0044- 2930284***00

'ℋπια έναν σκασμό, γεμάτη από ανία κι αποκάμωμα. Στο κρεβάτι τις νύχτες προσπαθώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που παραιτήθηκα τόσο ολότελα μάλλον όμως είναι πρώτη φορά που το κάνω σε τέτοιο βαθμό. Κάθε λέξη μου είναι αδιάφορη, κάθε έννοια επίσης, κάθε συναίσθημα ίδιο, βαρετό, ανούσιο, αισθάνομαι σαν έφηβη που οι γονείς την πήραν μαζί τους στις διακοπές και παθαίνει πνιγμό από τη βαρεμάρα, όχι καταπίεση, όχι όχι, βαρεμάρα μόνο, δεν περιμένω τίποτα, μάλλον δε θέλω τίποτα, τα στρογγυλεύω όλα να μοιάζουν με μηδέν, είμαι αδιάφορη τόσο που μέχρι και τον ποντικό αρχίζω να συνηθίζω, το σώμα μου παγώνει, σκληραίνει, δεν υπάρχει τίποτα που θα μου προκαλούσε  μία έστω μικρή ομορφιά, βρίσκω τις σχέσεις των ανθρώπων εμμετικές, δεν έμεινε τίποτα πια να με κρατάει "ζεστή", για ενθουσιασμό ούτε λόγος. Ξύπνησα χτες το πρωί με πόνους, κόντεψα να νοιώσω παράπονο, ούτε καν αυτό όμως δεν κράτησε, αν έπρεπε να γράψω μια λίστα με όσα δε βαριέμαι, θα έβαζα πρώτα τα σκυλιά μου που μαδάνε, κι εγώ μαδάω, μαδ-άμε ομαδ-ικώς, αν είχαμε πορτάκι στο μπροστινό μέρος του σώματος και μπορούσα να το ανοίξω δε θα είχε τίποτα μέσα, ούτε καν όργανα, ούτε θόρυβος θ' ακουγόταν, ξεκινάω να ζηλέψω εκείνους που έχουν ενέργεια μα μέχρι και αυτό βαριέμαι. Ακόμα κι αν ερχόταν ένα αεροπλάνο εδώ έξω από το σπίτι να με πάρει πάλι θα βαριόμουν να μπω, θέλω να γίνω σκύλος, να κοιμάμαι όλη μέρα όχι όπως τώρα που δε μπορώ να κοιμηθώ, να γαβγίζω στους περαστικούς και στο σκουπιδιάρικο, να τρέχουν τα σάλια μου όποτε κάποιος τρώει, να ξύνομαι με το πόδι κι όχι με το χέρι, να με κλωτσάνε κι εγώ να γλείφω, όχι όπως τώρα που με γλείφουν κι εγώ κλωτσάω, τα χέρια μου γράφουν μόνα τους, είμαι απούσα από παντού, τρώω το ίδιο φαγητό τρείς μέρες, νοιώθω σα να περιμένω να πεθάνω και το αλκόολ με βοηθάει να μη θυμάμαι τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια αυτής της αναμονής, εκείνος μπορεί λίγο να με ζωντανέψει μα για λίγο για μια σταλιά, διαβάζω ποιήματα απ'έξω μου όπως διάβαζα στην τρίτη λυκείου σα να πρέπει να τα θυμάμαι, παρακολουθώ τις ζωές κάτι ανήμπορων, μου προκαλούν εμμετό, αναγουλιάζω με το παραμικρό, το κενό μου τεραστιώνεται, με καταπίνω, με εξαφανίζω, να κόψουν όλοι τον λαιμό τους ή να κρεμαστούν απ' αυτόν, ας πνιγούμε όλοι στη μεγάλη μύξα που καταπίνουμε, κατουράω και κοιτάζω το κενό, τα είδη υγιεινής στο σπίτι είναι χρωματιστά, απομεινάρια εκείνης της εποχής που