Α.13.φ.τ.78.Ε






  μαμά περνάει έξω από το σπίτι κι ανασαίνει τον απορροφητήρα μου, ούτε έξω από τις ρωσσοκουζίνες δε μυρίζει τέτοια σκορδοκρεμμυδίλα παιδί μου, ο μπαμπάς χλαπακιάζει χωρίς να νοιάζεται μα βαρύ του' πεσε λέει για βράδυ, η μύξα και το μπούκωμα μπορεί να εμποδίζουν τον εγκέφαλό μου να καταλάβει γεύση, κι ολόκληρη σκορδοκοτσίδα απ' αυτές που κρεμάνε για να διώξουν τους βρυκόλακες να έβαζα μπορεί να μην καταλάβαινα τίποτα, όποτε γράφω για φαγητά συνήθως πεινάω αλλά δεν το παραδέχομαι. Σε λίγο θα γίνει εφτά το πρωί, έκανα αυτές τις γνωστές ανωμαλίες μου, και ξύπνησα αξημέρωτα ή ίσως δεν είναι η δική μου ανωμαλία που με κρατά ξύπνια μα η ανωμαλία του καιρού που έβαλε στοίχημα να μου σπάσει τα νεύρα και το κέρδισε κι όλο περιμένω τον χειμώνα μπροστά στο παράθυρο σαν αδέσποτο το αφεντικό του, θυμάσαι τη νύχτα με τα χιόνια; θυμάσαι όλες τις βόλτες μας; θυμάσαι που σου είχα πεί οτι αν χειμωνιάσει θα θέλω βόλτες; το εννοούσα και το εννοώ, και σήμερα ήθελα βόλτα αλλά τελικά δεν τόλμησα να βγω δυό φορές από το σπίτι, το σκυλί κοιμάται και κάνει κάτι ήχους αστείους, ροχαλίζει κι είναι σα ν΄ακούς γιαγιά να βογγά έξω από το ΙΚΑ, θέλω να σηκωθώ να τη χαϊδέψω μα δε θέλω να την ξυπνήσω, είναι ανήσυχη κι αυτή που δεν έχει χειμώνα, προσπαθώ να θυμηθώ τη μέρα που ετοιμάστηκα και τον περίμενα, που σήκωσα τις βαριές τάβλες του κρεβατιού να βγάλω τα χαλιά  απο τα νάυλον που τα είχα συσκευάσει με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά στο φόβο καμιάς ξεχασμένης ακατανόμαστης μαύρης σιχαμερής ανάσκελης, ευτυχώς ούτε μία, το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα, δεν είχα φωνή, ούτε χέρι. Μόνο φαγούρα κάτω από το σαγόνι. Τα μάτια μου έτσουζαν, το δεξί πιο πολύ. Ζαλιζόμουν από την πείνα μα δεν είχα κουράγιο να φτιάξω ούτε τοστ. Άνοιξα το συρτάρι του ψυγείου, πήρα ένα αγγούρι του μπαμπά το 'κοψα, έβαλα αλάτι, λάδι και ρίγανη και μπουκώθηκα και μου φάνηκε το πιο νόστιμο πράγμα στον κόσμο. Το σπίτι  ήταν καθαρό, κι η μοναξιά μου γλυκούλα. Η αδερφή μου καθόταν στον καναπέ κι εγώ πρόβαλα το κεφάλι μου στην πόρτα του δωματίου κι έλεγα 'τί είναι μωρέ, τί είναι μωρέ', το σκυλί σηκώθηκε έτσι τρυφεριασμένη που άκουσε τη φωνή μου,το αγνόησα, και τρομαγμένη η αδερφή με ρώτησε σε ποιόν μιλάω, στο σπίτι της απάντησα και πιο τρομαγμένη ακόμα συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε. Το χαίρομαι το καθαρό μου σπίτι, πάντα το χαίρομαι, να όπως τώρα που τουλάχιστον με λυπήθηκε ο ουρανός και έδωσε αγκωνιά στον ήλιο για να μη βγεί. Μου είναι υποφερτή η Κυριακή με σύννεφα. Στις τέσσερις κάθε μεσημεροαπόγεμα που το σκυλί είναι μέσα στο σπίτι, βλέπω έξω από το παράθυρο τις όμορφες να έρχονται, μια γατοπαρέα αποτελούμενη απο 6 ή 7 ασπρομαυρογκρίζες που μου πουλάνε έρωτα για να τους δώσω φαγητό, Τους δίνω τα περισσέματα