29.3.08
20.3.08
88930
Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Μιλάω με τα ξημερώματα για τα προβλήματά τους. Αγαπάω τους ανθρώπους για κείνους και μόνο. Κι αυτές τις μέρες και πιό πολύ τις νύχτες που το ρέυμα κλείνει τα μάτια του, έρχεται καινούργιος ουρανός πάνω από την πόλη. Καινούργιος γεμάτος αστέρια, κι αυτές τις μέρες που το αίμα μου τρέχει μέσα μου με φόρα, η μήτρα μου μου κλείνει το μάτι. Της το κλείνω κι εγώ. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Χαϊδέυω τα πόδια μου, την πλάτη μου, χαϊδεύω το μυαλό μου, το σώμα μου. Του λέω πως τα βάσανά μας τελείωσαν. Οι λάμπες ξεκουράζονται, τα καλώδια τεντώνονται, τα βολτ τεμπελιάζουν και μας δείχνουν τον κώλο τους. Εγώ ανάμεσα στα σκοτάδια και στα φώτα ψάχνω να βρω τί μ'αρέσει καλύτερα. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Κάνω σχέδια για έναν σκοτεινό κόσμο. Να περπατάμε και να αγγίζουμε ανθρώπους, να μας σταματάει κάποιος σε μια γωνία να μας φιλάει άρρωστα κι ύστερα να εξαφανίζεται. Να μας πιάνει ένα άγνωστο χέρι, να πέφτει κάποιος πάνω μας να κλαίει δυνατά, να μας λέει την ιστορία της ζωής του κι ύστερα να χάνεται κι αυτός. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Χαζεύω τα βιβλία μου που βάζουν στοιχήματα για το ποιό θα προτιμήσω. Εγώ τις νύχτες δε διαβάζω πριν κοιμηθώ. Πίνω τσάι και ποτέ δεν προλαβαίνω να το τελειώσω πριν κρυώσει. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Θυμάμαι τις νύχτες που θα' ρθουν και νιώθω τις τρίχες μου ν'ασπρίζουν. Τις βλέπω να κοιτάζονται στον καθρέφτη λυπημένες. Στέλνω τη μικρή ρυτίδα που κοιμάται δίπλα στο μάτι μου να τους μηνύσει να μη φοβούνται τα χρόνια. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Βάφω τα νύχια μου και ποτέ δεν έχω υπομονή να περιμένω να στεγνώσουν. Το πρωί είναι γεμάτα σημάδια. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Ξεβάφω τα σημαδεμένα νύχια μου για να σημαδέψω πάλι. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Ερωτεύομαι τον ποιητή της Λισαβόνας, τον χωράω όλο μέσα μου. Τον παρακαλάω να πάψει να με ξεχειλίζει με την ομορφιά του. Του λέω την ιστορία μου. Του λέω οτι είμαι πολύ άσχημη για να τον αντέξω. Του λέω οτι ερωτεύομαι τόσο δυνατά που ο έρωτας δε με αντέχει κι όλο ξεγλιστράει. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Ανακαλύπτω ξεχασμένα δαχτυλίδια και τους υπόσχομαι πως την επόμενη νύχτα θα τα φορέσω. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Θυμάμαι τον αριθμό τηλεφώνου του πρώτου μου ανεκπλήρωτου έρωτα απ' έξω. Ένας αριθμός που κοιμάται 16 χρόνια. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Σκέφτομαι τους ανθρώπους σαν εκείνα τα φανάρια που ανάβουν με ηλιακή ενέργεια. Φαντάζομαι μόλις σκοτεινιάζει τα πρόσωπά τους να φωτίζονται. Άλλων λίγο άλλων πολύ. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Σε σκέφτομαι να με γαμάς αλύπητα, να με ερωτεύεσαι σαρκοφαγικά, να μου ξεπλένεις τις σκοτούρες με τα κύτταρά σου, να μου ζωντανεύεις τις αρθώσεις. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Βάζω το δοκιμαστικό στο βλέμμα των ανθρώπων. Αν ανάψει τότε ξέρω πως τους θέλω κοντά μου. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Ζηλεύω εκείνους που βολεύονται σε όλες τις ζωές. Τους μισώ. Εγώ μαζεύω κομμάτια απο το δρόμο και συναρμολογώ τη δική μου ζωή. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Σκαρφαλώνω στην αξιοπρέπειά μου και μετράω το ύψος μου. Πηδάω απότομα και μετράω πόσο άνθρωπος είμαι. Εγώ τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Ανακατεύω τον παλιό μου εαυτο με τον καινούργιο και βγαίνει πάντα το ίδιο. ΕΓΩ. Που τις νύχτες ποτέ δεν κοιμόμουν. Εγώ, που τις νύχτες δεν κοιμάμαι...
