63 with out

 οβάμαι τις λέξεις που τελειώνουν σε -ωμα ή σε -ξη. Παλιά για κάποιο λόγο δε μου άρεσαν τα συνηρημένα, τώρα τελευταία μερικά έχουν αρχίσει να μ' αρέσουν. Κάποιοι λένε πως οι άνθρωποι αλλάζουν, άλλοι λένε πως όχι, εγώ λέω πως οι άνθρωποι μου προκαλούν τόση ανία που καμιά φορά θέλω να τους ζητήσω μέχρι και συγνώμη. Η κοιλιά μου πονάει και μερικές φορές πεινάει, το στομάχι δεν πεινάει, άλλη δουλειά ξέρει να κάνει, το δικό μου τουλάχιστον μόνο να στεναχωριέται ξέρει, καμιά φορά να ερωτεύεται και σίγουρα ξέρει να ξερνάει. Δε χωνεύει, δε μπορεί να χωνέψει. Πενήντα μέρες με ανυπομονίτιδα, σχεδόν πέρασαν, κάτι μύξες εμποδίζουν τις αναπνοές μου, φοβάμαι μην την ώρα που χύνω με πιάσει βήχας, με ξενερώνουν οι άνθρωποι που κάνουν χιούμορ με σεξουαλικά υπονοούμενα, είναι μερικά πράγματα που δεν πρέπει να υπονοούνται, η λέξη ανάγκη είναι πλανεύτρα, σε κάνει να νομίζεις πως είναι πιό κοντά στο πρέπει ενώ τελικά είναι πνιγμένη στο θέλω, τριγυρισμένη από το θέλω. Να ζεις μόνος είναι μια ευτυχία τεράστια, να κοιμάσαι μόνος, να έχεις άδειο ψυγείο κι άδεια ντουλάπια, ν' ανάβεις τη σόμπα όταν κρυώνεις. Κατάφερα να φέρω το βάζο με το μέλι πίσω στη ζωή, το πάνω χείλος μου είναι μεγαλύτερο από το κάτω, νοιώθω ένα κάψιμο, άν ήμουν δεκατρία χρονών θα έβαζα σκουλαρίκι στη γλώσσα και θα έγλυφα μόνη τις ρώγες μου, απο 'κείνο το βράδυ που άφησα ένα  αγόρι να το κάνει, συνέχεια το σκέφτομαι, αλλά όχι δεν τρυπάω τίποτα πια, φτάνει με τις τρύπες. Σιχαίνομαι τις παγκόσμιες μέρες κάτι, θέλω μια παγκόσμια μέρα δική μου, έχω να πιω σωστό καφέ περίπου δύο μήνες τώρα, δε μπορώ να τον πετύχω έγώ η μεγάλη μαστόρισσα δε μπορώ να πετύχω τον καφέ μου, δε μπορώ να πετύχω ούτε τον εαυτό μου, κρύβω το παραπεμπτικό, τι φοβάσαι χαζή πήγαινε να κάνεις αυτά που πρέπει, εκείνη την κυριακή που περνούσα την πύλη του παπαγεωργίου είχε ήλιο πολύ, ήταν σα να έμπαινα σε λούνα παρκ, δεντράκια ανοιξιάτικα παντού, πασχαλιές κι εκείνα τα άλλα με το μωβ σκούρο χρώμα δεν ξέρω τ' όνομά τους, τίποτα δε μπορούσε να σε κάνει να σκεφτείς πως μέσα στο κτήριο  είχε παντού αίματα και βρωμιές και πόνους, φοβάμαι πως αν πω οτι το αριστερό μου καλάμι πονάει ακόμα δε θα με πιστέψει κανείς, τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει τόσο πολύ που όταν λούζομαι νομίζω πως κάτι περπατάει στον κώλο μου και τινάζομαι και μετά γλιστράω όπως γλίστρησα προχθές σα χαζή, είναι οι στιγμές που θέλεις να 'χεις κάποιον κοντά σου να γελάσετε μαζί. Ναι οι μόνες στιγμές που θα 'θελα κάποιον είναι οι γελοίες στιγμές, αυτές πρέπει να τις μοιράζεσαι, ναι νοιώθω μόνη όταν μου συμβαίνουν γελοία πράγματα κι όταν συμβαίνουν σοβαρά τ' απολαμβάνω ολομόναχη ή τα μοιράζομαι με 'κείνους που ξέρουν να μοιράζονται, ένας δύο άνθρωποι που κατάφεραν να σημαίνουν πολλά για μένα που έχω μάθει να μη δίνω σημασία σε ανθρώπους. Κατεβαίνοντας στη δουλειά με το χιλιοπαιγμένο εμπιτρία κάθε φορά να κολλάει στον  sarde, η ίδια διαδρομή κάθε νύχτα, ευτυχώς αλλάζει ανεβαίνοντας, εκείνο το σοβαρό αγόρι μου μιλούσε μέχρι τις 7 το πρωί, μιλούσε πολύ κι έλεγε τόσα λίγα σα να ήξερε να κρύβει όσα δε θέλει, έχει αστείο όνομα, κινείται αργά κι έχει βαριά φωνή, η εμμονή με τις φωνές δε θα φύγει ποτέ από τον εγκέφαλό μου, μιλούσε σα να δυσανασχετεί κι όμως έκατσε μέχρι τις εφτά το πρωί μαζί μου μέσα στο σκοτάδι,μπορεί να κατάλαβε πόσο υπερχάλια ήμουν, πόσο ήθελα να πεθάνω εκείνο το βράδυ κι όταν βγήκαμε έξω είχε φως και πουλάκια κι ανθρώπους που ζούσαν κανονικά την πρωινή ζωή τους κι εγώ τρόμαξα, τρομάζω με τις κανονικές πρωινές ζωές, το αγόρι μιλούσε σα να με μαλώνει,μη φωνάζεις ήθελα να πω, δεν στην πέφτω βλάκα , όχι όχι, είμαι υπερμόνη, αυτό είναι μόνο.