يخنى

фυσικά ξέρω τί σημαίνουν πολλές λέξεις, όχι τίποτα δεν είμαστε σωστό είναι αυτό,σωστά όλα που μας κάνουν να νοιώθουμε το τίποτα, κάθε στιγμή είναι έτοιμη να μας γελοιοποιήσει όλους, στη δουλειά είμαι μία άλλη αχώνευτη πάλι αλλά πιό κοινωνική και πιό ψεύτρα, λέω σε όλους ψέματα γιατί αυτό τους αξίζει, δε με πειράζει το ψέμα, η αγάπη μερικές φορές με πειράζει πιό πολύ, μα ότι και να κάνω ξέρω ν' αγαπάω κι αυτό δεν αλλάζει, σαν το ποδήλατο και το κολύμπι και το γαμήσι, τα πόδια μου είναι παγωμένα, στο κρεβάτι ζεσταίνονται, τα ίδια και τα ίδια, ποιός ανακάλυψε πρώτος τις κάλτσες, πόσο είχαν παγώσει τα πόδια του, τα δόντια μου είναι πεντακάθαρα, κάτασπρα και δεν πονάνε ποτέ, μερικές φορές την ώρα που πλένω τα πιάτα και τρίβω δυνατά, τα σφίγγω και όχι ούτε τότε πονάνε και τότε εκεί μέσα στην αφηρημάδα του πλυσίματος σκέφτομαι πράγματα όπως κι όταν μαγειρεύω κι όταν είμαι σκυμμένη στις γωνίες με την ηλεκτρική σκούπα που ποτέ δε χρησιμοποιώ το κοντάρι της, τότε ναι τότε οι καλύτερες ιδέες περνάνε από το κεφάλι μου, τρέξε λέω να σημειώσεις αυτό που σκέφτηκες, ήταν ωραίο, σχεδόν ποτέ δε φτάνω μέχρι τα μολύβια κι αν καμιά φορά τελικά τα φτάσω και τα πιάσω στα χέρια μου τότε μου φαίνεται τόσο μάταιο, χαζό σχεδόν μέχρι και ντροπιαστικό. Άλλες φορές πάλι σε μια τέτοια στιγμή που οι σκέψεις με βρίσκουν απασχολημένη και πετάγονται και θέλουν να κάνουν εντύπωση και με πρήζουν γράψε μας και γράψε μας, σκάστε λέω με μια σχετική ηρεμία, κι εκείνες επιμένουν και μου δίνουν λίγο χρόνο και μου λένε, ναα αύριο που θα έχεις χρόνο να καθήσεις να μας γράψεις και το αύριο έρχεται και κάθομαι κι αισθάνομαι πως δεν έχει κανένα νόημα να γράψω τίποτα αφού κατάφερα να το σκεφτώ. Το σκέφτηκες λέω, το ένοιωσες χαζή, θα 'πρεπε να σου αρκεί και μου αρκεί αλλά μετά λέω πως αν σκεφτόταν έτσι ο димитрий και δεν έγραφε τίποτα τι θα γινόταν. Τίποτα δε θα γινόταν τίποτα, hello everybody and do not despair, στο μπάρεντς τα κύματα θα είναι τέσσερα και πέντε μέτρα και βάλε όσο θέλεις, δεν αλλάζει τίποτα κατάλαβες γι' αυτό όλοι είμαστε τίποτα κι η μαμά ασχολείται με όλα τα τίποτα και κάθε μέρα ρωτάει τι φαΐ να φτιάξει, δεν ξέρω της λέω δεν ξέρω μα ξέρω πως αυτό της κάνει κακό, η μαμά θέλει να λέμε όλη μέρα για φαγητά, καμιά φορά της προτείνω πράγματα, αααα ακούει με ενδιαφέρον και τελικά κάνει το δικό της βρίσκοντας μια χαζούτσικη δικαιολογία, η ασφάλεια και η σιγουριά