0000000000000000
ΡεΦατεΤαΣκατάΜουΛογιστέςΤηςΖωήςΛογαριάστεΛογαριάστεΚλέψτεΖωέςΆλλωνΖήστεΜέσαΤουςΚλέψτεΤηΣΚέψηΤουςΤηΓραφήΤουςΤουςΠόνουςΤουςΝα'χετεΚαιΣειςΝαΠονατεΚλέψτεΑισθητικήΜιμηθείτεΜιμηθέιτεΠολύΜεΤρόποΚιΎστεραΔικαιολογηθείτεΚάντεΤοΈντεχναΝαΜηΣαςΚαταλάβουνΖήστεΤρώγονταςΣκουλήκιαΠιείτεΖεστόΤσάιΚαιΜιαΚουβέρτα.ΟληΗΖωήΣαςΑυτά.ΓέροιΤηςΆνοιξης.ΕίστεΛογιστές.ΣαςΣιχαίνομαι
ΜεΕξοργίζετεΘυμώνομαιΔεκαπεντεδισσεκατομμυριαχιλιατριαιμαλάιαΝεύρα.ΕίστεΕναΣκατόΠουΔενΘαΤοΠατήσειΠοτέΚανείςΖήστεΓιαΝαΣαςΒλέπουνΓαμηθείτεΓιαΝαΧετεΝαΤοΛέτεΣτουςΧειροτέρουςΣαςΦάτεΠλαστικάΚαιΠιείτεΚοκακόλεςΑντίΓιαΝερόΛυπηθείτεΤουςΑρρώστουςΤουςΆσχημουςΤουςΑνάπηρουςΚαιΤουςΧοντρούςΛυπηθείτεΌσουςΕίναιΤόσοΌμορφοιΑπόΜέσαΔεΣαςΠαίζωΔεΣαςΠαίζωΕίστεΚουκίδεςΛογιστέςΑγαπώΤουςΦλογιστέςΘαΤουςΜαζέψωΌλουςΣεΈναΒουνόΘαΧύσουμεΜιαΟμορφιάΣπέρμαΚαιΥγρήΖωήΚαιΘαΣαςΠνίξει.ΚουράδεςΜέσαΣεΣπέρμαΕίστεΕίμαιΤόσοΕυτυχισμένηΤόσοΤόσο...
2551
Είναι μεσημέρι και κάνω ακροβατικά μέσα στο σπίτι. Έχω κλειστεί μέσα σ' ένα κύβο που μοιάζει ασπρόμαυρος μα είναι χρωματιστός. Τα βράδυα ξυπνάει η κοιλιά μου και μου θυμίζει πως δεν είμαι αθάνατη. Μα δε θέλω να είμαι αθάνατη παλιοκοιλιά κι αν θέλεις να με φοβίσεις εγώ δεν το παίζω αυτό το παιχνίδι. Προτιμώ το αλλο με τα σοκολατάκια που μιλάνε και μετά πάνε για κατούρημα και μετά μπαίνουν στο κεφάλι του ποιητή μου και μετά κρεμιούνται στον τοίχο με τα σκουλαρίκια μου και μετά χώνονται κατω από τις πέτρες και μετά πίσω από το λεξικό και σε περίμενα να έρθεις. Σε περίμενα και το στομάχι μου έκανε καλλιτεχνικό πατινάζ και πάλι σε περιμένω και αυτή τη φορά θα κάνει και άλμα επί κοντώ. Ξύπνησα με μια μεγάλη πληγή από μαχαίρι στην παλάμη μου και δε θυμάμαι πού και πώς την έκανα. Το ραντεβού μας την επόμενη φορά θα είναι στον καναπέ μου ναι; Θα φοράω μια κουβέρτα που είναι μόνο για τους γάμους και τις δεξιώσεις και θα σου αλλάζω τις λέξεις για να με δαγκώνεις. Θα αλλάζω όσες απέμειναν γιατί μου τις έχεις απαγάγει όλες και δεν έχω άλλες να σου πω όλα αυτά που θέλω. Με φτώχεψες. Θα'ρθεις και θα λιώνομαι, θα χύνεις εκατόν εβδομήντα τέσσερα εκατομμύρια χιλιάδες διακόσσια ιμαλάια ποτάμια και μετά θα μένουμε να σπαρταράμε χωρίς ρυθμό, άχαρα σαν πλάσματα που ζουν μέσα στη φωτιά και ξαφνικά τα βάζουν με το ζόρι