51515810

 ου είναι ακατόρθωτο να κοιμηθώ αν δεν κοιμηθούν τα μέσα μου. Πάνε μέρες που ξημερώνομαι, πίνω ανεξέλεγκτα και μαλακισμένα όταν δε θα 'πρεπε καν να μυρίζω οινόπνευμα. Η αυτοκαταστροφή μου επανέρχεται σα να πρέπει ν' αποδείξω πως είμαι κόρη του μπαμπά μου κι αδερφή της αδερφής μου. Φτιάχνω υπέροχους καφέδες στα γρήγορα από το φόβο μου, ο εισβολέας στο σπίτι είναι μια σταλιά, τον είδα προχτές τη νύχτα καλά, σχεδόν με περίμενε στο χώλ, η ουρά του είναι πιο τρομακτική απο κείνον, είναι μικρός και σχεδόν όμορφος κι αυτό με τσακίζει πιό πολύ και σε δύο νύχτες θα έχουμε επέτειο, μία εβδομάδα από τότε που τρύπωσε ή τουλάχιστον από τη στιγμή που τον αντιλήφθηκα. Έχει θράσος, πετάγεται κάτω από τον καναπέ τη στιγμή που κάθομαι σχετικά ήσυχη και με κάνει ν' ανατριχιάζω, βάζω τη λογική μου να δουλεύει στο τέρμα, είναι μια σταλιά, δε μπορώ να υπολογίσω μα είμαι πενήντα εκατόδιακόσσιεςεννιακόσσιες φορές ψηλότερή του κι ογκοδέστερη, σκέφτομαι πόσο πολύ μπορεί να με φοβάται, μα ακριβώς το μέγεθός μου είναι που τον ησυχάζει. Ξέρει πάντα που είμαι ενώ εγώ όχι, δε θα  πεταχτώ μπροστά του εκεί που κάθεται όχι όχι, εκείνος θα το κάνει, δε θα εμφανιστώ στα καλά καθούμενα βζουυυυυυυν απο μπροστά του κι ύστερα θα εξαφανιστώ, δεν κινδυνεύει να με βρεί στο κρεβάτι του, στα ρούχα του, την ώρα που κατουράει, που πλένει τα δόντια του, που λούζει τα μαλλιά του, μία εβδομάδα εφιάλτης, απ' την κουζίνα περνάω τρέχοντας και κάνω μπάνιο με την κουρτίνα ανοιχτή κοιτάζοντας επίμονα τα πλακάκια, έχω λίγο παρανοήσει, αν ηρεμήσω γελάω με μένα με κατακοροϊδεύω, μα όταν φτάνει η νύχτα ο τρόμος πάλι ξεκινά κι αν κατουριέμαι περιμένω να ξημερώσει, πίνω βότκα και βότκα και τόση βότκα και κρατάω το κατούρημα τρείς ώρες, αντίο δεξί νεφρό, το μάτι μου είναι κατακόκκινο και πονάει, αντίο δεξί μάτι, είμαι εξαντλημένη, ανυπόφορα εξαντλημένη απ όλα, πονάω παντού, όποιος μ' ακουμπήσει κάνω αχ πόνου, είναι σαν κάποιος να έχει συνδέσει μια τρόμπα στους αδένες μου και με φουσκώνει και πονάω, είναι ανυπόφορο, είναι όλα ανυπόφορα, ναι πρώτα οι άνθρωποι και μετά όλα τ' άλλα, βλέπω το μπουμ να έρχεται, βλέπω το μπαμ και μπουμ να σκάει πάλι στην οικογενειούλα μας, την τραγική μαλακισμένη οικογενειούλα μας που ούτε γρίπη δε μπορεί να περάσει χωρίς δράμα, έτσι είμαστε εμείς ναι, κόβουμε τις φλεβίτσες μας ( εγώ δεν προλαβαίνω μου τις τρυπανε άλλοι), μένουμε τρεις μήνες ακίνητοι στους καναπέδες, έχουμε βλέμμα κλαμμένου μουνιού με το παραμικρό, ναι οι κορούλες πρέπει να έχουν αντρούληδες να αισθάνεται ασφάλεια ο μπαμπάκας κι η μαμάκα, έτσι κάνουμε χρόνια τώρα στεναχωριόμαστε μέχρι το βουνό και