64

Σε μερικές μέρες θα είμαι δέκα μήνες ψηλότερη και εφτακόσιεςκάτι ώρες εξυπνότερη. Ροχαλίζεις τόσο δυνατά σα να μην κοιμάσαι. Μου 'ρχεται αηδία από τον τόσο καλό καιρό που κάνει και αν οι άνθρωποι ξέραμε πόσο ίδιοι είμαστε θα τρομάζαμε. Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ίδιοι κι εγώ λίγα μπόρεσα να αλλάξω όλα αυτα τα χρόνια. Με αγαπάω που κατάφερα το πιο δύσκολο. Να μην παραμυθιάζω τον εαυτό μου. Ζω μέσα σε ένα σκληρό παραμύθι που δεν το νοιάζει να έχει τέλος. Κάποιος κάποτε φρόντισε με τον πιο φρικτό και δειλό τρόπο να με κάνει να πάψω να σκέφτομαι το μέλλον. Τον μισώ για πάντα αλλά τον ευχαριστώ. Είμαστε τόσο αδύναμοι αγάπη μου. Τόσο μικροσκοπικοί μπροστά σε όσα νιώθουμε. Ερωτευτήκαμε ανεπανόρθωτα κι από τότε αυτός ο έρωτας μας προσπερνάει διαρκώς. Μένουμε πίσω να κοιτάμε τη σκόνη του. Σιχαίνομαι αυτό το σώμα το μισό. Που την πιο κρίσιμη στιγμή με προδίδει. Σιχάθηκα τους πόνους πια κι ήμουν και λίγο μεθυσμένη κι ο ύπνος αυτός με ταλαιπώρησε. Ξύπνα να μου πεις αν είδες πάλι αεροπλάνο στον ύπνο σου. Να 'ρθω να σε φιλήσω τώρα που κοιμάσαι; Θα αλλάξω το όνειρο αν σε φιλήσω; Και τον κόσμο; Θα τον αλλάξω αν τον φιλήσω; Δεν έχω καμία απαίτηση να γίνω αυτό που κάποτε ονειρευόμουν. Αλλά δεν αντέχω να είμαι αυτό που πάντα σιχαινόμουν. Δειλή. Ναι αυτό απεχθάνομαι στους ανθρώπους πιο πολύ. Τη δειλία που τα περιλαμβάνει όλα. Τα ψέμματα, την έπαρση, το μέχρι εξαντλήσεως φτιασίδωμα. Έχω δυο χέρια και θέλω να μάθω να τα χρησιμοποιώ σαν χέρια. Αγαπάω όλο αυτό που σε περιβάλλει όταν μένεις γυμνός από δικαιολογίες και χτες το βράδυ ήθελα να σε γλέιψω γιατί τότε η γλώσσα μου μόνο βρίσκει όλες τις κατάλληλες λέξεις να σου πει. Νιώθω τον έρωτά να με κατασπαράζει μουδιαστικά κι έτσι ζούσα πάντα, μέσα στην υπερβολή, σαν δέκα χρονών πάντα πάντα. Είμαι τόσο παιδί και είμαι η μαμά μου και πρέπει να με ταΐσω με όλα εκείνα που μου υποσχέθηκα για να μη μου σπάσω τ' αρχίδια με τη γκρίνια μου. Μου υποσχέθηκα μια ζωή υγρή, με αλήθεια και τόλμη και αφοσίωση κι αγάπη και απεριόριστη καύλα και δεν αντέχω όταν με ξεχνάω μέσα σε φοβισμένα συρτάρια, δεν αντέχω όταν αυτοχτυπιέμαι σαν χταπόδι. Θέλω απεγνωσμένα εκείνες τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια που όλο γελούσαν. Λατρεύω που αυτό που είσαι φαίνεται. Μισώ που επιμένεις να το κρύβεις. Λατρεύω που παρατήρείς πάνω μου πράγματα που εγώ δεν τα έχω παρατηρήσει. Που πρώτος είδες οτι όταν μιλάω κουνιέται όλο μου το πρόσωπο, που έχω εκατόνσαρανταχίλιεςεφτιακόσσιες φωνές, που φουσκώνω τα χείλια μου όταν νυστάζω. Που μαθαίνω μαζί σου πως έχω κι άλλα χρώματα. Λατρεύω που επιτέλους απεξαρτήθηκα από το λίστεριν και που νευριάζεις γιατί όποτε πίνω νερό λαχανιάζω, που δε μ' αφήνεις να καθήσω στον καναπέ χωρίς βρακί. Είσαι ο ένας μου. Ο μόνος μου. Που όταν σκιζόμαστε, μετά έχεις ενέργεια να σκάψεις δέκα έβερεστ. Που παίζουμε τάβλι και βρίζω χριστούς παναγίες κοπανιέμαι κι εσύ μου λές να ηρεμήσω γιατί είναι παιχνίδι. Όμως εγώ δεν ηρεμώ ποτέ. Με τίποτα. Δε θέλω, δε θέλω. Δε θέλω να είμαι δημόσιος υπάλληλος στη ζωή μου. Δεν είναι αγγαρεία. Είναι η καύλα μου κι όταν πρέπει να γράψω μια λέξη που τονίζεται στο -υ όπως η καύλα πάντα μπερδεύομαι και νευριάζω με όλους τους ανθρώπους που κολλάνε σε λέξεις, σε εκφράσεις και σιχάίνομαι την έκφραση "δεν το συζητώ" και σιχαίνομαι τα συνηρημένα ρήματα και λατρεύω τις περισπωμένες αγκαλιές μας που καθόμαστε λίγο στο πλάι και δε βολεύει καλά να αγκαλιαστούμε και τεντωνόμαστε και με τραβάει η πλάτη μου και νιώθω το αυχενικό σου πάνω στη σπονδυλική μου στήλη και να γαμηθεί όλο το σύμπαν άν γελάμε. Ξύπνα να φάμε τα ψάρια που έψησα κι άσε τους άλλους να ψάχνουν φλουριά μέσα σε βασιλόπιτες και πριγκηπόπιτες και σκατά στα μούτρα όλων εκείνων που προτιμούν τη ζωή τους μαγνητοσκοπημένη. Αυτοί θα είναι πάντα κυνικά νεκροί. Αν γίνω ποτέ έτσι σε παρακαλώ πυροβόλησέ με με τρισσεκατομμύρια σφαίρες να πεθάνουν ακαριάια όλα μου τα κύτταρα. Μέχρι τότε ας ψάχνω τί σκατά είναι η ζωή κι η πραγματικότητα κι ας σε αγαπήσω εννιά τρισσεκατομμύριαχίλιαεφτά ιμαλάια. Έτσι κι αλλιώς δεν ξέρω να φτιάχνω βασιλόπιτα για να ψάχνω φλουριά.