στο ψυγείο. Θα σκηνοθετήσω μια υπερπαραγωγή για σένα. Θα ανεβαίνω και θα κάνω ακροβατικά πάνω σε ένα ξύλινο λάμδα που έχει διάφανη πεταλούδα στον ώμο του. Και μετά και μετά την ώρα που θα περνάει εκείνο το αεροπλάνο από πάνω μας θα πηδήξω ψηλά και θα ακουμπήσω με τα δάχτυλά μου τη σκονισμένη κοιλιά του και θα σώσουμε αυτή τη σκόνη που προσγειώνεται ναι; Όσο σε θέλλω τόσο θυμώνω με τους άλλους που ζουν σ'αυτόν τον πλανήτη που σε λίγο καιρό δεν θα'χει πράσινο χρώμα. Ο δικός μας έχει πολύ πράσινο αλλά δεν είναι δέντρα. Έχει πράσινο ουρανό, κόκκινες κουβέρτες, ριγωτά σεντόνια κι ένα μόνο δέντρο. Ένα στολισμένο με χίλια δυο πράγματα που χρειαζόμουν η δε χρειαζόμουν. Γιατί γράφω; γιατί δε σε φιλάω κατευθείαν αφού όλες οι λέξεις μου εκεί θέλω να καταλήξουν; Θέλω εκείνη τη στιγμή που δε μας βολεύει ο καναπές και πηγαίνουμε στο μέσα δωμάτιο που είναι τετράγωνο όταν είσαι όρθιος κι όταν ξαπλώνεις γίνεται στρογγυλό, εκείνο που ξέρει να ηχομονώνεται μόνο του μη τυχόν και χάσει μισό βογγητό σου. Εκείνο που κρατάει τα μαξιλάρια κοντά κι έρχεται η μαμά και ρωτάει πώς το κάνεις έτσι το κρεβάτι πουλάκι μου; παλεύεις το βράδυ; Όχι μαμά δεν παλέυω. Απλά χύνω και θέλω να πάει παντού όλο το υγρό τέρας που ζει μέσα μου. Ξεκανόνισε τις δουλειές της Δευτέρας χωρίς να μου κάνεις έκπληξη. Πρόσθεση για να δω πόσες ώρες έμειναν μέχρι να'ρθεις, αφαίρεση για να δω τί έχασα μέχρι να σε συναντήσω, διαίρεση για να μοιραστώ μαζί σου τις γιορτές που θα κάνουμε με ζεστά κάστανα και πολλαπλασιασμός για να μετράω πόσο πιό πολύ μπορώ να σε θέλλω. Θα ξεκοκκαλίσουμε όλο το αλκοόλ του σπιτιού και θα φάμε ζεστό παγωτό. Θα σου μαγειρέψω μια τρικυμία και θα πιούμε φρέσκο χώμα. Θα με χύνεις στο πρόσωπο και θα τσούζει το μάτι μου για δυο ώρες μετά. Γι αυτό το σπέρμα σου πετάγεται εκεί. Γιατί θέλει να με κάνει να δω όπως βλέπεις κι εσύ. Τα μυστήρια πλάσματα που ζουν στο σπίτι μου , σου μίλησαν όλα με την πρώτη, δε χρειάστηκε να σας συστήσω, ήξερες τη γλώσσα τους και σε αναγνώρισαν. Έχω δυο διαφορετικούς τρόπους να υπολογίζω τη ζωή μου και δε βαριέμαι ποτέ να παίζω παιχνίδια με τα δόντια. βαριέμαι εκείνους τους άφαντους ανθρώπους που δε χαλαλίζουν λίγο σάλιο για να γλείψουν μα το'χουν μόνο για να