μετά κουκουλώνουμε ο,τι πραγματικά σημαντικό έχει συμβεί, ανήμπορος μπαμπάκας κι ανήμπορη μαμάκα που τουλάχιστον να 'χουν ανήμπορες κορούλες για να αισθανόμαστε όλοι το ίδιο, ο μπαμπάς τα παράτησε όλα από τότε που έφυγα, ούτε καφέ δεν είχε να φτιάξουμε, έφτιαξα έναν αηδιαστικό, δεν είχε ζάχαρη δεν ειχε τίποτα, εκείνος μετρούσε τα τσιγάρα μου, λες και με περίμενε να ξεκινήσει να μιλάει για το καινούργιο δράμα που χτύπησε την οικογένειά μας, ήμουν απότομη αυτή τη φορά δε μπορώ άλλο ντάντεμα, δεν έχω υπομονή, ξεκίνησε από το δράμα της μεγάλης του κόρης για να καταλήξει σε μένα, ήμουν απότομη και σκληρή, κανέναν δε θέλουμε μπαμπά, κανέναν δεν έχουμε ανάγκη, δεν είναι ανάγκη να έχουμε όλοι ταίρι επειδή εσύ μόνος σου φοβάσαι τη σκιά σου, εγώ δεν τη φοβάμαι, τον μάλωσα και κουνούσε το κεφάλι λέγοντας καλά καλά  χωρίς να το πιστεύει, εκείνο το συγκαταβατικό  το χειρότερο του κόσμου, ευτυχώς έμπαιναν πελάτες και μας διέκοπταν και να το πραγματικό δράμα, ξέχασα τί λάστιχο φοράει ο μηχανισμός αέρος κι έδωσα στον άνθρωπο λάστιχο από κείνο που ενώνει τη λεκάνη με το καζανάκι, τί ντροπή τί ντροπή, ευτυχώς πήρα λίγο το αίμα μου πίσω με τις γαλβανιζέ γωνίες, ξεχάστηκε κι ο μπαμπάς μα με περίμενε στη γωνία αργότερα που του ζήτησα να ελέγξει τις παγίδες μήπως πιάστηκε το μικροσκοπικό τέρας που μου χει γαμήσει την εβδομάδα, αυτό είναι που δεν έχεις ανάγκη κανέναν, εσύ φοβάσαι ένα τόσο δά ποντικάκι, με τσάκισε το πανηλίθιο σχόλιό του, τον κοίταξα σα να είπε τη μεγαλύτερη σάχλα που υπάρχει στις σαχλογραφίες, του απάντησα καλά καλά κι εγώ, το κατάλαβε και χαζογέλασε, πόνεσε το στομάχι μου από την πείνα εκείνο το βράδυ, τους μαλώνω κι ύστερα τους σκέφτομαι να κάθονται στο τζάκι και να συζητάνε για τις κακότυχες κορούλες τους, λίγο τους συμπονώ μα δεν τους συγχωρώ που ζούνε μέσα από τις ζωές μας, αν κερδίζαμε λεφτά θα τα ξόδευα όλα σε ψυχιάτρους, θα τους έδινα κλειδιά να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι μας, ευτυχώς είμαστε φτωχοί ακόμα,  τόσο φτωχοί που ψωνίζουμε από τα λιντλ αλλά η μαμά λέει πως και στο λονδίνο όλοι απο κει ψωνίζουν και μετά νοιώθουμε ωραία, είμαστε φτωχολονδρέζες, αγοράσαμε δυο τόνους κονσέρβες να 'χουνε να τρώνε τα μαλακισμένα μας σκυλιά που ούτε ένα ποντίκι δε μπορούν να κυνηγήσουν, βάζουμε όλες τις κονσέρβες στο μεγάλο ντουλάπι, βάζω τη μαμά να το ανοίξει, εγώ φοβάμαι ν' ανοίξω ντουλάπια, σκύβω να βγάλω τα παπούτσια μου, ένας κόκκος καφέ είναι στο πάτωμα, φωνάζω κοίτα μαμα αυτό είναι ποντικοκούραδο, γυρίζει να δει και με κοροϊδεύει, είσαι ηλίθια αυτό είναι τεράστιο τέτοια κάνεις εσύ, γελάω λίγο γελάει κι αυτή αλλα όχι πολύ γιατί έχουμε και το δράμα στο σπίτι μας και δεν κάνει να γελάμε, να ξεβάψεις τα νύχια σου μια αηδία είναι, έχει λίγο δίκιο, τ' αφήνω να ξεθωριάσουν μόνα τους πια, δεν έχω διάθεση για εξωτερική περιποίηση, βαριέμαι αφόρητα, το μπάνιο μου και τα δόντια μου μόνο, αυτά τα ψυχαναγκαστικά, με σιχαίνομαι όταν είμαι έτσι αλλά ευτυχώς με σιχαίνομαι κι όταν είμαι αλλιώς κι είμαστε πάτσι. Στις εφτά το πρωί διαβάζω  Όμηρο και καπνίζω, είμαι στη ραψωδία ρ και σκέφτομαι πως τέτοια ώρα κυκλοφορούν άνθρωποι που πάνε σε πρωινή δουλειά, με πιάνει αναγούλα στη σκέψη, μάλλον θα πέθαινα αν  έπρεπε να το κάνω, είμαι μαλάκω σνομπαρία, ποιά είσαι μωρή εσύ που ζεις μόνο τη νύχτα, απαντάω πως είμαι η καλύτερη και για λίγα δευτερόλεπτα το πιστέυω, προς το παρόν η αγαπημένη μου ραψωδία είναι η ζ αλλά έχει ακόμα ας μη βιαστώ για άλλη μια φορά, είπαμε να μάθω να μη βιάζομαι ε ναι το είπαμε, το μάτι μου πονάει και είναι κατακόκκινο, να δεις που ήρθε ο ποντικός και κάτι μου έκανε όταν κοιμήθηκα, να δεις που κάτι έκανε στο μάτι μου, και ναι μπαμπά να βρω κάποιον να με προστατέψει από τον ποντικό ναι ναι μα ύστερα ποιός θα με προστατέψει από τον κάποιον εεε; μήπως το αγόρι που μου στέλνει μηνύματα στο κινητό από ποιόν δρόμο να πάω στη δουλειά για να μην έχει κίνηση; γελάω μαζί του, έρχεται κάθε βδομάδα και κάθεται μ ανοιχτό στόμα και κοιτάει σαν υπνωτισμένο, γελάω πολύ, είναι αστεία όλα, αστεία τόσο που μου πονάνε το στήθος, νοιώθω οτι θα τρέξω αίμα από τα γέλια, κάτι έχει αυτή η εβδομάδα κάτι τόσο κουραστικό, οι άνθρωποι όσο πάνε και γίνονται πιό βαρετοί εγώ πιό πολύ ακόμα, η βασίλισσα της βαρεμάρας, και ο μικρός κόπανος εδω μέσα να κάνει βόλτες απροκάλυπτα, σα να ξεπληρώνω τις τόσες φορές που κράτησα την πόρτα μου κλειστή σε ανθρώπους, στο σπίτι που η πόρτα ανοιγοκλείνει για να μπω ή να βγω εγώ ή τα σκυλιά, στο σπίτι που δεν πατάει άνθρωπος γιατί δε θέλω και να τώρα μωρή, να πάρε το ποντίκι, να μια βδομάδα επισκέπτης, αρμένικη, ναι αυτή τη βδομάδα ούτε ν' αυνανιστώ δε μπορώ, πώς ν' ανοίξεις τα πόδια όταν μπορεί να έρθει κάτι να σε φάει ε; το μάτι μου πονάει αφόρητα, είναι κατακόκκινο, με δυσκολία το ανοίγω, το ενόχλησε η ανθρωποσύνη κι η ξεδιανθρωπιά μάλλον, πόσο κουράζομαι και βαριέμαι με τους ανθρώπους, πόσο πόσο, με τρομάζει τόσο που φοβάμαι πως θ' αρχίσω να συνηθίζω τον μικρό μπάσταρδο, κλείνω τα μάτια και φέρνω μια εικόνα στο νου μου, σκέφτομαι έναν άνθρωπο να τριγυρνάει στο σπίτι, κι είναι σαφώς πιο τρομακτικό, ναι πιο τρομακτικό, οι άνθρωποι είναι πιο τρωκτικοί από τα ποντίκια, εκτός κι αν...εκτός κι αν....είπαμε να μη βιάζομαι, έχω άλλες εφτά ραψωδίες να διαβάσω.