519Δ8

σε ό,τι σάλτσα φτιάχνω βάζω μέσα φύλλα δάφνης. Είναι τα λισαβοναπωθημένα μου που με ωθούν να το κάνω.  Ξέρω πως στο τέλος θα πρέπει να τα αφαιρέσω. Μ' αρέσει να τα βγάζω με το χέρι, να τα γλείφω και μετά να τα πετάω, είναι μία πράξη αγάπης, είναι σαν την τελευταία επιθυμία  του μελλοθάνατου. Είναι σεβασμός σε ένα υλικό που θυσιάζεται για να σου δώσει γεύση, είναι αυτοκαταστροφικά τα φύλλα δάφνης ναι, είναι. Ήπια μέχρι αποκόλλησης δυό μέρες πριν, η δουλειά έφταιγε, η συναναστροφή με τόσους ανθρώπους με κάνει να πρέπει να είμαι μεθυσμένη, ήπια και βγήκα στον κρύο αέρα μισοξεβράκωτη όπως πάντα, νααα μια νύχτα που θα ήθελα να έχω μια ζακέτα μαζί μου, έχασα τον καπνό μου, κάπου έπεσε και δεν είχα τη δυνατότητα να σκύψω και να ψάξω,  ήταν δύσκολη μέρα η Παρασκευή ναι, το φωνάζω να το ακούσουμε όλοι, εμφανίστηκαν κάτι πλάσματα από το παρελθόν, απο 'κείνα που καλά καλά δεν έχεις απαντήσει στον εαυτό σου γιατί επέτρεψες να υπάρξουν στη ζωή σου, που σε ξανατρομάζουν και λίγο σε αναγουλιάζουν και χωρίς να το καταλάβεις σου αλλάζουν την έκφραση στο πρόσωπο, έπρεπε να πιω τόσο που το πρόσωπό μου να μη μπορεί να κάνει άλλες κινήσεις, κρατούσα με δυσκολία ένα μπουκάλι μπύρας μέσα στα δάχτυλά μου,  το αγόρι  με το ωραίο πουκάμισο που κάνει τα κοριτσάκια να αχβαχίζουν  προσφέρθηκε να μου δώσει τσιγάρο, έβγαλε απο άλλο σημείο τον καπνό, απο άλλο τα χαρτάκια κι απο άλλο το φίλτρο, ήταν σα να έκανε μαγικά, ήθελα να γελάσω αλλά μάλλον δε μπορούσα, ίσως και να μπορούσα, ποτέ δεν θα μάθω, εσύ στον κόσμο σου φυσικά, άναψα τσιγάρο κι ένοιωσα μια ασφυξία να  έρχεται σχεδόν περπατώντας κατά πάνω μου, βγήκα έξω στον κρύο αέρα πάλι με τη γνωστή εξαφανιστική μου διάθεση, περπατούσα γρήγορα, θάυμα ναι ω θαύμα, κρύωνα, ναι αυτό είναι θάυμα, την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου κρύωνα, ας μαθευτεί σε όλες τις χώρες, το ασταθές δεξί πόδι που φιλοξενεί τα σίδερα δεν άντεξε άλλο τις κλωτσιές μου στο παρελθόν, λύγισε, έπεσα στον δρόμο, έγδαρα τα γόνατά μου, τις παλάμες μου,   ο γοφός μου τραντάχτηκε, έμεινα εκεί μερικά δευτερόλεπτα, με πήρε το παράπονο, ήθελα να έρθεις να με σηκώσεις με αγάπη, κι ας ήταν να με παρατήσεις εκεί μετά, να με σηκώσεις με τα χέρια σου, όπως κάνω εγώ στα φύλλα δάφνης, όχι δεν είμαι τόσο αυτοκαταστροφική όσο αυτά, αλλοίμονο, σηκώθηκα μόνη μου, τα γόνατά μου έτσουζαν, έκλαιγα με την κατάντια μου, μα να μην αντέχει παρελθόν αυτό το κορίτσι, τίναξα τα ρούχα μου, καταστράφηκε το αγαπημένο μου καλσόν, το πιο τρυφερό καλσόν που υπήρχε πάει, πέθανε, γέμισε τρύπες, μπορούσα να χαϊδεύω για ώρα τα πόδια μου όταν το φορούσα, πάει τώρα, πάνε και τα τελευταία χάδια στα πόδια μου, πάνε , πάνε, όλα πάνε  αφού καταστράφηκε το καλσόν, κι εσύ στον κόσμο σου φυσικά, συνέχισα να περπατάω κουτσαίνοντας ανεπαίσθητα, άνοιξα την πόρτα