6+10

уπάρχει έστω ένας άνθρωπος που ποτέ δεν έχει  κόψει το χέρι του στην κουζίνα, που δεν του ξέφυγε μια μεγάλη μαλακία και που κάθε φορά που το σκέφτεται μετανοιώνει, που να μην έχει χτυπήσει ένα από τα δάχτυλά του σε μια γωνία ενός επίπλου, που δεν έχει κοπανήσει τον αγκώνα του έτσι ώστε να νοιώσει ρεύμα να τον διαπερνά, που να μην έχει νοιώσει ντροπή για τους ήχους που κάνει στην τουαλέτα, που να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι πανεύκολο και να μη μπορεί με τίποτα, που να μην έχει κάψει τη γλώσσα του, να μην έχει δαγκώσει το ούλο του, μικρά, πάνμικρα ακίνδυνα χαζοατυχήματα, πανάθλια, σαχλά κι αμήχανα και γελοία και εκνευριστικά που για έναν ανεξήγητο λόγο είναι αδύνατο να μη συμβούν έστω μία φορά στη ζωή κάθε ανθρώπου κι αυτό είναι η ζωντανή απόδειξη οτι όλοι είμαστε ίδιοι, παθαίνουμε τα ίδια, ναι μερικοί πιό άτυχοι παθαίνουμε κι άλλα, δεν έχω όμως όρεξη τώρα να πω τέτοια, άλλο με καίει, δεν υπάρχει κανείς  που να μην έχει βιώσει προμνησία, ναι ναι προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που το έπαθα, πόσο τρομακτικό ήταν, ήμουν έξω από το σπίτι της γιαγιάς και είχα ξεκινήσει σχεδόν ν' ανεβαίνω τη σκάλα με φαγητό στο χέρι και τότε η γιαγιά με φώναξε πάλι να γυρίσω να πάρω και κάτι ακόμα, είπε τρία ονόματα μέχρι να πετύχει το δικό μου κι εγώ έμεινα εκεί τρομαγμένη και κατασίγουρη πως αυτό το έχω ξαναζήσει έτσι ακριβώς, ολόιδια ολο-ολόιδια, κι από τότε υπήρξαν πολλές φορές που το έπαθα, όπως πολλές φορές έκοψα το δάχτυλό μου στην κουζίνα, όπως πολλές φορές χτύπησα το πόδι μου, όπως σήμερα που καταέγδαρα τη γάμπα μου στη γωνία του καναπέ δολοφόνου και μάτωσε και τσούζει αλλά δε γκρινιάζω, τσούζουν τα μάτια μου από τη νύστα, σέρνομαι όλη μέρα, ναι η δευτέρα φταίει, είναι ιδανική για να σέρνεσαι, ένα μικρό τόσο δα άνοιγμα στο κοτετσόσυρμα και πάει ο μαϊντανός, ένα μικρό άνοιγμα στο εγκεφαλόσυρμα και πάει το μυαλό μου, πέρασα ώρες να σκέφτομαι, να κοιτάζω την κουρτίνα, οι πάνμικρες τρίχες της κουβέρτας ακουμπάνε τη γδαρμένη μου γάμπα και τσούζει κι άλλο, είπα δε θα γκρινιάξω, καθάριζα τα καλοριφέρ, θυμήθηκα το μαλάκα ιδιοκτήτη τότε στην άνω πόλη πώς τον έλεγαν πώς τον έλεγαν, σκέφτομαι δεκατρία ονόματα πριν το πετύχω χειρότερη κι από τη γιαγιά, κυριάκο τον έλεγαν ναι, ήρθε να κάνει εξαέρωση στα καλοριφέρ, χοντροκώλης και κρυφοφασίστας, έριχνε