11718

фοβάμαι να κοιμηθώ σε ολόκληρο το κρεβάτι, κουλουριάζομαι στην άκρη λες και δίπλα έχει πλάσματα που θα με βλάψουν ή ακόμα χειρότερα λες και δίπλα έχει κενό που θα με βλάψει, πονάει η κοιλιά μου κι είμαι ένα κουβάρι κι οι κουβέρτες από πάνω μου κουβάρι κι αυτές, τα πόδια μου λίγο τρέμουν και τα τρίβω μεταξύ τους, κρατάω τον αριστερό αντίχειρα με το δεξί μου χέρι, τον κρατάω σφιχτά στην παλάμη μου λες και θα μου φύγω, λες και φοβάμαι μη με χάσω, δεν άκουσα τα ξυπνητήρια, φρόντισαν τα κάλαντα να με ξυπνήσουν, δεν ήθελα ν' ανοίξω, δε μ' αρέσουν οι παιδικές φωνές, ούτε τα τρίγωνα που είναι πάντα ίδια και ισόπλευρα,  τί βαρετό, χάθηκε ο κόσμος να υπάρχουν ισοσκελή και σκαλινά, δεν έχω όρεξη ν ακούσω λέξεις  όπως άρχοντες, χριστός,   και να σας πω και κάτι βρωμόπαιδα, σ' αυτό το σπίτι που 'ρθατε όλες οι πέτρες είναι ραγισμένες, όλα είναι ετοιμόρροπα,  κι ο νοικοκύρης του σπιτιού δε θα ζήσει χίλια χρόνια  κι αφήστε τις ψευτιές, δε με νοιάζουν τα έθιμα κι οι μαλακίες σας κι  είναι άρρωστο να θέλετε λεφτά, είναι άρρωστο να υπάρχουν λεφτά, και σκάστε να μιλάτε όλοι για τη χαρά των παιδιών. η χαρά των παιδιών είναι μερικά λεφτά, είναι τα σάπια τζάμπο με τις φουσκάλες στα πόδια των υπαλλήλων που κι αυτοί δουλεύουν για λεφτά και που κι η δική τους χαρά αυτή είναι και που η χαρά όλων είναι όλα τα άρρωστα, λεφτά και οικογενειακά τραπέζια, καταπίεση και  κοινωνικές θηλιές που σφίγγουν στο λαιμό μας, ξεστολίστε τις πλατείες, πάψτε να τραγουδάτε χαρωπές μελωδίες, ψόφος στο ματζόρε των χριστουγέννων, ας ακούσουμε όλοι μαζί σκαρλάτι να μας κάνει μουνί, τί περιμένετε, νέα χρονιά τί πάει να πει, πόσο άρρωστος είναι ο χρόνος, ποιός τον μετράει πώς με τί, βεγγαλικά λες και δε σας φτάνουν τ' άστρα, χριστουγεννιάτικα δέντρα λες και δε σας φτάνουν οι λεύκες έξω,  φωτάκια που αναβοσβήνουν λες και δε σας φτάνει που ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα, πυροτεχνήματα και μπαμ και μπαμ και ξαναμπαμ λες και δε μας φτάνει ο θόρυβος από τη βαρεμάρα μας, ψεύτικα φιλια και καλή χρονιά, κάθε φορά όλα ίδια ολόιδια, ο μπαμπάς κι η μαμά κάνουν σχέδια, σιγά την ιδιαίτερη μέρα,  ο μπαμπάς γκρινιάζει, τί οικογένεια είμαστε, σκόρπισε η οικογένειά μας, η λέξη οικογένεια μου προκαλεί αναγούλα, η αρχή του κακού, μας, μας κτητικές αντωνυμίες δική μας, το παιδί μας, η γυναίκα μου ο άντρας μου , μου δικά μου, εγώ, δικό μου, αυτά που λέμε με τον σχιζοφρενή άνθρωπο και γελάμε, και τριγύρω ας πνιγούν όλα, σιχαίνομαι την ιδιοκτησία γι αυτό χαρίζω εδώ κι εκεί πράγματα, δε με νοιάζουν, δε δένομαι με τίποτα, με κάτι στιγμές μόνο,  είμαι δεμένη με κείνο το βράδυ ναι όλοι ξέρουμε ποιό εννοώ, έχω πόνο στεναχώριας  μέχρι το βουνό, τα χέρια μου είναι τόσο παγωμένα που αν ακουμπήσω τις ρώγες μου πάνω από το ύφασμα πάλι πονάνε, θα πιώ τόσο πολύ απόψε που θα σέρνομαι το πρωί εδώ κι εκεί, θα σέρνομαι ξεβαμμένα και μισοϊδρωμένα, σε τίποτα δεν πιστεύω, στην αδυναμία μας μόνο, στην αθρώπινη αδυναμία που εκτός απο σαρκοφάγα βαρβαρικά τέρατα μας κάνει και υπέροχα μικρά τρυφερά πλάσματα που ανθίζουν, σ' αυτήν πιστεύω, αυτήν γιορτάζω, αυτήν θα αντιγιορτάσω τη νύχτα που όλοι θα