m/p/d/t/t/k 78

Τελευταία το τρίτο έχει περισσότερες ομιλίες από μουσική. Με νευριάζει αυτό. Ειδικά όταν ξυπνάω. Ποιός θέλει ν' ακούει ανθρώπους να μιλάνε όταν ξυπνάει, κανείς. Πίνω τον βραδυνό καφέ το πρωί, κι είναι πια τέτοια η ζωή μου που βλέπω περισσότερους ανθρώπους απ' όσο αντέχω. Προχτές κόλλησε στη μύτη μου μια βρωμερή μυρωδιά ανθρώπου, ήθελα να ξεράσω στη δουλειά, γύρισα σπίτι έβγαλα όλα όσα φορούσα και τα έχωσα στο πλυντήριο, αν μπορούσα θα έμπαινα κι εγώ, η μαμά είναι χαλαρή πια σχεδόν με όλα, της έχω πεί από τότε που διέλυσα το πόδι μου να προσέχει όταν κατεβαίνει τη σκάλα, με γράφει κανονικά και κατεβαίνει σα θεόμουρλη, απορώ που δε φοβάται, εγώ κατεβαίνω σα χεσμένη πάπια αλλά τουλάχιστον δε φοβάμαι τους σεισμούς. Εκείνη χέζεται πάνω της, ζεί με το σύνδρομο του '78. Όλο περιμένει έναν μεγάλο σεισμό, τη θυμάμαι απο το 1995 να λέει πέρασαν  σχεδόν 20 χρόνια και κάθε  σχεδόν 20 χρόνια γίνεται ένας μεγάλος, κι όταν ο μεγάλος δεν έγινε, ξανάλεγε τα ίδια το 1996 και μετά το 1997 και μετά το 1998 και τελικά ήρθε το 1999 που  ο μπαμπάς ξαναχαρακώθηκε και ξέχασε και σεισμούς και τυφώνες και τσουνάμια γιατί το τελευταίο που την ένοιαζε ήταν οι φυσικές καταστροφές όταν η αυτοκαταστροφή ζούσε και κοιμόταν δίπλα της. Εγώ κοιμόμουν στο δίπλα δωμάτιο αλλά πήρα λίγη από την αυτοκαταστροφή του μπαμπά, δε χαρακώθηκα ποτέ αλλά την έστειλα στα συκώτια και στα νεφρά και στα άλλα όργανα. Τελειώνει ο χρόνος και αυτοανακηρύσσομαι μίς στεναχώρια-διάρροια για το 2016, το στομάχι και το έντερο ξέρουν πριν απο μένα οτι θα στεναχωρηθώ-αγχωθώ-πλαντάξω ... ο  ύπνος είναι ο χειρότερος εφιάλτης, προσπαθώ να θυμηθώ πότε κοιμήθηκα κανονικά, ολόκληρα, χωρίς σκατόνειρο, χωρίς κάτι να πονάει, χωρίς να μουδιάζουν τα χέρια, ο αυχένας αα ο αυχένας αυτό το ηλίθιο σημείο, πόσο χαλασμένο, τον αλείφω με roiplon κάθε δυό μέρες, η υγεία μου μοιάζει με το  skoda σου, που όλο φοβάσαι οτι θα σ' αφήσει, που λες δεν αξίζει να του ρίξω άλλα λεφτά, μα που δεν έχεις άλλη επιλογή, το συντηρείς όσο γίνεται και λες όσο με βγάλει. Έτσι νοιώθω, όσο με βγάλει το πόδι, όσο με βγάλουν τα κουλά χέρια, ο ανάποδος αυχένας, οι παραμορφωμένες ωοθήκες, κι όλα τ' άλλα που δυσλειτουγούν, έχω πέντε ραντεβούδια σε γιατρούς  που όλο αναβάλω, είμαι η βασίλισσα της αναβολής, αγαπώ το χρυσό αγόρι που πάει στο ποσείδι τετάρτη 14 δεκέμβρη, περιμένω να ξυπνήσεις να μου φτιάξεις κανονικό πρωινό καφέ στο φλυτζάνι του μήνα, δε μπορώ να πιω σε κανένα άλλο αυτόν τον καιρό, μοιάζω με το σκυλί που τρώει κολλήματα και δυο μέρες τώρα θέλει να κοιμάται αλλού, έτσι χωρίς λόγο δε μπορεί άλλο στη θέση της,  σήμερα της μετέφερα το κρεββάτι της δίπλα μου, κάθομαι στο σημείο που αγαπάς και γράφω, αν μ' έβλεπες θα έκανες εκείνο το προςταμέσα -ηη που κάνεις, το ίδιο που κάνεις οταν κάνω μια κίνηση και φαίνεται η ρώγα μου ή όταν σκύβω και βλέπεις τον κώλο μου. Το στρογγυλό τραπέζι έχει πάλι χιόνι. Πριν δυό ώρες είχε περισσότερο, τώρα αρχίζει και λιώνει στις άκρες, σαν κέηκ που ψήνεται και ξεκολλάει από τα τοιχώματα του ταψιού. Το καινούργιο πληκτρολόγιο είναι μούρλια, αρκεί να έχεις να γράψεις κάτι που μπορεί να σε μουρλάνει. Ακουμπάω τα δάχτυλά μου πάνω του, τα σέρνω απαλά, το σκυλί είναι δίπλα μου και κοιμάται, ακούω την ανάσα της και ησυχάζω, σκέφτομαι τη ζωή μου χωρίς αυτήν την ανάσα και με πιάνει τρόμος.  