18131912

Πλένω τα δόντια μου σχολαστικά, το αφεντικό τυχαία ακουμπά την πλάτη μου και την επαινεί,  επαινεί το δέρμα μου,  το ξέρω ρε αρχιδιάρη οτι έχω μαλακό δέρμα, δώσε κάτι παραπάνω να ζήσω,  έχω πονοκεφάλους που θα μπορούσαν να περάσουν τα σύνορα, εσύ υπερόμορφος έρχεσαι και φεύγεις, μισομαλώνουμε, υπάρχεις και τρομάζω σαν μωρό, μου λείπεις, σε σκέφτομαι, μα κουβέντα δε λέω, καταπίνω παυσίπονα, όχι τα ασημί ρε μάνα, τα κόκκινα παίρνω, από τον γενάρη σκέφτομαι την απολύμανση μα την καθυστέρησα και πάλι σα μαλακισμένο και νααα πάρτα μωρή, πάρε τις κατσαρίδες στη μούρη, ευτυχώς το αγόρι σηκώθηκε ήρεμα, την ξεπάστρεψε κι ύστερα μ' αγκάλιασε, ηρέμησε μου' λεγε, με τί απ 'ολα να ηρεμήσω, με την κατσαρίδα ή με σένα, εγώ ποιήματα δεν ξέρω να γράφω, μια μέρα όμως θα γράψω ωδή στην κέτσαπ ή στις τηγανητές πατάτες, ρεύτηκα σαν αγόρι, φέρομαι σαν απροσάρμοστο γιατί ο φόβος μου είναι παροιμοιώδης, είμαι αυτήπουέδιωχνετ'αγόρια, αντιδρώ στις αγάπες όπως και στις κατσαρίδες και δεν ξέρω καν αν είμαι λιγότερο σιχαμερή από 'κείνες, το σκυλί δε με θέλει πιά, γιατί να με θέλει, βήχω σα γαϊδούρι κι ας μην έχω ακούσει ποτέ γαϊδούρι να βήχει, σχήματα, κύκλοι, άνθρωποι, σχέσεις, κι εγώ σαν άμαθο μωρό  να κοιτάω με γουρλωμένα μάτια και να γέρνω δεξιά τον λαιμό μου, μήπως και καταλάβει, τα σιχαίνομαι όλα, θέλω να βρίσω μα το μαύρο σου πουκάμισο δε με αφήνει, το άγγιγμά σου στα  πόδια μου, ξημερώνει κι εγώ νυχτώνω, είμαι φοβική ολικής, πιό όλικής κι από τα δημητριακά μου, τρείς βδομάδες είμαι υγρή, το λονδίνο με ξαναπεριμένει μα σιγά να μην πάω, φέρνω λονδρέζικα δώρα σε όσους με νοιάζουν, με νοιάζουν γιατί έτσι, δε θα δώσω λογαριασμό,  κουράστηκα και δεν υπάρχει κανείς να με ξεκουράσει και μην παρεξηγηθείς, απλά όταν εσύ με χαϊδεύεις εγώ δεν ξέρεις τί παθαίνω, νευριάζομαι ρε, που όσοι εκτιμώ είναι λυπημένοι, τους ονειρεύομαι, λυπημένους και δικούς μου, τους ονειρεύομαι. ονειρεύομαι πως τους προστατεύω, πως τους κάνω σεξ, πως τους τυλίγω με μεμβράνες τρυφεράδας, ξέρεις τι;, είμαστε λίγοι εμείς που αγαπάω, πρέπει να μας προστατέψω ολους, εγώ τ' αγόρια τα διώχνω μακρυά, εγώ είμαι η πιο υγρή που ξέρετε όλοι, εγώ είμαι η πιό κατεστραμμένη γιατί άφησα ανθρώπους να με καταστρέψουν, εγώ νοιάζομαι στην παθητική φωνή, νοιάζομαι με νοιάξιμο, όποτε σε βλέπω κατεβασμένο παθαίνω κατεβασμό και χέσε με εμένα, εσένα δε σου πάει ο κατεβασμός, για κάθε γιώργο που έχασα βρήκα καινούργιο, έχω τον παντοτινό όμως που πήγε στο Σηάτλ και θα ρθει κάνα πρωί του τέλη Ιούλη ή καμιά κυριακή Κιούμπρικ να με ξυπνήσει κάνοντας τσικ τσικ κι εγώ θα του μαγειρέψω, οι αγάπες μου δεν τελείωνουν, όσοι αγάπησα θα είναι εκεί για πάντα, ένα αγόρι με υπέροχα χέρια και κιτςζσ δαχτυλίδι μου μιλάει για ομορφιές, τον ακούω με τ' αυτιά τεντωμένα, η ανθρωπότητα κουράστηκε από την κούρασή μου, αχ ας μη μου μιλήσει κανείς μέχρι τον αύγουστο, σας παρακαλώ όσοι μ' αγαπάτε μη μου δίνετε σημασία, πείτε πως δεν υπάρχω, όποτε με βλέπετε κάντε πως δε με βλέπετε, όσοι ξέρετε τί παθαίνει το στομάχι μου όταν στεναχωριέται κάντε πως δε με βλέπετε, γεννήθηκα