και μια φορά άνοιξα και μια κονσέρβα τόνου και με μάλωσες, ε όχι και τόνο είπες. Τις αποκαλώ ψουψούρες γιατί με νευριάζει η λέξη ψιψίνα. Από μέσα μου όμως έχουν όλες ονόματα. Οι δύο έχουν αρσενικά, όχι γιατί είδα κανένα αρχίδι να κρέμεται αλλά γιατί έτσι αποφάσισα οτι είναι γάτοι. Τρώνε τα πάντα εκτός από το ρύζι που ποτέ δεν το πετυχαίνω και είναι ντροπή, εγώ η καλύτερη μαγείρισσα των βαλκανίων να μαγειρέψω ένα γαμωρύζι, απαντώ πως φταίει το οτι δε μ'αρέσει. Οι ψυχαναγκασμοί μου γιγαντώνονται με τον καιρό, θεωρώ τον φετινό χειμώνα ξεγραμμένο, σε λίγες μέρες θα έρθει ο σιχαμερός Μάρτης, κι εγώ κανονίζω το ραντεβού με την απολύμανση, καθάριζα το μπάνιο χτες κι είδα μια αράχνη, τις αγαπώ τις αράχνες. τη ρώτησα αν έχει δεί καμία από τις άλλες τις σιχαμερές που περπατάνε γρήγορα και ψοφάνε ανάσκελα, δεν απάντησε και φοβήθηκα πιο πολύ, θ άρχίσει πάλι η εποχή που θα μπαίνω στο μπάνιο με όχι καθαρό νού, που θα κατουράω και θα πατάω στις μύτες, που θα τραβάω την κουρτίνα του μπάνιου και θα ρίχνω τρομαγμένες ματιές στη μπανιέρα, κάνω σχέδια από τώρα για τον επόμενο χειμώνα που ελπίζω να είναι κανονικός, σκέφτομαι πως η υπερθέρμανση του πλανήτη και το λιώσιμο των πάγων με απασχολεί απόλυτα προσωπικά γιατί είμαι αυτιστική τσούλα κι όχι γιατί έχω οικολογική συνείδηση, κάνω σχέδια φυγής στον βορρά και ξέρω πως δε θα πραγματοποιηθούν γιατί είμαι μια κότα που φοβάται, με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μείνω εδώ να βλέπω τους χειμώνες να πεθαίνουν και να πεθαίνω κι εγώ μαζί τους, φοβάμαι πως θα καταντήσω μια μίζερη ύπαρξη που  όσο περνούν τα χρόνια θα βλέπει το μυαλό της να στενεύει και τον κώλο της να φαρδαίνει, πλημμυρίζομαι απο τέτοια άγχη κι ύστερα ησυχάζω, όχι δεν είμαι τέτοια, όχι δε θα γίνω τέτοια, θέλω να σώσω όλα τ'αδέσποτα, τα βλέπω στο δρόμο και τα σκέφτομαι όλη νύχτα μετά, τί κάνουν μόνα τους, πού πάνε, πώς κοιμούνται, τί τρώνε, δε μ' αρέσει τίποτα εκτός από την κοιλιά σου, την υπέροχη τομή στο στήθος σου και τις γραμμές δεξιά κι αριστερά των χειλιών σου, τη ρυτίδα κάτω από το αριστερό σου μάτι, το πόσο αγριεύει το πρόσωπό σου όταν με γαμάς, καμαροκαυλώνω με το πόσο ζώο μπορείς να γίνεις, αν μπορουσα να οδηγήσω θα σε πήγαινα μέχρι το младост  με 20 χλμ την ώρα για να μη χάσουμε ούτε κουνούπι στη διαδρομή, προς το παρόν με πηγαινοφέρνεις εσύ εδώ κι εκεί, πρόθυμος πάντα κι όμορφος τόσο που νευριάζομαι, η ώρα θ' αλλάξει, έχασα τον χειμώνα φέτος, θα χάσω και τη νύχτα, και τώρα πάλι θα πρέπει να σηκώσω τις βαριές τάβλες του κρεββατιού να βάλω τα χαλιά μέσα στα νάυλον και να περιμένω εννιά μήνες σα γκαστρωμένη να τα ξαναβγάλω, τρείς μήνες χειμώνας κι εννιά σκατένιοι, κάθε χρόνο γκαστρώνομαι με την ιδέα του χειμώνα, μα αρχίδια, αρχίδια πάντα,αρχίδια και του χρόνου, αρχίδια πάντα, εδώ η μαμά έφερε φράουλες, φαντάσου.