καταπίνουν τις υποχρεώσεις τους. Με θυμάμαι μικρή με τέσσερις τσίχλες στο στόμα να πονάει το σαγόνι μου και να μπουκώνομαι κι όταν φεύγει η γέυση της φράουλας να την πετάω έξω και μετά πάλι άλλες τέσσερις κι η μαμά να ξελαρυγγιάζεται, φτάνει πιά με τις τσίχλες. Ναι φτάνει μαμά, όχι επειδή μεγάλωσα αλλά γιατί βρήκα καινούργιες γεύσεις να με συνεπαίρνουν. Κάθομαι στον καναπέ σε κείνη τη γωνία που χτίζουμε το σπίτι μας και μόνο που με κοιτάς τσούζουν οι ρώγες μου και τις αγαπώ που έχουν αυτά τα μικροσκοπικά σημάδια πάνω, τις μικρές γραμμές κι έχουν το δικό τους χρώμα και ποτέ δεν τους ένοιαξε που δεν έχουν το ίδιο με το υπόλοιπο σώμα και μ'αρέσει που συναγωνίζονται καμιά φορά και ζηλεύει η μία την άλλη κι όταν τις τρως και τις δυο τότε γίνονται παλί φίλες και οι τοίχοι στο σπίτι κοντεύουν να γίνουν στίχοι και το πάτωμα ξεπάτωμα κι εγώ χίλιες κι εσύ ένα εκατομμύριο.
419
Πόσες αλήθειες είπατε σήμερα; Ονειρεύτηκα έναν ουρανό με διακόσσια χίλια φωτάκια κι έναν αέρα τριάντατρία κόμμα τρία τρία τρία τρία ανυποφώρ μέσα σε έναν ύπνο είκοσι λεπτών. Δεν κοιμάμαι πολύ κι όλα μου τα όνειρα τα κάνω ξύπνια. Το ονειροπίστολο είναι σφαλισμένο καλά μέσα στον εγκέφαλό μου πια κι αλλοίμονο έχω αρχίσει να μοιάζω σ'αυτό που ήθελα κάποτε να είμαι. Λείπουν κάποια βασικά συστατικά μα τέλειωσαν οι εκπτώσεις και δεν πρόλαβα πάλι ν'αγοράσω ό,τι χρειαζόμουνα. Δυσκολεύομαι όταν πρέπει να τα βγάλω πέρα με 'κεινα τα πλάσματα που αρχίζουν απο -α που λεν πως θρώσκουν. Αρχίδια. Στερητικό είναι το -α μπροστά ή στην καλύτερη υποθετικό το -αν. Ναι, με όλους αυτούς δυσκολεύομαι. Ξεσηκώθηκα χτες για ένα ταξίδι που δε θα γίνει γιατί τώρα που το σκέφτομαι πότε μου 'κατσε κάτι όταν το ήθελα; Σεργιανούσα χτες ξυπόλητη στο σπίτι και τα ξημερώματα φόρεσα κάλτσες με ένα χέρι. Με πήρε ο ύπνος για λίγο και τις έβγαλα μισοκοιμισμένη χωρίς χέρια. Τρίβοντας τα πόδια μονο μεταξύ τους. Ξύπνησα χωρίς να χορτάσω ύπνο και τον πήρα μαζί μου έξω. Τον φορούσα όλο το πρωί. Ακόμα εδώ μαζί μου είναι. Η Δευτέρα αρχίζει με μία άρνηση απο μόνη της. Το -δε που χει μπροστά τη δυσκολεύει να ξεδιπλώσει τί σκέφτεται για μένα μα και γω δεν τη ζορίζω. Δε ρωτάω ποτέ. Εχει πλάκα να έχεις πολλές δουλειές να κάνεις. Δεν έχεις χρόνο να σε σκεφτείς και σε ξεχνάς λίγο. Μ'αρέσει να με ξεχνάω μέσα στη μέρα κι ύστερα να περνάω από ένα καθρέφτη και να φαίνεται η κούραση παντού στο δέρμα. Δεν την κρατάει πολύ ο οργανισμός μου. Την αποβάλλει μόνος του. Βάλε βγάλε την έχω.