Γιατί είναι έτσι οι άνθρωποι, δε μπορείς να τους πλησιάσεις χωρίς να σκεφτούν το χειρότερο. Τί βαρετό. Εκείνο το πρωί γύρισα απο έναν ολότελα άγνωστο δρόμο, θα μπορούσα να έχω χαθεί όμως κατάφερα να βρω το σπίτι. Μοιραζόμαστε το αυτοκίνητο με το μπαμπά, δε μπορεί να ξεπεράσει πως δεν έχει πια το δικό του κι εγώ δε μπορώ να ξεπεράσω οτι μοιράζομαι το δικό μου. Το πρωί εκείνος σπρώχνει το κάθισμα πίσω και ξαπλώνει την πλάτη, ανεβάζει το παπάρι της ζώνης και μετακινεί τον καθρέφτη δεξιά, βάζει ραδιόφωνο ή καζαντζίδη, το βράδυ που μπαίνω εγώ φέρνω το κάθισμα λίγο μπροστά και ισιώνω την πλάτη, κατεβάζω το παπάρι της ζώνης και μετακινώ τον καθρέφτη λίγο αριστερά, βγάζω τον καζαντζίδη και βάζω το εμπιτρία μου, καπνίζω κι αφήνω το τασάκι ανοιχτό κι ο μπαμπάς παραπονιέται που το αυτοκίνητο μυρίζει τσιγάρο, εγώ παραπονιέμαι που έχει γεμίσει το χώρο πίσω με εργαλειοθήκες και χίλιες δυο άχρηστες μαλακίες, έτσι κρυφά παρακολουθούμε ο ένας τη ζωή του άλλου, ο μπαμπάς με τρόμο τη δική μου νυχτερινή ζωή κι εγώ με συμπόνοια κι αγάπη και λίγο τρόμο την πρωινή κανονική δική του. Η μαμά έχει άλλο τρόπο να παρακολουθεί τη νυχτερινή ζωή μου που την τρομάζει. Βρίσκει αφορμές χαζοπαιδικές για να κάνει ερωτήσεις πιο παιδικές ακόμα, το σκυλί εσύ το έβγαλες έξω το πρωί, λές και θα μπορούσε το σκυλί να βγει μόνο του, απαντάω ναι βάζοντας ένα εε μπροστά, ξέρω την επόμενη ερώτηση που γίνεται δήθεν αδιάφορα, συνήθως είναι ααα τόσο αργά ήρθες, προσπαθεί τόσο σκληρά να μη δείξει την αποδκιμασία της αλλά δεν τα καταφέρνει, κανείς δεν καταφέρνει κα κρύψει τίποτα σ' αυτό το σπίτι εκτός απο μένα που τα κρύβω όλα καλά αλλά με τιμωρεί το στομάχι μου και τα ξερνάει μετά στη λεκάνη. Διαβάζω και πονάνε τα μάτια μου, σε λίγο δε θα βλέπω τίποτα, τα ρούχα μου δε στεγνώνουν ποτέ, απλωμένα δυο μέρες τώρα κι ακόμα είναι υγρά, θα μπορούσα να τα φορέσω έτσι σαν το καλοκαιρινό φουστάνι που απο τα 13  μέχρι τα 15  το φορούσα σχεδόν κάθε μέρα, το έπλενα στο χέρι και το φορούσα βρεγμένο κι η μαμά ούρλιαζε, μεγαλώνω κάπως και δε μπορώ τα ουρλιαχτά πια, το ξέρει κι εκείνη κι έχει πάψει να ουρλιάζει. Μόνο εκείνο το ουρλιαχτικό της βλέμμα από πάνω μέχρι κάτω δε μπορεί να πάψει, την κρυφοκοιτάζω πώς με κρυφοκοιτάζει, πιο ουρλιαχτικά δεν έχει. Τη βλέπω κάθε φορά που με κοιτάζει να στεγνώνω τα μαλλιά μου και ξέρω πως θέλει να τα κόψω, τη βλέπω πώς κοιτάζει το φουστάνι μου και ξέρω πως θέλει να βάλω σουτιέν απο μέσα, τη βλέπω να με βλέπει, την κοιτάζω με σ' αγαπω, της χαμογελώ με δενπειράζειπουμεπρήζεις και φεύγει ευχαριστημένη, τόσο πολύ που μου κλείνει και την πόρτα, σημάδι πως δε θα ξανάρθει. Είναι ο τρόπος της να λέει, φέυγω ήσυχη και σ' αφήνω ήσυχη. Μια δυο φορές τη βδομάδα και μας αρκεί. Τις υπόλοιπες η πόρτα μένει ανοιχτή. Ε και, την κλείνω εγώ με δύναμη.