στεναχωρημένη και θυμωμένη, θα μπορούσα να σε χαϊδεύω απόψε μέχρι να παραγγείλεις καινούργιο δέρμα , μα όπως είδες κρατήθηκα στο ύψος μου, στο  σιγά το ύψος θα πείς, μα ναι, έστω σ' αυτό ξέρω να κρατιέμαι, η μαμά είναι γλυκούλα τελευταία, αυτό το καλοκαίρι θα είναι γλυκούλι απο άποψη μαμαδίσια, ο μπαμπάς λέει την ιστορία  για το διπλανό μουνόπανο  κάθε τόσο, σήμερα το απόγευμα πήγα να του κάνω παρέα, καθίσαμε στο μεγάλο μπαλκόνι και να πάλι άρχισε για το διπλανό μουνόπανο και τρέμουν τα χειλάκια του, ηρέμησε μπαμπακούλη πανέμορφε, έγινε αυτό, τελείωσε, τον έβρισες και αρκεί, ναι καλά έκανες, κωλόγερος κακό ψόφο να 'χει, όχι απλό ψόφο, κακό ψόφο, τον χειρότερο ψόφο του κόσμου, είπε για τη μαμά πως θα της γαμήσει τη μάνα, δηλαδή είπε κακές κουβέντες και για τη γιαγιά, άκου ρε μουνόπανο σκατόγερε, αγράμματε κωλάνθρωπε, αν ξαναπιάσεις τη γιαγιά στο στόμα σου θ' ανέβω στην ταράτσα σου και θα κάνω σεισμό και τσουνάμι και ηφαίστειο, γαμώ το σπίτι σου, κωλάνθρωποι, γαμωγείτονες, σιχαμένη ανθρωπότητα, μικροψώληδες τιποτένιοι, η οικογενειούλα σου, η περιουσιούλα σου, σκουλήκια θα σε τρώνε μαλάκα, θα βγαίνουν κι απ' τα μάτια σου που και τώρα βγαίνουν γιατί τίποτα όμορφο δεν είδες ποτέ, έλα να τον βρίσουμε μπαμπά, έλα έλα, εσύ να λες τί του είπες κι εγώ να λέω, ουστ γαμημένε κωλόγερε κι εσύ να ευχαριστιέσαι που βρίζουμε, έλα έλα πες κι άλλα, έλα δε βαριέμαι ποτέ να βρίζω ανθρώπους, ο μπαμπάς λέει ποτέ για κανέναν δεν έχω ευχηθεί να ψοφήσει μα αυτός κακό ψόφο να'χει, του απαντώ πως το έχω ευχηθεί για πολλούς και δε νοιώθω άσχημα, η σχιζοφρενική μου αγάπη μου στέλνει συνταγές για γαϊδουράγκαθα, το σκυλί δε με θέλει πια, κι αύριο που θα της κάνω και μπάνιο θα με ξεθελήσει για πάντα,οι συμμαθήτριές μου  γίνηκαν εμπόρισσες, παχαίνουν καταθλιπτικά, κι όλη η θλίψη τους είναι κάπως συκεντρωμένη στο προγούλι τους, έχουν παιδιά και άντρες, μοιάζουν πενηντάρες κι εγώ μπροστά τους κοριτσάκι, η καρδιά μου χτυπάει ακόμα και κάτι στιγμές είμαι ολοζώντανη. θα περάσω μόνη το πάτωμα στο δωμάτιο γιατί είμαι μεγάλη μαστόρισσα μα θα περιμένω τον μάστορα να βάλει τα πλακάκια στην κουζίνα, δεν τα πάω καλά με τον αρμόστοκο, γύρισα σπίτι και είμαι μόνη μου, ολομόναχη ,τόσο που σχεδόν τσούζει, αλλά τέτοια είμαι αφού, σαν την ασφάλεια της μοναξιάς δεν έχει,  έχω ακράτεια, το λέω και ξεκαρδίζομαι, μακάρι να με αγαπούσε κάποιος και να γινόταν χαρούμενος που υπάρχω, μακάρι να γινόμουν κι εγώ χαρούμενη, μακάρι να μπορούσες να μου τηγανίσεις αυγά σήμερα το πρωί, μακάρι να μπορούσα να φάω ψωμί,μακάρι όλα να ήταν εύκολα, μακάρι να μην είχα γεννηθεί άνθρωπος, μακάρι να ήμουν όμορφη  και υγιής, μακάρι να μπορούσα να πω και να δείξω όσα αισθάνομαι χωρίς να με πιάνει πυρετικό ρίγος, μακάρι να μην υπήρχαν κατσαρίδες , μακάρι να μην ήξερα πως θα πεθάνω, μακάρι να πέθαινα αύριο αλλά να μην το ήξερα, ο μπάρμαν με κερνάει μπύρα, μου ακουμπάει τον καρπό. ευχαριστώ λέω και τραβιέμαι απότομα, αν πάμε μαζί ποτέ στο σούπερμάρκετ μην απορήσεις
που θ'΄αγοράσω δυο συσκευασίες κέτσαπ, είναι ο τρόπος μου να επιβιώνω, ή η ελπίδα μου, πάρτο κι έτσι.