Γιατρέ γιατί κουράζομαι τόσο έυκολα; Και γιατί ξεκουράζομαι πιό έυκολα; Η μαμά είναι απο'κείνους τους ανθρώπους που τους ζητάς ένα αστέρι και σου φέρνουν ένα σύμπαν. Εσύ τί είσαι; Άν σου ζητήσω ένα ποτήρι νερό θα το γεμίσεις μέχρι πάνω; Θα το ξεχειλίσεις τόσο που να στάζει πάνω μου; Τη νύχτα του πυρετού ονειρεύτηκα πως έβρεξες μια μικρή πετσέτα κι ήρθες και τη στράγγιζες πάνω μου λίγο- λίγο. Γιατί οι γλώσσες έχουν τόσο ζεστή κι όμορφη υφή; Γιατί όταν ακουμπάνε μεταξύ τους ξεχειλίζει η λάβα από τα ηφαίστεια που ζουν μές στα πόδια μας; Γιατί όταν πλένω τα ρούχα μου νιώθω σα να σβήνω την ιστορία μιας καθημερινής μέρας από ένα τετράδιο; Γιατί το βραχιολάκι του Μάρτη είναι άσπρο με κόκκινο; Ποιός το σκέφτηκε; Γιατί δεν έχουν όλοι οι μήνες απο ένα; Γιατί μόνο ο Μάρτης; Κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση κι έτσι δίνω αυτή που θέλω. Είναι ο μήνας που γεννήθηκα και μ' αρέσουν τα βραχιόλια. Είναι υπεραρκετό αυτό για μένα. Η κοιλιά μου πεινάει. Θέλω να'ρθεις να μου μαγειρέψεις ένα φαγητό με διπλά γράμματα, τελείες, λέξεις καθαρές και ποτέ διφορούμενες και σάλιο απο φιλιά. Άσε με ανάσκελα για μισή μέρα να πάρω το σχήμα του κρεβατιού σου. Να μάθει το σώμα μου να βολεύεται εκεί. Είναι δύσκολο να βολευτεί ένα σώμα σε ένα ξένο κρεβάτι. Το ενοχλούν τα σχήματα των προηγούμενων σωμάτων που έχουν ξαπλώσει. Άσε με μισή μέρα. Θα βρω μια στάση τέτοια που ουτε εκείνα θα πονάνε , ούτε'γω. Εσύ να πηγαινοέρχεσαι μόνο να μου χαϊδεύεις την κοιλιά, να κάνεις μια βουτιά με τη γλώσσα σου στον αφαλό μου και να φεύγεις. Τότε θα νιώθω τα άλλα σώματα απο κάτω να δυσανασχετούν μα θα κάνω πως δεν υπάρχουν. Δεν θα υπάρχουν, δεν θα υπάρχουν μέχρι που δεν θα υπάρχουν. Πρέπει να φύγω, κλείδωσε πριν βγεις. Εσύ μείνε λίγο ακόμα κι άφησε μου λίγη μυρωδιά σου πάνω στα ξύλα. Θα γυρίσω να τρίψω την πλάτη μου το βράδυ. Κοίτα να'σαι κάπου κοντά γιατί όταν πρωτομπαίνω σπίτι τρομάζω λίγο με την ησυχία του τίποτα που ζει μέσα. Μετα τη συνηθίζω...μετά τη συνήθισα.