περιμένετε τον καινούργιο χρόνο να σας φέρει όλα εκείνα για τα οποία δεν κάνατε τίποτα ποτέ, θα κουβαλήσω οινόπνευμα και διακόσσια κιλά κουβέρτες και θα μείνω εκεί  μακρυά απ' αυτό που ονομάσατε πολιτισμό γιατί αλλοίμονο πώς θα τ' ονομάζατε, εκεί καταμόνη μέσα στην αδυναμία μου να προσεγγίσω ανθρώπους, και μακάρι να 'ρθει κι ο σχιζοφρενής άνθρωπος μαζί μου που είναι κάπως σαν εμένα ευτυχώς και κάπως παρηγοριέμαι που έχει και τέτοιους, λούζω τα μαλλιά μου μέσα στο απόλυτο κρύο και τρέχω να τα στεγνώσω με τη συσκευή που βγάζει θερμό αέρα, δε μοιάζει με το ανθρώπινο στόμα που είναι η πιό τέλεια συσκευή που βγάζει τον πιο θερμό υπέροχο αέρα μα κάτι κάνει, τα μαλλιά μου ακουμπάνε στους γοφούς μου, στάζουν και μου ανατριχιάζουν την πλάτη, κάνει θόρυβο η συσκευή θεμρού αέρα, η ζαΐρα τρομάζει και τρέχει μέσα, στέγνωσα και μυρίζω όμορφα, σταμάτησα να προσπαθώ να προσδιορίσω τα πάντα, κουράστηκα τόσο πολύ να ψάχνω απαντήσεις σε ο,τι  έχει να κάνει με τ' ανθρώπινα, δεν έχει κανένα νόημα, πουθενά ομορφιά, μόνο στη φύση, τα δέντρα αχ τα δέντρα, τα δέντρα στον αέρα αχ ο αέρας, η καλεντούλα στον εξαερισμό του αυτοκινήτου, αυτό είναι η φύση κι η ομορφιά, μα αλήθεια σε τί άλλο να πιστέψω, δεν είναι πως δε θέλω, τα λουλούδια που μου χάρισε ο μπαμπάς και ξεραίνονται πανέμορφα κάθε μέρα, ο λωτός που σαπίζει,  αυτά που έχω μπροστά μου, αυτά που αγαπώ, με πονάνε όλα, ο σούμπερτ, το σακατεμένο πόδι μου, το νεφρό που μπαίνει και βγαίνει, τα δάχτυλά μου που είναι κατατρυπημένα από τα ραψίματα, που μόνο το δικό μου δέρμα αγγίζουν κι αν κάνουν ν αγγίξουν άλλο τρέμουν, το στομάχι μου που δε με αντέχει, δε με μπορεί, με ξρνάει κάθε μέρα, ο,τι κι αν του δώσω, βρε καλό μου, βρε αγαπημένο μου, πάρε γάλα, πάρε risois, πάρε  μελομακάρονο, ησύχασε, ησύχασε στομάχι μου, έλα να γίνουμε όπως πριν, έλα να μάθουμε να κρατάμε κάτι μέσα μας όπως παλιά, φτάνει να τα ξερνάμε όλα φτάνει, το κρύο μέσα στο σπίτι είναι παροιμιώδες, αυτοαγκαλιάζομαι κι αυτοχαϊδεύομαι κι αυτοτρίβομαι για να ζεσταθώ, ποτέ η αυτοθερμοκρασία μου δε θα ξεπεράσει τη θερμοκρασία  της αγκαλιάς, ούτε ο πυρετός μου δεν είναι ικανός να το κάνει, ξημέρωσε μέρα αφαγίας, τις ξέρω αυτές τις μέρες, τις αναγνωρίζω από την ώρα που ανοίγω τα μάτια μου και σήμερα ήξερα πως δε θα καταφέρω να φάω, έχω ένα μελομακάρονο στην κουζίνα, τρώω μια μικροσκοπική μπουκιά κάθε μέρα για να μην τελειώσει, είναι το πιό νόστιμο που έχω φάει σε όλη τη ζωή μου, μ' αρέσει να λέω τέτοια, σε όλη τη ζωή μου, μ' αρέσει να λέω τεράστιες λέξεις, τεράστιες μεγάλες υπερβολικές υπερβολές, θέλω αυτά τα λουλούδια που ξεραίοννται να μείνουν έτσι για πάντα, γέλα όσο θέλεις, θέλω και θα μείνουν, θέλω ν' αφήσω μια μπουκιά μελομακάρονο και να μη χαλάσει ποτέ, απογευμάτιασε και στο σπίτι ακούγονται πιάνα με λίγο ζαϊροχαλητό, κουλουριασμένη κι εκείνη, ολόιδια με μένα, την αγγίζω και πετάγεται μα της αρέσει μετά απο λίγο και ανθίζει και τη χαϊδεύω κι αν της πάρω το χάδι ξαναπετάγεται και τρομάζει και θέλει κι άλλο, έτσι είμαστε εμείς, αργούμε να θέλουμε αλλά όταν θέλουμε θέλουμε με υπερβολική υπερβολή.

υγ. εκεί που ήσουν  έχω έρθει, εδώ που είμαι  θα 'ρθεις;