ℳῶ

дε με πιάνεις, δε σε πιάνω, κανείς δεν πιάνει κανέναν κι ας θέλουν όλοι από κάπου να πιαστούν, μπαμπά μη σκοτώσεις κανέναν κι έχουμε άλλα, ξέρω τί παθαίνεις αλλά μη σκοτώσεις, μη σκοτώσεις, μείνε σ' αυτή τη δικιά σου φυλακή, μη θέλεις να πας σε άλλη. Χαζό χρώμα το πράσινο κι αυτοί που το φοράνε δεν ανθίζουν ποτέ. Έχω οικογένεια με μπαμπά και μαμά και λίγο αδερφή, ο καθένας με αγαπάει όπως μπορεί κι έμαθε, εγώ δυσκολεύτηκα αρκετά αλλά τώρα τους καταλαβαίνω όλους πιό πολύ απ' όσο τους αγαπάω κι αυτό με κάνει να τους αγαπάω κι άλλο κι άλλο. Το αίμα που φεύγει, φεύγει και δε γυρίζει, τόσους μήνες περιμένω να στάξουν τα αίματα, στάζουν και φέρνουν ζαλάδες και λιποθυμίες, μικρά κοριτσάκια ανάμεσα σε κούκλες, φτωχά από γονείς, λιγότερο φτωχά από λεφτά, ξέρουν να μετράνε τα ευρώ, λένε θα λιποθυμήσω, κι εγώ θα λιποθυμήσω απόψε στην κανίβαλη νύχτα που με περιμένει να ανοίξω το στόμα μου, καταπίνω και λίγο τσούζει, λες να σηκώνομαι στον ύπνο μου και να τρώω αγκάθια; Από τη μέση και κάτω δε νοιώθω πολλά, πόνους μόνο κανονικούς, νυστάζω, από τη μέση και πάνω κάτισανπόνους, κι απο πάνω νυστάζω, είσαι πανωραία μου λέει ένα κορίτσι με άλλα μαλλιά απο μένα, της λέω και κατωραία, ο ψηλός με το μουστάκι λέει τα δικά του, πίνει τον καφέ μου, πιές μήπως μάθεις να λες αλήθεια. Αν λέω κι εγώ ψέμματα; φυσικά και με μεγάλη χάρη, ξύπνησα νωρίς χαρούμενη κι όλα είναι τόσο καλά, η θερμοκρασία τέλεια, η πίεσή μου μπορεί και να είναι πιό ψηλή κι απ' το μάτσου πίτσου και περιμένω με ανυπομονησία το βράδυ να παώ στην αγαπημένη μου δουλειά στην οποία πάντα περνάω τόσο ωραία και δε θέλω να φύγω να συναντήσω ανθηρούς ανθρώπους με πράσινα.

ωχ ορθογραφικό λάθος: πιάνο ήθελα να πω