που χρειάζεται η μαμά με συγκινεί γι' αυτό ποτέ δε γκρινιάζω. Ο μπαμπάς έχει μια δουλειά στο κέντρο αύριο και το σκέφτεται μέρες τώρα, του φαίνεται πιό δύσκολο να πάει εκεί παρά να πάει με τα πόδια στο παπανικολάου, του  λέω θα πάμε μαζί ναι; ναι ναι απαντάει, λάμπουν τα μάτια του, δε μου το ζήτησε ευθέως μα ξέρω πως αυτό θέλει, κάθε φορά που μου μιλάει με αυτήν τη χαρακτηριστική του απόγνωση δε μπορώ να μην τον βοηθήσω, του λέω όμως πως καλό θα ήταν να το έκανε μόνος του κι εκείνος στην ιδέα πως θα πάρω πίσω την υπόσχεσή μου ταράζεται κι η απόγνωσή του πάλι πετάγεται ντάξει μπαμπά ντάξει θα σε πάω σου είπα και τέλος, έλα ν' αλλάξουμε θέμα μπαμπά, έλα να πούμε τα οικονομικά μας, να θάψουμε όσους δε χωνεύουμε, μετά να γελάσουμε όλοι μαζί σαν οικογένεια με τη μαμά να κοιτάει το μπαμπά με χαρά κάθε φορά που γελάει λες και δεν πιστεύει πως ο άντρας της μπορεί να γελάσει, κι εκεί μέσα στα γέλια να βρίσκει ευκαιρία κάθε φορά που είμαι  κι εγώ  μπροστά να του πει όσα δεν του λέει κι εκείνος πάλι επειδή είμαι εγώ μπροστά να παραδέχεται πράγματα που ποτέ δε θα παραδεχόταν, η σχέση τους κολλάει επάνω μου, ζουν μέσα απο μένα, λένε όσα πρέπει να πουν ο ένας στον άλλο μόνο όταν είμαι μπροστά γιατί κάθε φορά παίρνω μέρος στη συζήτηση και είμαι δίκαιη και με τους δυό κι εκείνοι δε μπορούν να το αποχωριστούν αυτό, ο μπαμπάς φεύγει πάντα πρώτος, η μαμά μένει να πούμε δυο τρία πραματάκια ακόμα και πριν φύγει πάντα επαναφέρει το θέμα του φαγητού, μετά πηγαίνει στον καταψύκτη κι αναλόγως τί έχουμε πει την ακούω να ψαχουλεύει μέσα από την αποθήκη, θα φτιάξω γιαχνή της λέω μ' αρέσει πολύ, κι εμένα μου λέει θα φάω κι εγώ και δε φτιάχνω ποτέ γιατί πειράζει τον μπαμπά, φεύγει και την επόμενη έρχεται με τάπερ, τα τάπερ της μαμάς δεν έχουν ποτέ τα σωστά καπάκια,το ντουλάπι της μαμάς έχει περίπου διακόσσια καπάκια απο τάπερ αλλά δεν ταιριάζει κανένα. Όταν έρχεται να τα πάρει άδεια, συνήθως δεν παίρνει καπάκι, κι ίσως τελικά όλα τα σωστά καπάκια να βρίσκονται στο δικό μου ντουλάπι, κι ίσως τελικά αυτό να είναι όλο το μυστικό της ισορροπίας  μας. Η μαμά θα ταξιδέψει μόνη με το αεροπλάνο για πρώτη φορά, θέλω να της στείλω όλα τα  air crash investigation  να τα δεί, φοβάμαι πως θα είναι χειρότερα έτσι,προβάρει από τώρα  τα πράγματα που θα πάρει μαζί της, τα βάζει στη βαλιτσούλα της , αν μπορούσε θα έβαζε μέσα τάπερ με καπάκια και φαγητά να πάει στην άλλη