1673900

Κοιμόμαστε το ένα τρίτο της ζωής μας λέει. Κι αν  βγάλεις τον ύπνο τότε, βγάλεις και την παιδική ηλικία που δεν έχουμε μνήμη ή συνείδηση, αν βγάλεις, το βήχα, το χέσιμο, το κατούρημα, το φαΐ, το ξύσιμο, το μπάνιο, το κόψιμο των νυχιών, το πλύσιμο των δοντιών και άλλες τέτοιες καθημερινές μαλακίες που τρώνε δευτερόλεπτα από τις ζωές μας τί μένει για να είσαι ευτυχισμένος ε; Για μερικούς απο μας ειδικά που μέσα σε αυτά προσθέτουμε νοσοκομεία, πόνους, κατάποση χρωματιστών δισκίων, αλύπητη κατανάλωση φαρμάκων τί μένει; Πόσες ώρες μένουν να γαμηθούμε χωρίς άγχος; βγάλε και δουλειά, συναναστροφή με ηλίθιους, μετακινήσεις απο ασήμαντα μέρη σε ασήμαντα μέρη. Βγάλε και τα κωλοκαλοκαίρια με τα κιτς τοπία γαλάζιας θάλασσας και σκατοήλιου που σε λιώνουν κι αποκλείεται να μπορείς να γαμηθείς. Δεν μπορώ να υπολογίσω με ακρίβεια αλλά σίγουρα ο καιρός που απομένει να φροντίσει κάποιος όλα εκείνα που θέλει είναι λίγος. Αλύπητα λίγος. Και για ανθρώπους σαν εμένα που έμαθαν να ξοδεύουν μεγάλο μέρος της μέρας θυμωμένοι ο χρόνος είναι ακόμα πιο λίγος.Το τελευταίο σπίτι το αγάπησα όσο κι αν σιχαίνομαι τις μετακομίσεις. Μπορεί να ήταν ο τοίχος της Λισαβόνας, ο άλλος ο γκρι, το πάρκο δίπλα, οι τρελλοί γύρω-γύρω,  το ασανσέρ,  ο Ευαγγελισμός  μέσα στα πόδια μου, εσύ μέσα στα πόδια μου, όλα μέσα στα πόδια μου κι εγώ σε λίγο καιρό και για λίγο καιρό πάλι μέσα στα πόδια της μαμάς. Η μαμά με θέλει στα πόδια της, πάντα με ήθελε. Έστω γι' αυτούς τους λίγους μήνες θα χαίρεται που θα κατασκοπεύει τί ώρα κοιμήθηκα πόσους καφέδες ήπια, τί έφαγα, πόσο έφαγα, τί φόρεσα, ποιό χαλί έστρωσα, άν έφαγα όλα τα φρούτα που έφερε. Κι ο μπαμπάς να ασχολείται με τα άλλα, το σπίτι εδώ θέλει στοκάρισμα, το καλοριφέρ θέλει εξαέρωση, το αμάξι πού το πάρκαρες; Ναι μου λείπει ο μπαμπάς και η μαμά αλλά δεν ξέρω αν τους αντέχω. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται να μην αντέχεις τους ανθρώπους που λατρεύεις, ύστερα απαντάω μόνη μου, το να λατρέυεις είναι που δεν αντέχεται τελικά.  Στην Κυψέλη τις Κυριακές , οι μετανάστες τις κάνουν να μοιάζουν με χωριό. Μυρίζω τα φαγητά τους απο το παράθυρο του μπάνιου, ακούω τις απίστευτες μουσικές τους σαν την προχθεσινή Κυριακή που έμεινα 10 λεπτά στο μπάνιο μέσα στο κρύο με το παράθυρο ανοιχτό να ακούω εκείνη τη μουσική. Καθαρίζω το ταβάνι του μπάνιου με χλωρίνη να φύγει το μαυροπράσινο μουχλόχρωμα. Μετά απο μερικές βδομάδες ξαναβγαίνει κι εγώ σκέφτομαι πως δεν μπορώ να σκοτώσω αυτο το πράσινο τέρας αν δεν ανάψω το καλοριφέρ. Κυρία Κική αυτό είναι το τελευταίο ενοίκιο που εισπράττεις, συγνώμη ήταν πολύ όμορφο το σπίτι σου αλλά θα το δώσεις στον ψηλό μεσίτη να στο ξανανοικιάσει ναι; Κι εγώ αν ξανάρθω ποτέ στην Αθήνα, θα ρθω να μείνω εδω στο υπόσχομαι. Έχω τις αμφιβολίες όλων των ανθρώπων που αφήνουν τόπους και φεύγουν. Δε μ' αρέσουν οι αμφιβολίες. Είναι ανάπηρες, σε κάνουν σαν ανάπηρο, σε κάνουν να ξεκινάς να σκέφτεσαι και να μην μπορείς να καταλήξεις. Δε μ' αρέσουν οι αποφάσεις που παίρνονται με το υπέρ-κατά. Μ' αρέσουν οι άλλες οι γεμάτες ενθουσιασμό οι σίγουρες. Μ' αρέσουν