οι άνθρωποι δεν είχαν συμφιλιωθεί με τα σκατά τους, μπαίνω στο μεγάλο αυτοκίνητο και βάζω το εμπιθρί στο 23,  στο μικρό αυτοκίνητο βάζω το άλλο εμπιθρί στο 92, καθαρίζω τη φωνή μου, αυτογδέρνομαι, αυνανίζομαι βιαστικά και μικροτραυματίζομαι, δε μου δίνω χρόνο για τίποτα, ο μπαμπάς μου τηλεφωνεί να μου πει ν' ανάψω το καλοριφέρ να μην κάθομαι στο κρύο, ναι ναι λέω μα ούτε σηκώνομαι, κάποιος να πάρει την κοιλιά μου απο δω, με εμποδίζει να μην αισθάνομαι, χτες για λίγο έκανα μια σκέψη που με ξύπνησε, να περπατούσα στη λισαβόνα με κάστανα στο χέρι, δεν κράτησε πολύ, αν η λισαβόνα ήταν έξω από την πόρτα μου τώρα και με περίμενε δεν ξέρω αν θα έκανα τον κόπο, κοιτάζω τα πρόσωπα των ανθρώπων με προσοχή κι αγωνία να δω κάτι όμορφο, τίποτα τίποτα, τρύπες, ρουθούνια μάτια στόμα, αν βάλεις το ένα στη θέση του άλλου  δε θα αλλάξει απολύτως τίποτα, ευτυχώς ένας δύο άνθρωποι υπάρχουν που δεν τους βαριέμαι μα δεν έχει σημασία, είμαι εγώ βαρετή και με βαριούνται εκείνοι, χάλασε το παπούτσι μου, η μαμά παίρνει κάτι γιαλατζοαναπτήρες, σε μια βδομάδα τελειώνουν ή χαλάνε, μαγειρεύω στα  σκυλιά  φανταρικές ποσότητες ρυζιού, γιαλατζορυζιού, σε μια βδομάδα τελειώνει ή χαλάει, θέλω να πάψω να μιλάω, να μην ακούω τη φωνή μου, τί είναι οι άνθρωποι, τί θέλουν ρε παιδί μου, τί θέλουν, γιατί είναι τόσο διαφορετικοί κι ολόιδιοι, τί θέλουν γαμώ την παναγία τί θέλουν γαμώ το χριστό (ναι μη βρίζεις, δεν είναι θηλυκό τα κορίτσια δε βρίζουν, καπνίζουν τσιγάρα slim και χαχανίζουν μόνο κι αυτό είναι πολύ θηλυκό ναι ναι) τί θέλουν, τί κουβαλάνε, κλαίνε πονάνε, αρρωσταίνουν όλοι ή μόνο εγώ; αγαπώ τα σαλιγκάρια που πηγαίνουν τόσο αργά, ανοίγω την κονσέρβα για τα σκυλιά, θα την ανακατέψω με το γιαλατζορύζι, σχεδόν μου μυρίζει ωραία, γιατί υπάρχουν τόσες γεύσεις, γιατί να μην τρώμε μόνο ψωμί, αφού είναι όλα τόσο μονότονα γιατί να μην είναι όλα μονότονα, ποιά διαφορετικότητα λες, γιατί δεν είμαστε ανακύκλωση, γιατί δεν πίνουμε τα κάτουρά μας, γιατί δεν τρώμε τα σκατά μας, γιατί στρώνουμε και ξεστρώνουμε τα κρεβάτια μας, γιατί χύνουμε και ξανακαυλώνουμε, γιατί ερωτευόμαστε και βαριόμαστε, γιατί γεννιόμαστε και πεθαίνουμε, γιατί πλενόμαστε και ξαναβρωμίζουμε, πώς θα ήταν να τα κάναμε όλα μία φορά μόνο, όλα μία, να είχαν όλοι μία ευκαιρία να ερωτευτούν, μία να φάνε, μία να χέσουν, μία να δείξουν τί είναι και μία να πουν ψέμματα, τα ψέμματα ποιός τα σκέφτηκε, τί φοβόταν, τα σκυλιά βουτάνε τις μούρες τους στα μπωλ με