κόρη της, αν μπορούσε θα της πήγαινε κιλά παγωμένου κρέατος κι ευτυχώς η ryan έχει φροντίσει για όλ' αυτά και  είμαι σίγουρη οτι η  ryan  έχει περιορισμό στο μέγεθος της βαλίτσας και στο βάρος αυτής γιατί τις μαμάδες θα είχε στο μυαλό της, αλλιώς θα έπεφταν όλα τ' αεροπλάνα λόγω βάρους και τα συντρίμια θα ήταν γεμάτα κρέατα, μουσακάδες, κάλτσες, βρασμένα χόρτα και φέτα κι ελαιόλαδα, ναι αυτές σκέφτηκε η  ryan, όλες τις μαμάδες που φεύγουν στα λονδίνα στα παιδιά τους με ελλάδα μέσα στις βαλιτσούλες τους, μαμάδες όλων των λαών απογειωθείτε, οι μπαμπάδες μένουν πίσω να δουλέψουν  κι οι μαμάδες ανησυχούν για τους άντρες τους έτσι κι η μαμά κι ευτυχώς στη δική μας οικογένεια υπάρχει και κόρη που μένει πίσω με τον μπαμπά κι έτσι εγώ θα φροντίζω να τρώει καλά ο μπαμπάς μην ανησυχείς μαμά μαγειρεύω καλύτερα απο σένα, αυτό φυσικά δε θα το παραδεχτεί ποτέ ο μπαμπάς ακόμα κι αν είμαι εγώ μπροστά, θα αναλάβω ολοκληρωτικά και το ζαϊράκι το οποίο έτσι κι αλλιώς κάνει σα θεόμουρλο όταν επιστρέφω, δε φταίω, ό,τι και να κάνω πάντα τα σκυλιά θα είναι πιό όμορφα από ανθρώπους, πάντα θα τ' αγαπώ περισσότερο, είναι που δεν τα βαριέμαι και για μένα όλο το μυστικό είναι να μη βαριέμαι, το πιό σημαντικό μου είναι, κι όσο κι αν ξέρω με ακρίβεια τι θα κάνει μόλις της ανοίξω την πόρτα, μόλις ξυπνήσω, μόλις ξυπνήσει, μόλις με δει να τρώω, μόλις με δει να φεύγω, δε βαριέμαι, δε θα βαρεθώ ποτέ, γιατί ό,τι και να γίνει ξέρω πως θα κουνάει την ουρά της μέχρι να σπάσει, προσπαθώ να θυμηθώ αν έκανε κάποιος άλλος έτσι όταν μ' έβλεπε ναι θυμάμαι φυσικά θυμάμαι, εκείνο το αγόρι απο μακρυά έκανε έτσι και πετούσε και με φιλούσε με όποιο φιλί είχε εφευρεθεί ή έβρισκε καινούργια και με γέμιζε και μ' έπαιρνε αγκαλιά και δε μ' άφηνε να οδηγήσω με την ησυχία μου κι εγώ αναρωτιόμουν πώς γίνεται να είναι τόσο χαρούμενο όταν με βλέπει και να γράφει τόσο θλιμμένα πράγματα, δε θυμάμαι να του έκανα ποτέ αυτή την ερώτηση, σημασία έχει πως αυτό το πέρα δώθε σε όλες τις χώρες μας εξάντλησε, φτάνει με το παρελθόν με κούρασα, φτάνει με τ' αγόρια, φτάνει με τη μαμά, φτάνει με τα σκυλιά, φτάνει με όλα μωρή φτάνει σκάσε κάποτε, πνίξτα όλα στο βυθό της θάλασσας του μπάρεντς  μαζί με το курск κι  όποτε βάλεις μυαλό ανάσυρέ τα και κήδεψέ τα. Τρέξε τώρα στο γιαχνή γιατί οι πατάτες κόλλησαν, μάθε και στη μαμά κανένα αγγλικό να λέει, ναα μια απλή φράση,  hello everybody and do not despair.