56

Ανέβηκα στο μεγάλο κρεβάτι, κάθησα ήσυχη, πέρασε η μισή μέρα να πιάνω τα χέρια μου κοιτώντας σεισμούς στην ιαπωνία, τα τσουνάμια πήγαιναν κι έρχονταν στα μάτια μου, η μαμά πάθαινε εγκεφαλικά το ένα μετά το άλλο από τη στεναχώρια, περίμενα ανθρώπους με πράσινα ή άσπρα να έρθουν να μου πουν τί να κάνω, τι δεν πρέπει να κάνω. Έμπαινε ένας ήλιος που μετέτρεπε το γαλάζιο του νοσοκομειότοιχου σε πράσινο νοσοκομειότοιχου. Πρώτη φορά παρατήρησα εκείνη την ξύλινη, καλοτριμμένη και λουστραρισμένη σανίδα κατα μήκος όλου του τοίχου. Δύο πόντοι φάρδος και μήκος περίπου 13 η 14 όσο μπορούσα να καταλάβω με το σεισμικό μάτι. Χρώμα ροζ. Ροζ σε νοσοκομείο, σα φάρσα. Μόνο εκεί κοίταζε το αριστερό μου μάτι. Η γιατρός έχει μπούκλες κακάσχημα δόντια, έρχεται για λίγο και με ρωτάει αυτά που πρέπει να μάθει. Τα σημειώνει σε μα καρτέλα. Ξέρω σε ποιές ερωτήσεις θα κάνει σχόλια. Ηλικία, κιλά, έπάγγελμα, σε αυτά κοντοστέκεται σα θείτσα, βγάλτε τη ροζ σανίδα απο 'κει, κάνει τις γυναίκες να νομίζουν οτι είναι στα χόντος ντε. Τόση ώρα σου αραδιάζω ένα ηφαίστειο φάρμακα μωρή κι εσύ κολλάς στις μαλακίες, καμία εντύπωση δε σου κάνει που σε αυτή την ηλικία που αχ δε σου φαίνεται έχω πάρει όλα αυτά; έχω πάθει όλα αυτά; που έχω πυρετό 40; Φεύγει η ασχημοδοντού, συνεχίζω να πιάνω τα χέρια μου, κάνω σχέδια με το ένα χέρι πάνω στο άλλο πιέζοντας τα νύχια μου, μετά προσπαθώ να κάνω ακριβώς το ίδιο σχέδιο και στο άλλο χέρι, ώσπου να το πετύχω τα σημάδια στο πρώτο χέρι έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται, τα ξανακάνω απο πάνω προσεκτικά σαν όπως προσπαθείς να χώσεις το πόδι σου μέσα σε μια πατημασιά στο χιόνι. Περνάνε ώρες έτσι, αυτοσημαδεύομαι, θέλω να καπνίσω, έρχεται ένας συγγενής της διπλανής που δήθεν ενδιαφέρεται και για μένα. Με κοιτάει σα λιγούρης, παρόλαυτά του ζητάω να με βοηθήσει να σηκωθώ, με βοηθάει πάω έξω, είμαι σε έναν όροφο που δε θυμάμαι, αλλά βλέπω ένα ξερό βουνό απέναντι, κάτω μου αστραφτερές οροφές αυτοκινήτων, κόκκινες γαλάζιες μαύρες κι ασημί, φυσάει σαν μάρτιος περίπου, πονηρός αέρας κουνιστός, περνάει κάτω από τα υφάσματα, δροσερός μπορεί και λίγο κρύος όταν δεν έχει ήλιο, οι ρώγες αρχίζουν σιγά σιγά να εμποδίζουν το ύφασμα πρώτα η μία μετά η άλλη, ρουφάω καπνό, τον βγάζω κι ο αέρας δεν τον αφήνει να πάει μακρυά, τον σκορπάει εδώ κι εκεί κοντά στο πρόσωπό μου, τον στέλνει κοντά στα μάγουλά μου, λίγο και μέσα στη μύτη μου. Η πόρτα του μπαλκονιού ανοίγει ο λιγούρης βγαίνει με ύφος δήθεν συμπονετικό και γεμάτο ενδιαφέρον, τα μάτια του καρφώνονται στις ρώγες μου που είναι πιο ήρεμες τώρα, τί μανία οι πεινασμένοι να νομίζουν οτι όποτε μια ρώγα είναι σκληρή  σημαίνει πως είναι και καβλωμένη. Αρχίζει τις ερωτήσεις κι αυτός, δεν κρατάει καρτέλα και δε σημειώνει, ύστερα μου λέει για τη διπλανή μου χωρίς να τον ρωτήσω. Χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό, εμείς κάναμε κάποιες εξετάσεις θα μείνουμε πέντε μέρες, με πιάνει αναγούλα, μπαίνω μέσα, ξαπλώνω, έρχεται μια άλλη με παίρνει, πάμε στον αξονικό τομογράφο, θα πονέσει λέω; όχι λέει, πάμε για υπέρηχο μετά, δεν πονάει αυτό, μόνο που είναι κρύο και σκοτεινό, θα κάνει πάλι τις ρώγες να τσιτώνουν, έχεις φάει; όχι λέω, αυτός που μου κάνει τον υπέρηχο έχει ωραίες