το ρύζι, μερικοί κόκκοι κολλάνε στη μύτη τους, σηκώνονται και με κοιτάνε και ο κόκκος πέφτει κάτω, αφήστε τον αφήστε τον έχουμε και το ποντίκι εδώ αφού, γιατί να μην το αγαπώ, γιατί να μη θέλω να κοιμάται κι αυτό δίπλα μου, η επιμονή του να θέλει να είναι δίπλα μου σχεδόν με συγκινεί σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν, τις λίγες ώρες που κοιμάμαι τα σκυλιά έρχονται αθόρυβα κι ανεβαίνουν στο κρεβάτι, είναι πάνω στα πόδια μου, δε μπορώ να γυρίσω, την εβδομάδα που πέρασε οι ρώγες μου ήταν το πιό ωραίο πράγμα στον κόσμο, κάτι είχαν διαφορετικό από άλλες φορές που έχουν κάτι διαφορετικό, ο πόνος περνάει στιγμιαία, καταπίνω και πονάω, ετοιμάζω τσάι, περιμένω λίγο να κρυώσει γιατί είναι καυτό, ξεχνιέμαι και παγώνει, κάνω κάπως ουφφ απο μέσα, πετάχτηκε ο φρονιμήτης, είναι μυτερός μου κόβει το στόμα, μετράω τους κρίκους στο κουρτινόξυλο, είναι 21. Μετράω και τα λουλούδια στο σεντόνι, είναι 82, στις μαξιλαροθηκες είναι 12, στρώνω το κρεβάτι, έχει δύο μαξιλάρια μα εγώ ένα κεφάλι, το καλοκαίρι το ένα το μάζεψα, το έχωσα στη ντουλάπα, είχα  μόνο ένα στο κέντρο, έλα μην κοροϊδευόμαστε τί να το κάνω το δεύτερο, ένα απόγευμα έκανα δουλειές, άλλαζα σεντόνι, ήρθε η μαμά να βοηθήσει να το τσιτώσουμε στο κρεβάτι, κοίταξε το ένα μαξιλάρι με θλίψη και μετά εμένα, το ξανάβγαλα από τη ντουλάπα να μην τη στεναχωρώ, μερικά πρωινά που έχει φως παίρνω το δεύτερο και το βάζω πάνω στο κεφάλι μου, σάντουιτς, το κεφάλι μου ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια που θα 'πρεπε να είναι δίπλα δίπλα, θα 'πρεπε;; τι λες μωρή; γιατί θα 'πρεπε; λυπάμαι εκείνους που κοιμούνται δίπλα δίπλα κι αντί ν αγγιχτούν, σκέφτεται ο καθένας άλλα, καυλώνει μόνος του, πόσοι τέτοιοι υπάρχουν, τα αγόρια όταν μεγαλώνουν γίνονται άντρες;  τα κορίτσια τί γίνονται; οι ποιητές όταν κόβουν τα νύχια τους πού τα πετάνε; ο γιατρός που μου έκοβε τα ράμματα στο ΙΚΑ γιατί ξεφυσούσε; την καριόλα τη νοσοκόμα τη λένε ελευθερία, είδα το καρτελάκι της, είναι από μια επαρχία, το καλοκαίρι μύριζαν οι μασχάλες της, έχει σγουρά μαλλιά σε χρώμα άχρωμο, είναι αόρατη, δεν τη βλέπεις, έχει τρίχες στα χέρια και λευκό δέρμα, είναι πλαδαρή με έναν τρόπο που δε μπορώ να εξηγήσω, τις προάλλες μιλούσε στο τηλέφωνο και κανόνιζε να βγεί, εγώ σκεφτόμουν πως θέλω να την τρυπήσω με χίλιες σύριγγες, είχε και μια τσίμπλα στο μάτι, καθαρίσου μωρή βρωμόκοτα, πόσα μαξιλάρια έχει στο κρεβάτι της;φοράει ένα απαράδεκτο δαχτυλίδι, μερικές