-14/09:00-03" 12"

'συχη είμαι. Κι η γειτονιά, πολύ. Δεν κατάφερα να κοιμηθώ νωρίς όπως ήθελα. Δεν κατάφερα να μη φοβάμαι όπως ήθελα. Αν ερωτευτήκαμε το χρωστάμε σε 'σένα, αν τελικά σ' έστειλα στο διάστημα για 'κείνο το διάστημα πάλι σε 'σένα. Τα υπόλοιπα τα ήσυχα σε 'μένα. Σήμερα δε γιόρταζα και πώς να γιορτάζω, ήταν όλα σαν Κυριακή, η ερημιά, τα σνίτσζςελ της μαμάς, το τραπέζι στο πάνω σπίτι στη φωτεινή κουζίνα της μαμάς που τώρα τελευταία η κουρτίνα είναι πιό 'κει, ο θόρυβος από τον παλιό γερμανικό ανεμιστήρα της γιαγιάς που πλέον δουλεύει μόνο αν πατήσεις το 3 και μόλις πάρει για τα καλά τότε μπορείς να τον χαμηλώσεις στο 1, εκείνον που ένα βράδυ πήρα πλαστικό και τον έβαψα γιατί δεν άντεχα που ήταν χρώμα ξεθωρί με μπλέ κουμπιά, όχι δεν ήταν όλα μπλε, το νούμερο ένα ήταν γαλάζιο, το δύο λίγο πιό σκούρο και το τρία τίγκα μπλε, ε το μηδέν άσπρο φυσικά. Τον έβαψα, έκανα σχέδια στα πτερύγιά του και τότε έκανα ένα από τα πιό αψυχολόγητα πράγματα που έχω κάνει ποτέ. Τον άναψα για να στεγνώσει πιό γρήγορα, κι ένοιωσα μωβ και κίτρινες πιτσιλιές πάνω μου, πάνω στα ρούχα μου, στα ντουλάπια, τον έσβησα κι άρχισα να γελάω με τη νηπιακή μου σκέψη, δεν κράτησε πολύ γιατί γρήγογρα τρόμαξα, μα τί μπορεί να σκεφτόμουν, μάλλον θα έπαθα εγκεφαλικό, αυτή την εξήγηση έδωσα, ναι στιγμιαίο εγκεφαλικό, που έμοιαζε με το άλλο τότε που έβαλα το τηλέφωνο στα 220βόλτ κι έβγαλε φωτιές. Έπλυνα δύο φορές πιάτα. Μία στη μαμά, κατσαρόλες, τάπερ, τηγάνι, πιάτα, ποτήρια, πηρούνια, τα έπλυνα πρόχειρα, ίδρωσε ο λαιμός μου. Η δική μου κουζίνα είναι σκοτεινή, κι έχει μόνιμα κουνούπια που μένουν εκεί.Δεν έρχονται στο υπόλοιπο σπίτι. Δεν ήταν πολλά τα δικά μου άπλυτα, το πρωινό μπώλ με το γάλα και τα μάυρα μέσα, δυο τρία ποτήρια του καφέ  μαζί με του Πέτρου, και δύο τρία για νερό, το πιάτο με τη ρίγανη και το ελαιόλαδο, τα έπλυνα πιό προσεκτικά από της μαμάς όσο τα κουνούπια γαμούσαν το πίσω από τα γόνατά μου, κόλλησα να κοιτάζω εκείνο το σημείο που ο πάγκος ενώνεται με το πλακάκι, έχει αρμοκάλυπτρο κι όσο καλά κι αν εφαρμόζει, το νερό βρίσκει τρόπο και περνάει και σιγά σιγά αρχίζει να μαυρίζει το σημείο. Έτσι κάπως είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, όσο κι αν έχουν ερωτοαγαπηθεί, έχουν ένα σημείο που μπάζει, δεν ξέρω τί μπάζει αλλά ό,τι κι αν είναι βρίσκει τρόπο και περνάει και μαυρίζει σιγά σιγά κι αυτό. Υπάρχουν εκείνοι που καθαρίζουν το μαύρο που φαίνεται και συνεχίζουν κανονικά προσέχοντας να μη ρίξουν πολλά νερά προς τα 'κει, υπάρχουν κι οι άλλοι που ξηλώνουν το αρμοκάλυπτρο να δουν πόσο πολύ μαύρισε το καθαρίζουν όλο καλά με χλωρίνη, μερικοί βάζουν και αντιμουχλική σιλικόνη και μετά τοποθετούν καινούργιο. Ανήκω στους άλλους. Το πόσο μπορούν να με τρομάξουν οι άνθρωποι μάλλον δε λέγεται. Και να λέγεται, δεν το λέω. Όχι τώρα, όχι εδώ, όχι έτσι.