1958

Όλοι οι ήρωες των βιβλίων που αγαπώ είναι ολομόναχοι,  ανήμποροι ν' αγαπήσουν και να συνεννοηθούν, κακομοιριασμένοι και αχώνευτοι, παράταιροι, πολλές φορές σιχαμένοι, πνίγονται σε μια κουταλιά νερό, μισάνθρωποι που αγαπούν τους ανθρώπους με τον πιο συναρπαστικό τρόπο, ατρόμητα φοβισμένοι, υπερπροστατευτικά αυτοκαταστροφικοί, που κάνουν με τον πιο σωστό τρόπο τις πιο λάθος επιλογές, όλοι οι ήρωες των βιβλίων που αγαπώ είμαι εγώ στην τέλειά μου εκδοχή. Η εταιρία κινητής με αγαπάει, θέλει να μου χαρίσει ένα τεράστιο τηλέφωνο που δε χωράει καλά καλά στην παλάμη μου, το αγόρι με τα μεγάλα βλέφαρα που δουλεύει εκεί μου λέει γεμάτος χαρά τί μπορεί να κάνει η συσκευή, προσπαθώ μάταια να δείξω ένδιαφέρον μα μπαα, το καταλαβαίνει κι αυτός, τέσσερις μέρες μετά πηγαίνω και του λέω χάλασε δεν δουλεύει, το αγόρι ανοίγει τα μεγάλα του βλέφαρα το παίρνει στα χέρια του, του βάζει ρεύμα και μου απαντά, δεν το φόρτισες, θέλω να γελάσω πολύ μα η ντροπή μου δε με αφήνει, νοιώθω η πιο βλαμμένη στον κόσμο - όχι πως δεν είμαι, νοιώθω η πιό άχρηστη - όχι πως δεν είμαι, σκέφτομαι τον Π. είναι ο μόνος που τρώγομαι να του πω τί έκανα πάλι και να δω πώς θα με κοιτάξει, τόσα χρόνια με τον Π. κάνουμε διαγωνισμό αυτοεξεφτελισμού σε σχέση με τέτοια πράγματα, φεύγοντας από το κατάστημα λέω στο αγόρι με τα μεγάλα βλέφαρα, όπως καταλαβαίνεις δε θα με ξαναδείς ποτέ, γειά σου για πάντα, το αγόρι γελάει ευγενικά, προσπαθεί να με παρηγορήσει, όλοι έχουμε κάνει τέτοια μου λέει, θέλω να του πω όλοι ναι μα εγώ έχω κάνει κι άλλα,  ο μπαμπάς νευριάζει που δεν τρώω με πηρούνι, θέλεις να γίνεις κινέζα, με ρωτάει, όχι  όχι του λέω, με βλέπει να προσπαθώ να πιάσω το λαχανομαρούλι, με κοροϊδεύει, η μαμά θυμώνει που δε θέλω να φάω κρέας, εσύ με τα προβλήματα που έχεις πρέπει να τρως, το ξέρεις, δε μπορείς να φας ούτε φρούτα, πίσω απ' ότι λέει η μαμά αναβοσβήνει η ερώτηση, ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, θα ψοφήσω μανούλα, θα ψοφήσω και θα με φάνε τα σκουλήκια, κάτι λευκά μικρά είναι τα είδα ναι, πολύ μικρά, σχεδόν όμορφα, ράβω από νωρίς ένα καινούργιο φουστάνι που έχει περίεργο ύφασμα, ο αντίχειράς μου πιάστηκε, επιδιόρθωσα κι εκείνο που ξηλώθηκε στο πιο αστείο σημείο, δυο εκατοστά από την αριστερή μου ρώγα, ξύπνησα το πρωί κι είχε πεταχτεί έξω, γελοίο ήταν, το έραψα προσεκτικά, είμαι σίγουρη πως εκείνο το σημείο τουλάχιστον δεν θα ξηλωθεί ξανά, το σώμα μου πονάει στα γνωστά σημεία, έφαγα φασόλια μέσα από κονσέρβα, θυμάμαι  τ' όνειρο με τις κονσέρβες και τρομάζω,έχω άπειρους λόγους να τρομάζω μ' αυτό τ 'ονειρο, με τρομάζω έτσι κι αλλιώς τελευταία, ο θυμός μου εξασθενεί, δίνει τη θέση του σε μια ανάλαφρη αδιαφορία που δε με απασχολεί καθόλου, νοιώθω μια ανάλαφη