νύχτες το βλέπω στον ύπνο μου, η πουτάνα μου μελανιάζει τα χέρια, το ποντίκι μου μελάνιασε το γόνατο χτες που έτρεξα στο χωλ και γλίστρησα, έχω τέσσερα κεριά στο σπίτι, όλο λέω να τ' ανάψω μα όλο περιμένω να το κάνω σε μια ειδική περίπτωση, λέω ειδική περίπτωση και γελάω μόνη μου, η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη, πονάει, όλο το βράδυ κοιμήθηκα στο πλάι με το χέρι μου πάνω της, στις οκτώ το πρωί ο μαλάκας Ζοζέ γάβγιζε σα θεόμουρλος, ξύπνησα κι είχε κατουρήσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το μπέρδεψες βλάκα το μπέρδεψες, δεν είναι απ'αυτά που τα κατουράμε, καλά που δεν είχα τα λαμπάκια στην πρίζα, του κόλλησε και κατουράει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, δε μπορώ καν να τον μαλώσω, είναι τέλειο αυτό που κάνει, κι εγώ σφουγγαρίζω πάλι, η μαμά έχει ξεκωλωθεί να αγοράζει χλωρίνη κι εγώ να την τελειώνω, της δίνω λεφτά και δεν τα παίρνει. Σέρνεται σαν κακομοιριασμένη κι αυτή με το δράμα που μας βρήκε, εγώ για να την παρηγορήσω της λέω έλα σταμάτα δε μας χτύπησε και καρκίνος, δηλαδή αν είχαμε καρκίνο τί θα έκανες, δηλαδή αν είμασταν άρρωστοι με καρκίνο δηλαδή καρκίνος καρκίνος καρκίνος, δεν την πείθει το επιχείρημα μου εμένα με αναγουλιάζω όμως, βάλε μωρή καριόλα τη βελόνα στη φλέβα που σου λέω, λες να μην ξέρω, επιμένει η πουτάνα να δοκιμάζει να με κάνει μαύρη και στο τέλος να τρυπάει εκεί που αρχικά της υπέδειξα. Επιστρέφω στο σπίτι εξαντλημένη, πρέπει να ταΐσω τα σκυλιά, ο ένας τρώει απο το μπωλ του άλλου, είναι πανηλίθια και τα δύο, εγώ κάνω τον ταχυδακτυλουργό, ανοίγω την πόρτα και βγάζω σε χρόνο που δε μετριέται το ένα μπωλ και περιμένω να δω ποιός θέλει να φάει έξω και ποιός μέσα, συνήθως ο ζοζέ τρώει έξω κι η μικρή πουτάνα περιμένει και δεν τρώει το φαγητό της, και μόλις ο καημένος τελειώσει ξεκινάει να τρώει επιδεικτικά, ανόρεχτα, κάνει μισή ώρα να φάει, αφήνει πάντα φαγητό κι ύστερα θέλει να βγει έξω, τότε ανοίγω την πόρτα και βγαίνει και μπάινει μέσα ο ζοζέ και του λέω τρέξε τρέξε να φας το υπόλοιπο κι εκείνος έχει λίγο χρόνο να καθαρίσει το πιάτο όσο η άλλη έξω κατουράει και χέζει, είναι οι στιγμές αγωνίας που ζούμε κάθε μέρα, αγωνία και δράμα η κατακαημένη οικογενειούλα μας κι ο μπαμπάς που λέει τα μουρλά του τα σάββατα στον καφέ και έρχεται άλλος μα φεύγει άλλος μονολογώντας δίκιο έχεις δίκιο έχεις, δίκιο έχω γαμώ το κέρατό μου, φάτε τη σούπα που έφτιαξα και σουτ όλοι. Σε εφτά λεπτά θα ξεράσω.