κάτι λιγουροματιές στα πόδια μου, το καλοριφέρ έκανε φφφφφφσσσσσσ και μετά έτρεχε μάυρο νερό κλείστο μαλάκα εξαέρωση το λένε οχι εξανέρωση, πόσο μαλάκας είσαι γαμώ τον πρησμένο λαιμό σου, ανέπνεε λίγο κι απ τη μύτη με θόρυβο ο  κύριος κυριάκος, είχε κι άσχημα δάχτυλα, φτάνει κύριε κυριάκο αφού τρέχει νερό κλείστε το διακόπτη τώρα, πρέπει να βγεί άσπρο νερό απαντάει, τι λές ρε μαλάκα γαμώ την κωλοχαράδρα σου, δε βάλαμε φίλτρο άνθρακα, καλοριφέρ είναι πανίβλακα ανίδεο γίδι τράβα γαμήσου, και την πολυουρεθάνη ανάποδα την κρατάμε ρε  βλάκα βλάκα, δέκα λεπτά σε κάθε καλοριφέρ επί πέντε που είχε στο σπίτι νααα μια ώρα ο μαλάκας μπαστακωμένος, όταν εγώ έκανα εξαέρωση μαλάκα δημόσιε υπάλληλε σκατοπασόκε εσύ ήσουν στο σπίτι της μάνας σου περιμένοντας το σιχαμενοπαράγοντα να σε βολέψει, τα καλοριφέρ τελείωσαν, η γυναίκα του μόλις είχε γεννήσει ένα άτυχο πλάσμα κι είχε γραφτεί σε όλα τα μπεμπέ πράγματα του κόσμου, έτσι για δύο χρόνια περίπου που έμενα εκεί έβρισκα μέσα στο γραμματοκιβώτιο διαφημηστικά για πάνες, πιπίλες, παιδικά ρουχαλάκια, και μέρα παρά μέρα τηλέφωνο ο κύριος κυριάκος, και δίπλα κολλητά στο διαμέρισμα ο κουμπάρος του κυρίου κυριάκου, στρατιωτικός με γυναίκα σούζα και γιό που δεν μπορούσε να πει το -σ και το έλεγε σαν -χ, γιατί τους θυμήθηκα αυτούς; γιατί θυμήθηκα μια άρρωστη κατακαημένη οικογένεια. Τα δυό χρόνια περίπου που έζησα εκεί, είχε βαρύ χειμώνα, πολύ βαρύ, χιόνιζε ναι το θυμάμαι, θυμάμαι να προσπαθώ να σώσω ένα φυτό και να το πηγαίνω σε όλο το σπίτι, όπου είχε φως και ζέστη, πουθενά δεν είχε ζέστη τότε, ήταν δυοχιλιάδεςτρία νομίζω ή δύο δε θυμάμαι καλά, ο άλλος μου εαυτός μπορεί να θυμάται, εκείνη που ζούσε τότε ναι εκείνη είχε καλή μνήμη εγώ μπααα, θυμάμαι πως δεν υπήρχε κρεβάτι στο σπίτι, ξάπλωνα στο στρώμα που ακουμπούσε στο πάτωμα, αυνανιζόμουν τις νύχτες, έχυνα και δίπλα ο στρατιωτικός έβριζε το παιδί του, θυμάμαι τη διαδρομή για τη δουλειά το πρωί και τους πόνους στην κοιλιά, θυμάμαι ένα πρωί πέμπτης να ξυπνάω για τη δουλειά κι όλα να είναι λευκά, να μη μπορώ να βγω από το σπίτι, θυμάμαι να επιστρέφω μέσα στο σπίτι ξανά με τη χαρά του σκασιαρχείου, να ετοιμάζω καφέ ήσυχο άχρονο ακαταπίεστο τεμπέλικο να πλυμμηρίζομαι από χαρά που θα τον πίνω για όσο θέλω, που όλη μέρα δε χρειάζεται να βγω από το σπίτι, κατέστρωνα σχέδια, ήξερα από το πρωί πόσες φορές