του πρώτου μπαρ που βρήκα, ήθελα να πιω κι άλλο, δεν έχω ιδέα τί όψη είχα μα το αγόρι που σέρβιρε τους ανθρώπους με κοίταζε επίμονα, έφερε χαρτοπετσέτες και νερό, μου σκούπισε τα αίματα προσεκτικά, μου έφερε μια μπύρα να πιω, κι ύστερα άρχισε να μου δίνει χαρτάκια με ζωγραφιές, ανάμεσα σε τρέξιμο και πλύσιμο ποτηριών και σερβίρισμα ανθρώπων, τον έβλεπα να τρέχει να σκουπίζει τα χέρια του, να βγάζει το σημειωματάριο που είχε στην τσέπη και να γράφει κάτι, μερικές φορές τον διέκοπταν και γύριζε να με κοιτάξει αγχωμένος, σηκώθηκα να φύγω, έλα αύριο, έλα αύριο, μου το είπε χίλιες φορές περίπου,  έφυγα μέσα στο κρύο, αχ να είχα μια ζακέτα, ή εσένα, ή το αριστερό σου φρύδι, γύρισα σπίτι χωρίς να θυμάμαι πώς ακριβώς, ξύπνησα το απόγευμα, δεν κοίταξα την ώρα μα πριν τελειώσω τον καφέ μου είχε ήδη νυχτώσει, το πλάσμα που θ' αγαπώ για πάντα έπεσε κι έσπασε το χέρι του, σαχλοκόριτσο κι αυτό σαν εμένα, με μια μέρα διαφορά πέσαμε πάλι, μόνο που εγώ δεν είχα τί άλλο να σπάσω, τα σίδερα στο πόδι μου κάνουν κρρρρ και πονάω κάθε που το πατάω, οι ευαίσθητοι άνθρωποι παθαίνουν όλα τα γαμημένα σκατοπράγματα, κι όλα τα αρχιδοβιβλία αυτοπαπαριάς γράφουν για το πώς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, ανώτερος κι αρχίδια, θα ήταν απόλυτα χρήσιμο να υπάρχει ένα βιβλίο για το πώς να γίνεις αναίσθητος, μουνόπανο, πώς να γίνετε χειρότερος, αυτό πραγματικά μπορεί να βοηθούσε πολλούς, πληκτρολογώ και προσπαθώ να κουνήσω τον αστράγαλό μου, πονάει φρικτά, καλά να πάθεις καλά να πάθεις λέω από μέσα μου, να μάθεις να μην είσαι θυμωμένη τις παρασκευές, οι άνθρωποι στους δρόμους φοράνε μάσκες απ' αυτές που φαίνονται, εγώ σαν χαζή ποτέ δεν κατάφερα να φορέσω, ούτε απ' αυτές ούτε από τις άλλες, στο σπίτι ο,τι κι αν κάνω ο σούμπερτ πάντα θα είναι ο αρχηγός, αυτός αποφασίζει πότε θα τον ακούσω, πώς μπορώ να μην τον αγαπώ μετά εεε, πώς! εσύ στον κόσμο σου φυσικά, καθάρισα όλο το σπίτι, το σκυλί σιχαίνεται την ηλεκτρική σκούπα όσο εγώ εσένα όταν σε πιάνει η φλωριά σου, θα ξημερώσει τώρα πάλι, το νερό έξω είναι παγωμένο, να έλεγα για τα παγωμένα φιλιά που είναι τ' αγαπημένα μου, να γλείφεις ένα παγάκι κι ύστερα να φιλάς με μουδιασμένη γλώσσα, ναα μπόρεσα και σκέφτηκα μια ομορφιά, το καλσόν πρέπει να το θάψω, ή μήπως να το κρατήσω εδώ να το βαλσαμώσω, δεν κινδυνεύει να το φάνε τα σκουλήκια, το λέω στη μαμά, της λέω πάει το καλσόν, τόσα έχεις μου λέει, όχι όχι όχι το αγαπημένο μου  ήταν, η μαμά σιχαίνεται να λέω τέτοια, δεν τα καταλαβαίνει, κράτα το και φόρα το μου απαντά, είναι στη μόδα, βλέπω τα κοριτσάκια που τα φοράνε ξεσκισμένα, έτσι κι αλλιώς τόσες μαλακίες φοράς, δεν υψώνω καθόλου τη φωνή μου, της λέω όχι δεν καταλαβαίνεις, εγώ δεν κάνω τέτοια, και το καλσόν το ήθελα για να χαϊδεύω τα πόδια μου και δεν είμαι κοριτσάκι, κι η μαμά στον κόσμο της φυσικά.