232,2
ΗΕγκατάλειψηΕίναιΜήτηρΚάθεΠαθήσεως
29+3;;;;39,7
Φεύγει ο πυρετός κι εγώ νιώθω τη θλίψη του αποχωρισμού. Τόσο άθλια συναισθηματική γίνομαι καμιά φορά. Η καρδιά μου κάνει ντουπ νταπ κάθε φορά που περιμένει οτι μπορεί να σε περιμένει. Δεν τελείωσα με το πορτοκάλι ακόμα. Μόνο μια βδομάδα πέρασε. Με κοιτάς ακόμα; Το αριστερό μου γόνατο δεν περπατάει. Γιατρέ να περπατάω με το δεξί; Ο αιώνιος αιμάτινος αδερφός μου χτες με εκανε να κλαίω για πάντα αλλά δεν του το είπα. Αα και μου 'μαθε για κείνα τα αγκαθάκια που έχουν τα καινούργια αεροπλάνα. Δε θυμάμαι πώς τα λένε μη φωνάζεις. Βρέχει με θόρυβο. Χύνουν τα σύννεφα κι οι βροντές είναι τα βογγητά τους κι οι αστραπές εκείνοι οι σπασμοί του οργασμού. Ακούω κάθε μέρα αυτή τη μουσική που έχει ένα τρόπο να μας δένει και να μας στριμώχνει και να χωράμε. Τη μουσική με τα 8 γράμματα. Μη χώνεσαι ρε μαμά. Ούτε ν' αγχώνεσαι. Πυρετός είναι. Τρέχει η μαμά, σούπες, χυμούς, χαρτομάντηλα, κουβέρτες, να σου αλλάξω σεντόνια παιδί μου αφού ίδρωσες, ναι μαμά. Η μαμά δε βαριέται ποτέ να πατάει τη ζωή της για μένα. Δε βαριέται να εξαφανίζει τον ελέυθερο τής χρόνο για μένα. Η χαρά της μάμάς να αρρωσταίνω και να την έχω ανάγκη. Μαμά; Γράψε με στ'αρχίδια σου σε παρακαλώ. Θέλω μια φορά να έρθω σπίτι να σε δω αραχτή, να'χεις βάψει τα νύχια σου, να βλέπεις στην τηλεόραση σάχλες, να' χεις τον καφέ σου και τα άθλια μαμαδίστικα τσιγάρα σου και να φυσάς τον καπνό, να τα'χεις όλα γραμμένα ρε μαμά. Να'σαι ξεκούραστη, να μη βιάζεσαι. Να μαγειρέψεις ένα αυγό για όλους. Αλλά η μαμά τρέχει και μαγειρέυει διακόσια χίλια φαγητά,αα τον μπαμπα σου τον πειράζει το ρύζι, και συ μικρή δεν τρως κρέας, μόνο η μεγάλη τρώει τα πάντα, ευτυχώς μαμά η μεγάλη σου η κόρη τρώει τα πάντα και να κάνεις κι ένα γλυκό για τον γαμπρό σου μαμά κι αν δεν πετύχει να κάνεις κι άλλο μαμά. Εσύ μαμά μη ζεις ναι; Εσύ μαμά νομίζεις οτι άμα ζήσεις θα πεθάνουμε οι άλλοι. Ψέμματα κυρία μου, ψέμματα. Εγώ άμα σε δω μια μέρα να ζεις όπως γουστάρεις μόνο για σένα θα σε πιάσω να χορέψουμε. Ναι ναι, ξέρω οτι σ'ευχαριστεί αλλά ρε μαμά δεν έχεις δοκιμάσει και το άλλο. Άσε με να στο δείξω λίγο. Σαν εκείνη τη μέρα που σε πήγα ταξίδι σε κείνο το χωριό θυμάσαι; Και φώναζες κι έλεγες που με πας βρε ανισσόροπο. Όμως μείναμε μέχρι το βράδυ εκεί και προς