Η μαμά κάνει σαν παιδί με τα χιόνια, τόσο που με συγκινεί. Κι εγώ ήθελα να ξαπλώσω πάνω το παχύ στρώμα χιονού, αλλά δε μ'αφησες να το κάνω στον δρόμο γιατί ήταν βρώμικα είπες, αλλά στην αυλή ήταν όλα καθαρά και σας την έσκασα όλους. Ξεχιονίζει η μαμά  και βρίσκει αφορμή να μιλήσει με την παιδική της φίλη που μένει απέναντι, μιλάνε και κοιτάζονται σαν κοριτσάκια που οι γονείς τους δεν τους επιτρέπουν να κάνουν παρέα. Η μαμά θέλει πίσω τη φίλη της, ο άντρας της φίλης της είναι μαλάκας και δε θέλει να έχουν παρτίδες. Θυμάμαι μικρή όσες φορές υποτίθεται πως είχα φίλες, να πηγαίνω σπίτια τους, κι οι γονείς τους να μη με θέλουν ποτέ. Ήμουν κακή επιρροή, ναί δίκιο είχαν, ευτυχώς γλίτωσαν οι κόρες τους απο μένα και τώρα όλες έχουν απο 2-3 κουτσούβελα και τις βλέπω στην πλατεία στο πάρκο τα καλοκαίρια που περνάω τρέχοντας για να μη με δούν και μου μιλήσουν, τις βλέπω να σέρνουν καρότσια, να κρατάνε σχολικές τσάντες, ναι δίκιο είχαν οι γονείς τους. Άν έκαναν παρέα μαζί μου μπορεί τώρα να ήταν σαν εμένα αχαΐρευτες κι άτεκνες, να μαζεύουν σκυλιά και γατιά στις αυλές τους, αλλά ευτυχώς δεν έχουν κι αυλή, ζούν στις αντιπαροχές τους, μπαλκόνι με πράσινο λάστιχο και κόκκινη βρύση, και πώς θα χαρείτε το χιόνι μαλακισμένες; ε; ούτε μια βρύση λιοντάρι δεν έχετε όπως εγώ,  ούτε κουράδες σκύλου θαμμένες κάτω από τα χιόνια έχετε, απορώ πώς χαίρεστε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να νοιώσω χαρά αν δεν είχα τη ροδιά, την αγαπώ που ήταν εδώ πριν απο μένα, τη μισώ που θα έιναι εδώ μετά από μένα. Τί θα γίνει η ροδιά όταν φύγω; η βρύση λιοντάρι;  τέτοια απασχολούν το ηλίθιο, άχρηστο κεφάλι μου, τέτοια μικρομικρά. Το φλουρί το κέρδισε η Σ. Όταν είμασταν μικρές ο μπαμπάς έβαζε δύο φλουριά για να μη φρικάρει καμία από τις δυό μας. Να μη στεναχωρηθούν οι κορούλες. Πέρισυ το φλουρί το κέρδισε το σπίτι, και το καλοκαίρι το σπίτι κάηκε. Το λέμε όλοι μαζί και γελάμε. Διαβάζω τον κρυφό μου έρωτα База́ров, ναι χρειάζομαι γυαλιά πρεσβυωπίας πια στο διάβασμα. Ναι είναι εκείνα τα άχρηστα μαλακισμένα που τα έβλεπα τόσα χρόνια στο σπίτι  να βόσκουν, δυό-δυό, τρία-τρία, κι έλεγα γιατί τα θέλουν τόσα πολλά. Ναι τα θέλουν γιατί δεν ξέρεις πότε θα τα χρειαστείς και γιατί ένα ζευγάρι δεν είναι αρκετό και γιατί τα χέρια μας έχουν συγκεκριμένο μήκος και δεν είναι πτυσσόμενα. Τα φοράω και είμαι σαν πορνοδασκάλα και γελάω μόνη μου με τις ηλίθιες προβληματικές φαντασιώσεις των ανθρώπων και πιο πολύ με τις δικές μου και πιο πολύ με 'κείνην που είμαι λέει στη Σιβηρία κι έξω έχει χιονοθύελλα και -46 και χιόνι 1.73, και μπλε κρύο, κι εγώ πίνω τσάι μέσα στο commieblock μου, κι απέναντι βλέπω άλλα 885342342 ολόιδια, και στον τοίχο έχει χαλί, και μεταφράζω τον κρυφό μου έρωτα, και στα πόδια μου κοιμούνται σκυλιά και γάτες, κι έρχεσαι και λες τ'όνομά μου και γυρίζω να σε δω, κι ανοίγει η ρόμπα μου και φαίνεται η ρώγα μου και κάνεις ένα προςταμέσα -ηη.Εε μετά ξέρεις.