούω τη φωνή της που μιλάει στη νοσοκόμα, αχνοακούω κι ένα γέλιο. Πότε πρόλαβε να πεί αστέιο, ο γιατρός μου πατάει το αριστερό βυζί, το ονομάζει μαστό και θέλω να τον ρωτήσω, αλήθεια η πρώτη λέξη που σου 'ρχεται στο μυαλό είναι μαστός; Μου εξηγεί την πιθανότητα του να έχω τρίτο βυζί,του λέω πως πονάω δε μπορώ να βάλω σουτιέν, μου ξαναεξηγεί, του λέω κοίτα να δείς έχω τρία βυζιά κι όμως δε μπορώ να βάλω ένα σουτιέν, θέλει να γελάσει λίγο αλλά δεν το κάνει, βγαίνουμε έξω, η μαμά με τη νοσοκόμα έχουν γίνει φίλες, η νοσοκόμα είναι απο 'κείνες που σίγουρα διαβάζουν γυναικεία λογοτεχνία. Οι γυναίκες συγγραφείς μου προκαλούσαν πάντα μουνοφαγούρα. Τα ονόματά τους, η θεματολογία τους, είναι αργά νοιώθω κόπωση αλλά δε νυστάζω, η μαμά κατεβαίνει τη σκάλα, ξύπνησε, εγώ σχόλασα κι εκείνη πιάνει δουλειά σε λίγο. Τα ωράρια μας είναι ανάποδα, όλα μας είναι ανάποδα. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που κανείς δεν άγγιζε κανέναν. Δεν το είχαμε με τα χάδια και τις αγκαλιές. Πρωτοχρονιά κι ανάσταση, γενέθλια και γιορτές φιλί στο μάγουλο, άβολο και βιαστικό, δε θυμάμαι να έκλαψα ποτέ στον ώμο της μαμάς, δε θυμάμαι να έκλαψε ποτέ κανείς στον ώμο μου. Μικρή πριν πέσω για ύπνο, μετά το  ψυχαναγκαστικό βούρτσισμα των δοντιών, θυμάμαι να πηγαίνω να λέω: καληνύχτα μαμά ( φιλί), καληνύχτα μπαμπά ( φιλί) , μετά είπα μέσα μου, σπουδαίο πράμα κάνεις χαζή και το 'κοψα. Η μαμά τώρα τελευταία έχει γίνει πιαστικιά, με πιάνει, με χαϊδεύει όσο δε με χάιδεψε παιδί, με φιλάει, προσπαθώ να νοιώσω τα φιλιά της, το σώμα μου κάνει τακ τακ τακ να φύγει, κοκκαλώνω μπροστά στις εκδηλώσεις αγάπης, κοκκαλώνω παγοκωλωνικά, όπως το σκυλί όταν το βάζω στη μπανιέρα. Δέχομαι τα φιλιά σαν άγαλμα. αντιθέτως λέω στη μαμά ρε μαλάκα και νοιώθω ζέστη, πρώτη εκείνη το είπε, τώρα το λέω κι εγώ. Στο νοσοκομείο με τη μαμά γινόμαστε άλλες, ίσως μας πιάνει αντικαρκινισμός, ακούω τις πισινές να κράζουν την ελλαδίλα, μία απ' όλες λέει τη λέξη πατρίδα, την ακούω και νοιώθω πως είναι άγνωστη λέξη, έφτασα τα 40 και τη λέξη πατρίδα δεν την έχω πεί ποτέ. Καλοκαίριασε, το σκυλί μουρλαίνεται στο μπες-βγες. Μέσα για δέκα λεπτά, μετά έξω, μετά πάλι μέσα, πού τη χάνεις πού τη βρίσκεις, είναι δίπλα στην εξώπορτα και σε κάθε ευκαιρία περιμένει να μπεί ή να βγεί, την ονομάζω εξωπορτονούστρια, πρωινές μαλακισμένες σκέψεις, αν είχα μεγαλώσει σε άλλη χώρα θα έλεγα πατρίδα; οι φίλοι μου οι πορτογάλοι το λένε με μια όμορφη αγάπη και γι αυτούς σημαίνει κάτι άλλο η λέξη, τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι χαρούμενοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Ξέρουν να είναι θλιμμένοι με έναν τρόπο που δε θα μάθω ποτέ. Τους ζηλεύω λίγο. Νυχτώνει και μαζεύονται να δουν Πόρτι-Σπόρτι. Ο Ζοάο φτιάχνει τα πιο νόστιμα ποτά για 3 ευρώ. Έχουν για ποιητή εσένα. Τους ζηλεύω πολύ. Αν είχαν ένα αντικαρκινικό που το έλεγαν Θεαγένειο στα πορτογαλικά, δε θα γελούσαν ούτε θα το κορόιδευαν. Τους ζηλεύω για πάντα. Άκου λέει θεαγένειο στα πορτογαλικά... nascido de Deus...