αδιαφορία για την ανάλαφρη αδιαφορία μου,  κοιμάμαι το πρωί και δε με αγχώνει, πίνω τόσο που δε θυμάμαι, τρέμω από το κρύο, πέφτω στο κρεββάτι, δε με παίρνει ο ύπνος, έλα έλα πήγε οχτώ έλα, το παραξηλώσαμε, ώχ μη λες ξηλώσαμε, έλα έλα πότε θα κοιμηθώ, δε μπορώ να κοιμηθώ, αυνανίζομαι μία φορά, μετά από λίγο άλλη μία, άντε κοιμήσου, με παίρνει ένας άτσαλος, κουραστικός ύπνος, μουδιάζει το χέρι μου, το πλακώνω, με πλακώνει, πλακώνομαι ολόκληρη, ξυπνάω το μεσημέρι και φοράω μια ζακέτα με πολύ μικρά κουμπιά που γλιστράνε μέσα στα φρεσκοξυπνημένα κι αγουροξεμουδιασμένα μου δάχτυλα, την κουμπώνω όλη μέχρι κάτω και νοιώθω τρομερή κούραση, έξω φυσάει δυνατά, παίρνω τα σκεπάσματά μου και τ' απλώνω στο σκοινί με 12 μανταλάκια που το ένα έχει απόσταση από το άλλο περίπου 10 με 13 εκατοστά, ο άερας είναι ψυχρός κι αντί να απλώσω γρήγορα και να μπω μέσα κάθομαι εκεί ξυπολυμένη και κοιτάζω την απόσταση που έχει το ένα μανταλάκι από το άλλο, το νερό στην αυλή έχει γίνει πάγος κι εγώ είμαι ξυπόλητη, αν με  έβλεπε η μαμά τώρα μπορεί και να έπεφτε από το μπαλκόνι, επιστρέφω στο σπίτι προσπαθώντας ν' αποφύγω τα σημεία με πολύ πάγο, δεν έχω πόδια για τέτοιες μαγκιές, μπαίνω μέσα και φοράω κάλτσες, τα σκεπάσματά μου αερίζονται, το βράδυ θα είναι πάλι φρέσκα και μοσχομυριστά, όλα είναι φρέσκα στο κρεββάτι μου εκτός από μένα, άλλαξα τις μπαταρίες της οδοντόβουρτσας και τώρα κάνει σαν τρελή, μου μουδιάζει τα δόντια, το σκυλί φεύγει όταν ακούει την οδοντόβουρτσα να κάνει γκρρρρ, με περιμένει στο χωλ όρθια, μερικές φορές αν με πιάσει παραδοντισμός βαριέται και ξαπλώνει, με βλέπει να βγαίνω και σηκώνεται, άντε μια ώρα μωρή με τα δόντια σου πάμε για ύπνο, για μερικά δευτερόλεπτα κάθε νύχτα τη φοβάμαι τη στιγμή που πηγαίνω για ύπνο, δεν ξέρω ακόμα γιατί, πάντα μαζί με το σκυλί που έρχεται από πίσω μου έρχεται κι ένα πλάκωμα, τις καλές νύχτες φεύγει μόλις με βάλει στο κρεββάτι, τις κακές μπαίνει κάτω από τα σκεπάσματα μαζί μου και στριφογυρίζει, μ' αρέσει να κοιμάμαι στο πλάι, να κρατάω με τη δεξιά μου παλάμη τον αριστερό μου δείκτη και να βάζω τα δυο χέρια μαζί μέσα στους μηρούς μου,  η κονσέρβα έχει μέσα δύο ειδών φασόλια και καλαμπόκι και καρότο, τα πιάνω ένα ένα με το κινεζικό πηρούνι μου, περνάνε έτσι σαράντα ολόκληρα λεπτά, δε μπορώ άλλο πονάει ο αντίχειράς μου να προσπαθέι να στερεώσει ανάμεσα σε δυο ξυλάκια  ένα γαμημένο γλιστερό καλαμπόκι, δίνω το υπόλοιπο στο σκυλί, βγαίνω να βρω τ' αδέσποτα, τί κάνουν μ' αυτό το ψοφόκρυο, πού είναι, αφήνω φαγητό και νερό, ο απέναντι με κοιτάζει με αηδία μα δεν ασχολούμαι μαζί του, μπαίνω μέσα, ήρθε η ώρα να φύγω στη δουλειά, πλησιάζω στον καθρέφτη, με κοιτάζω με αηδία, όχι σαν του απέναντι, άλλη αηδία, δικιά μου, ολόδικιά μου.