παλάμες και ωραίο δεξί αυτί, παίρνει ένα μάτσο χαρτιά με σκουπίζει, ύστερα μου δίνει κι άλλα να σκουπιστώ μόνη μου. Επιστρέφω στο δωμάτιο, ο λιγούρης έχει κολλήσει στην τηλεόραση. Ποιός σκέφτηκε να βάλει τηλεόραση σε νοσοκομείο; μη φας μην πιεις, δεν τρώω δεν πίνω κι ύστερα συγνώμη φάε και πιες, την επόμενη μέρα μη φας μην πιείς, δεν τρώω δεν πίνω κι ύστερα τα ίδια. Πλησιάζω στο τζάμι. Έχω να με κοιτάξω σε καθρέφτη τρεις μέρες, δεν μπορώ να φανταστώ πώς μοιάζω. Και ξαφνικά κοιτάω το είδωλό μου και να είμαι το είδωλό μου και είμαι απίστευτα όμορφη, πώς γίνεται να είμαι τόσο όμορφη; έχω να λουστώ τρεις μέρες, να φάω, να πάρω αέρα, πώς είμαι τόσο όμορφη μέσα σε τόση ασφυξία; είμαι ασύλληπτα όμορφη ίσως και η πιο όμορφη του κόσμου. Γιατροί είστε πολύ τυχεροί που θα με αναισθητοποιήσετε και θα έχετε την ευκαιρία να με κοιτάζετε ξαπλωμένη για τρεις ώρες. Πόσο θέλω να ξυπνήσω να βλέπω τί μου κάνουν, πόσο θέλω να τα μάθω να τα κάνω όλα μόνη στον εαυτό μου όπως μπορώ να βγάλω ένα αγκάθι από το δάχτυλό μου. Μια φωνή έρχεται απο το πουθενά επαναλβάνοντας το όνομά μου πάλι και πάλι και πάλι και πάλι. Δεν αναγνωρίζω αυτό το επίσημό όνομα. Έπρεπε να έχω πει πως κανείς δε με φωνάζει έτσι, πώς να το ξέρει η κυρία που με ξυπνάει και με ρωτάει είσαι μαζί μας; είσαι μαζί μας;; θέλω να της πω όσο είσαι κι εσύ μαζί μου, όσο μπορεί να είναι κάποιος μαζί με κάποιον άλλο. Ξυπνάω κι έξω από το χειρουργείο αναγωνρίζω εκείνους που ξέρουν να με ξυπνήσουν με το όνομά μου, αναγνωρίζω το ανήσυχο κι ανακουφισμένο τους ύφος, το 'χω ξαναδεί έξω απο άλλα χειρουγργεία. Θέλω να κοιμηθώ κι άλλο κι άλλο, είμαι γυμνή, εξαντλημένη, πονάω αλλά δεν το δείχνω, βαριέμαι να δείχνω οτι πονάω, είναι κουραστικό και για μένα αλλά κυρίως βαριέμαι τα βλέματα ανησυχίας. Κοιμάμαι και το πρωί που με κοιτάω είμαι ακόμα πιο όμορφη, ανεξάνλτητα όμορφη. Αγγίζω το πρόσωπό μου, τα χείλια μου είναι τόσο στεγνά, είμαι λίγο κίτρινη, η κοιλιά μου πάντα απαλή, τα γόνατά μου καίνε απο μέσα, η πλάτη μου είναι τόσο ωραία, όλα είναι τόσο ωραία, βγήκαν αυτά που έπρεπε να βγουν απο μέσα μου, που τα πετάνε αυτά;;; που πάνε τα όργανα που βγαίνουν; ένα εικοσιτετράωρο υπομονή και μετά θα καπνίσω πάλι χωρίς κανέναν λιγουριάρη δίπλα μου. Κοιμάμαι αλλά κι όταν δεν κοιμάμαι κάνω πώς κοιμάμαι. Θέλω να αποφύγω τα βλέματα ανησυχίας, περιέργειας και να το βλέμα του λιγούρη που προσπαθεί να δει δήθεν με ενδιαφέρον κάθε φορά που μια νοσοκόμα μπαίνει να με πασπατέψει κάπου, χαζέ τί θέλεις να δεις; θες μουνί; ορίστε σου ανοίγω τα πόδια και κοίτα όσο θέλεις. θες ρώγα; να πάρε. Πόσο πιο άρρωστος είσαι  απο μένα! Πόσο θεραπεία δεν έχει αυτό που έχεις. Εγώ σε δυο μέρες θα είμαι καλά κι εσύ θα τριγυρνάς παντού για λίγο ροζ κρέας ρώγας και μουνιού. Θέλω να γυρίσω σπίτι στα χρωματιστά σεντόνια. Αυτά τα λευκά είναι ανιαρά, η ιαπωνία ακόμα κουνιέται, τα τσουνάμια μπαινοβγαίνουν, ο λιγούρης τον παίζει και μετά ανάβει marlboro, οι γάζες μου γίνονται κόκκινες συνέχεια, πρέπει να με βγάλετε απο 'δω μέσα γιατί σε λίγο θα γίνω τόσο όμορφη που θα σας τυφλώσω. Δώστε και τρεις σακούλες μικρά στρογγυλά πράματα για κατάποση να προσθέσω στο αρρωστογραφικό μου να έχω να λέω στις επόμενες ξεδοντιάρες μπούκλες που θα ρωτάνε.

Πάλι εδώ