το τελος είχες αρχίσει να αγχώνεσαι και να ο μπαμπας τί θα φάει; και να το σκυλάκι άραγε το τάισε ο μπαμπάς; αντε καλά πάμε πίσω τώρα. Για πρώτη φορά καλή ήσουν. Είμαι ανάσκελα ξαπλωμένη και το αριστερό χέρι είναι πάνω από το κεφάλι μου. Σε λίγο θα αρχίσει να μουδιάζει. Έλα να γαμηθούμε και γω την ώρα που θα χύνω θα χύσω και λίγο απο τον ιό μου μέσα σου κι αμέσως θ'ανεβάσεις πυρετό για λίγο, μόνο για λίγο. Κι ύστερα την ώρα που θα με χύνεις θα μου δώσεις πάλι όλο τον πυρετο πίσω. Θα τον καταπιώ, θα τον κατουρήσω και θα περάσει. Νευριάζομαι να είσαι το χάπι για όλα. Νευριάζομαι να δέχομαι όλα κείνα που δε θα δεχόμουν ποτέ. Να μπορούσα να σου λέω καληνύχτες τουλάχιστον. Αλλά ξέχασα. Η καληνύχτα έχει λάμδα κι εμείς δεν το λέμε αυτό το γράμμα. Φτάνουν οι σούπες Ξαρρωσταίνω σιγά- σιγά. Η μαμά ξέρει. Έφερε σπανακόρυζο σήμερα, είσαι στην ανάρρωση ακόμα. Τη φαντάζομαι άυριο με κάνενα μπιφτέκι απο'δω μέχρι το χάος να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα με το κλειδί της κι εγώ να χω το κλειδί από μέσα. Κι ύστερα να χτυπάει τικ τικ τικ τικ ηττημένη. Δε θέλω μπιφτέκια ρε μαμά. Ένα μεγάλο πορτοκάλι φέρε, να το ξεφλουδίζω βδομάδες κι εκείνος να κοιτάει. Ουυυυυφφφφφφφφφφ ασφυξία ουλαλούμ.
24
ΗΜονάδαΜέτρησηςΤουΟργασμούΕίναιΤαΒολτΗΜονάδαΜέτρησηςΤου"σκεσκέφτομαι"ΕίναιΤαΜπουμΚιΕγώΣήμεραΈχωΑγκάθια
0
Kαι τώρα; Η άνοιξη θα κοιμάται έξω από το παράθυρό μου κάθε βράδυ; Δε θέλω. Ο άερας πού πήγε; Ο χειμώνας πού θα κοιμάται; Πάω κι έρχομαι και στριφογυρίζομαι πάνω σου. Ανάβω κεριά και περιμένω να μακρύνουν τα μαλλλιά μου. Οι φράουλες πότε βγαίνουν; Αγόρασε μου είκοσι. Η θάλασσα ήταν κρύα σήμερα και η Κυριακή ντρέπεται που δεν είναι η τελευταία μέρα του καθισιού. Κάθε χρόνο είναι ο καημός της. Αυτή τη Δευτέρα με τους χαρταετούς ευχαρίστως την έπνιγε. Το μυρμήγκι μου δε βγήκε σήμερα μα δεν ανησυχώ. Ίσως να 'χει πάει εκδρομή. Έκοψα ένα μικροσκοπικό κομφετί σε σχήμα χαρταετού, το'δεσα με μια τρίχα μου και το άφησα πάνω στο πληκτρολόγιο. Ελπίζω να το δει και να χαρεί. Κι όπως βλέπεις να, αποφεύγω να γράψω για σένα γιατί πάλι δε θα'χω σταματημό. Και τώρα που με κυριάρχησες; Τί να κάνω που κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ σε παίρνω και πετάμε; Έλα να με πάρεις. Δε μ'αρέσουν οι άνθρωποι. Δεν τους καταλαβαίνω, έλα