θα χύσω, πόση ώρα θα διαβάσω, είχα πλάνο που δεν έχει σημασία αν το τηρούσα, δε με ένοιαζε να το τηρήσω, δε με ένοιαζε τίποτα τότε, ναι η κοιλιά μόνο, αυτή μόνο, πάντα αυτή θα με νοιάζει, με λίγα χιόνια η πέμπτη είχε γίνει κυριακή, η κοιλιά πονάει και τις κυριακές, psos* καλύτερα απο psas  ναι καλύτερα πολύ καλύτερα, τουλάχιστον χύνω όσο θέλω, ολημερίς βλακείες, σήμερα η δευτέρα έμοιαζε με 'κείνη την πέμπτη ναι η δευτέρα έντεκα νοεμβρίου  δυοχιλιάδεςδεκατρία έμοιαζε με μια πέμπτη νοεμβρίου δυοχιλιάδεςτρία ή δύο αλλά εγώ δεν έμοιαζα καθόλου μ' αυτό που ήμουν τότε, δέκα χρόνια ναι δέκα αααα πώς ακούγεται, δέκα χρόνια, ανατριχιαστικό ναι ακόμη και σε μένα που δε με νοιάζει ο χρόνος, λέω συνέχεια ναι ναι, είμαι βαρετή ναι, ναι καταφατικό ναι ερωτηματικό, αν έπρεπε να γράψω μια ιστορία με πολλή αγάπη μέσα θα ξεκινούσε με ένα κορίτσι να περπατάει μέσα στο κρύο δίπλα σ' ένα αγόρι,  να μη μιλάνε πολύ γιατί δε θέλουν και δεν ξέρουν εε και δεν τους νοιάζει ναι, τότε ένα κορίτσι νούμερο δύο  θα προσπερνούσε βιαστικά τραγουδώντας και το κορίτσι νούμερο ένα θα έλεγε στο αγόρι βρες μου ένα τέτοιο φουστάνι και θα σ' αγαπώ πάντα και το αγόρι θα ξεκινούσε να ψάχνει παντού να βρει ένα τέτοιο φουστάνι, είναι μια πράξη αγάπης αυτή ναι, για τα δικά μου κριτήρια είναι μια συγκινητική πράξη, ασήμαντη εντελώς, μόνο τα ασήμαντα με δένουν με τους ανθρώπους, κι αν πρέπει να γράψω μια δικιά μου ιστορία αγάπης τότε θα με θυμηθώ ξαπλωμένη στο μισητό σπίτι απέναντι από το πάρκο, γυμνή με ανοιχτά πόδια αποκαμωμένη απο το πολύ σεξ  με ένα γυμνό αγόρι δίπλα μου, να κοιτάμε την πόρτα και να βλέπουμε ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι να είναι κολλημένο εκεί, ένα μικροσκοπικό ξύλινο πραγματάκι, τί είναι αυτό ρώτησα, ο πίκος μου απάντησε, δώσε μου τον πίκο και θα σε αγαπώ πάντα και το αγόρι σηκώθηκε και μου τον έδωσε, τον έβαλε στο χέρι μου, μια μέρα ο πίκος  εξαφανίστηκε, προσπάθησα να φτιάξω έναν ίδιο, δε μπόρεσα, είναι δευτέρα άστοχη μέρα για συγκινητικές ιστορίες, ήπια στο σπίτι, είχα καιρό να πιω στο σπίτι τόσο πολύ, τσούζουν τα μάτια μου, καθάρισα το δωμάτιο, έγλειψα μέχρι και τους τοίχους και τώρα κάθομαι και καπνίζω, χαζή χαζή ξεχαζέψου και κοιμήσου, θα ξεχαζέψω και θα κοιμηθω ναι;

*ps: pcos μωρη αγράμματη, άχρηστη σαν τα απο κάτω σου 

ps2: πλημμυρίζομαι μωρή αγράμματη τιποτένια