εκείνες οι αυτόθέλωκιαυτόκάνω που τις πιο πολλές φορές βγαίνουν μια μαλακία αλλά μένει η χαρά της αρχής για μένα που κρίνω εκ της πρόθεσης όποτε με συμφέρει. Πήγα στον οαεδ να δείξω οτι είμαι ένα καημένο κορίτσι που χρειάζεται τα 360 για να ζήσει. Όποτε μπαίνω μέσα σε τέτοια μέρη φοβάμαι τους άλλους. Ξέρω ποιές κινήσεις πρέπει να κάνω για να μην τους δημιουργήσω ανασφάλεια. Πρέπει να πάρω το σωστό χαρτάκι και να περιμένω σε σωστή απόσταση από το ταμείο που θα εξυπηρετηθώ. Τους τρομάζει να πλησιάζεις πριν την ώρα σου. Δεν θέλω να τους τρομάξω. Όχι επειδή τους συμπονώ. Τους βαριέμαι. Δε με νοιάζουν οι προσωπικές τους ιστορίες. Ούτε τα βάσανά τους. Ούτε εκείνους τους νοιάζω. Δε με θυμώνει αυτό. Καθόλου δε με θυμώνει. Κάθομαι επίτηδες μακρυά από τα ταμεία, τους κοιτάζω. Εϊναι άσχημοι. Εξωπραγματικά άσχημοι. Γενικεύω τη σκέψη μου και προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα όμορφο άνθρωπο. Ύστερα αγχώνομαι, βγαίνω έξω και καθρεφτίζομαι στη τζαμαρία του οαεδ. Βλέπω το πρόσωπό μου ανάμεσα σε ανακοινώσεις για επιδόματα, δουλειές, δικαιούχους, προσπαθώ να με δω. Με βλέπω. Εϊμαι όμορφη και ζεστή. Δεν τους μοιάζω. Όσο δεν έχω άγχος να πλησιάσω στο ταμείο, όσο δεν ανησυχώ μη μου πάρει κανείς τη σειρά, όσο δεν παρακολουθώ τον κάθε καινούργιο που μπαίνει μέσα θα είμαι όμορφη. Και ζεστή. Με το παραμικρό μπορούν να γίνουν όλα μπάχαλο εκει μέσα. Αν κάποιος κάνει ένα βήμα παραπάνω, αν κάποιος τολμήσει να κάνει μια άσχετη ερώτηση εκτός σειράς θα γίνει χαμός εκει μέσα. Κι αν τολμήσει να μπει καμια έγκυος τότε όλοι κάνουν αυτό που πρέπει μεν, αλλά απο μέσα τους την καταριούνται. Όχι δεν είμαι έτσι, είμαι όμορφη ακόμα. Δε βιάζομαι για τις βλακείες. Μόνο για ότι μ' αρέσει βιάζομαι. Έρχεται η σειρά μου, περπατάω αργά προς το ταμείο, νευριάζω τους πισινούς μου, τους κάνω να απορούν, γιατί δε βιάζεται αυτή η μαλακισμένη; Παίρνω μια άχρηστη υπογραφή που μου εξασφαλίζει τα επόμενα 360 που χρειάζομαι για να ζήσω, να φάω, να πιω, να νοιώθω να γαμιέμαι. Ακούω ένα ψιλό μπινελίκι από την υπάλληλο που στάθηκα σε αυτή την ουρά γιατί θα έπρεπε να στέκομαι σε άλλη καλύτερα, της λέω ευγενικά πως την άλλη φορά μου είπαν να στέκομαι εδώ, όχι δε σας είπαν ετσι μου λέει. Θέλω να σκύψω σε κείνο το ημικύκλιο άνοιγμα που έχει το τζαμάκι να της πω , αν δεν τον παίρνεις όσο πρέπει και σου χρειάζεται δε σου φταίω εγώ, θέλω να ξεσπάσω την ασχήμια όλων πάνω της, κρατιέμαι, δε θέλω να γίνω άσχημη κι εγώ. Τη γράφω στ' αρχίδια μου, λέω ααα καλά συγνώμη, κάνω τη χαζή, μ' αρέσει να κάνω τη χαζή. Είναι ακαταμάχητη η χαζομάρα, λέω κι ευχαριστώ μέσα στην καλή χαρά, την  εκνευρίζω , τη νοιώθω να νευριάζεται, την αφήνω να ξεσπάσει τα νεύρα της στον επόμενο άσχημο που δεν τον ενδιαφέρει να είναι άσχημος, που δεν θα τρέξει να βρει τζάμι να καθρεφτιστεί, ούτε αυτήν τη νοιάζει κι ας έχει μια τζαμάρα τεράστια μπροστά της για οχτώ ώρες. Παίρνω την ομορφιά μου και τη ζέστη μου και φεύγω, τους αφήνω εκει μέσα παγωμένους, παραλίγο να πατήσω σκατά. Δεν τα πάτάω. Τα αφήνω και  αυτά για τους άσχημους. Τον άλλο μήνα πάλι.