να με πάρεις. Θέλω να σου γράψω όλο τον κόσμο, χρειάζομαι τρία σύμπαντα χαρτί για να το κάνω και πάλι τίποτα δε θα'χω πει. Έλα να με πάρεις. Θα μπαίνουμε στα λούνα παρκ με περισσότερη σοβαρότητα απ' αυτή που έχουν οι άνθρωποι οταν μπαίνουν στις τράπεζες. Έλα να καταργήσουμε τη βιασύνη. Θα σου τραγουδήσω σάχλες, θα φορέσω όλα τα ρούχα μου ένα-ένα και θα με βλέπεις. Ξυπνάω και είσαι μέσα στο αυτί μου. Ψιθυρίζεις, μου μιλάς για σπίρτα και τσεκούρια και φωτιές και μπουμ και μπουμ κι εγώ. Κοιμάμαι και αυνανίζω το μυαλό μου πάνω σου. Χύνω δυνατές σκέψεις με όλα αυτά που θέλω να σου πω, να σου κάνω.Όταν ανατριχιάζουμε το δέρμα μας έχει οργασμό; Να σου πω ένα μυστικό; Εκείνη τη νύχτα που στριμωχτήκαμε στα σκοτεινά και μου ψιθύριζες θυμάσαι; Το δέρμα μου έχυσε χίλιες φορές. Σαν παράλυση με απογείωση μαζί. Το σπίρτο δεν το φοβάμαι , θα το φορέσω σκουλαρίκι κι όταν δεν θα μπορώ να σε ακούω να μου ψιθυρίζεις θα το ανάβω. Θα καίω το αυτί μου να μην ακούει τίποτα. Κι αν δεν είχε τόσο σκοτάδι και σ' έβλεπα θα έχυναν κι οι βλεφαρίδες μου. Έχω μικρά μάτια. Φταίει η καταγωγή μου. Κατάγομαι από μικρόκοσμο. Πήγα στη θάλασσα. Είχα ραντεβού με έναν αχινό. Μου μιλάνε όλα τα πλάσματα κι εσύ με πιστεύεις έτσι δεν είναι; Ευτυχώς που τελειώνουν οι απόκριες γιατί φοβάμαι μη σε πιάσει καμιά βλακεία και ντυθείς άνθρωπος και τότε θα καταπιώ το σπίρτο-σκουλαρίκι. Γύρισα το απόγευμα από τη θάλασσα. Ρε μαμά πάλι ήρθες σπίτι και το καθάρισες; Είσαι η πιό μαμά του κόσμου ρε μαμά. Το ονοματεπώνυμό σου είναι Μαμά Μαμά κι επάγγελμα μαμά και ύψος μαμά και θρήσκευμα μαμά. Δε σε αντέχω και δεν αντέχω και τον εαυτό μου να σε λατρεύει τόσο. Τρομάζω που η θερμοκρασία μου εξαρτάται από το μικρό κουμπάκι του θερμοστάτη στον τοίχο. Ήθελα να εξαρτάται απο σένα. Απο το δάχτυλό σου. Να το ακουμπάς στον αφαλό μου σα να είναι ο θερμοστάτης μου και να ζεσταίνομαι. Κρυώνω τώρα και θέλω να με κατασπαράξει η ζέστη σου. Το νεφρό ξυπνάει φοβάμαι. Πόσο κοντά μου είσαι; Με πόσα λάμδα θα με φωνάξεις αν με δεις; Η πεταλούδα μου δε σαλεύει σήμερα. Αυτοκτόνησε. Ποιός ήταν στο τηλέφωνο μαμά; με ζήτησε μαρία; είπες οτι δεν είμαι εδώ; αφού δε με λένε μαρία ρε μαμά, αει φτιάξε μου μια σούπα τώρα και σώπα γιατί και σήμερα με ασφυξία θα τη βγάλω μου φαίνεται.

free image hosting