8.3.08
25
Είμαι η τσούλα των ονείρων μου. Απατάω το ένα μου όνειρο με άλλο. Τώρα τελευταία ονειρεύομαι συνέχεια. Σηκώνω χειμώνες στην πλάτη μου, ζώνομαι καλοκαίρια, ντύνομαι φθινόπωρο, μόνο η άνοιξη μου περισσεύει. Δεν έχω πού να την βάλω. Έτσι την μπουκώνω με όνειρα. Την αλλάζω. Πάλι αυτό το ασπροκόκκινο βραχιολάκι μου στολίζει τον καρπό. Έτσι με μια σκοτεινή άνοιξη κι ένα Μάρτη να στριφογυρίζει στο χέρι μου προδίδω τα όνειρά μου. Παλέυω με αριθμούς, τους σκοτώνω, το αίμα ανάμεσα στα πόδια μου, μου θυμίζει πως είμαι γυναίκα. Ονειρεύομαι όπως οι άνθρωποι διαλέγουν ποιά ταινία θα δουν. Σα να υπάρχει λίστα στο κεφάλι μου. Διαλέγω, βλέπω λίγο την αρχή κι ύστερα το μετανιώνω. Με ονειρεύομαι σε ταξίδια, σε πλοία, σε μικρό σπιτι δίπλα στη θάλασσα, σε τρένο της ανατολής, σε δωμάτιο της Λισαβόνας. Με βλέπω να ξεπλένω σπανάκι όρθια στον πάγκο της κουζίνας, να ετοιμάζω μια μεγάλη σαλάτα να φάμε. Να'ρχεσαι σιγά από πίσω μου και να σέρνεις το πόδι σου στη γάμπα μου. Να μιλάμε ατέλειωτες ώρες. Να πίνουμε μέχρι να μη νιώθουμε τα σώματά μας. Να μην υπάρχει κανείς εκτός απο μας στο κεφάλι μας. Να φράζουμε τον κόσμο με το “πολύ” μας. Να αντιστεκομαστε παρέα στους νόμους της φύσης. Να μπλέκουμε τα χέρια μας σαν αλυσίδα φωτιστικού. Να κρεμάω στο λαιμό σου όλη την ύπαρξή μου, να την αφήνω εκεί να ταλαντώνεται. Να τη βλέπω απο μακρυά με μάτια βαμμένα. Να βάφω τα χείλη μου με βατόμουρα και να γλείφεις τις μπογιές από πάνω μου. Να ξεχάσω για πάντα πώς είναι να ξυπνάς χωρίς φιλί. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι αν είμαι ευτυχισμένη μέσα σε όλα αυτά τα όνειρα. Δεν είμαι μόνη μου. Είσαι κι εσύ εκεί. Τί κάνεις; Εγώ σε φώναξα; Σου δίνω ρόλους που μπορεί να μη θέλεις να τους παίξεις. Όμως άκου... Άν θέλεις, να ξέρεις οτι σε θέλω για τον πρώτο ρόλο. Έχω άπειρα σενάρια για σένα...Κλείσε τα μάτια. Ανεβαίνω στο μολύβι μου και μπορώ σε μερικά δευτερόλεπτα να είμαι εκεί. Στύψε μου ένα πορτοκάλι. Θα προλάβω να το πιω πριν χάσει τις βιταμίνες του, πριν χάσεις την ομορφιά σου, πριν χάσω την ικανότητά μου να ονειρεύομαι. Πριν μάθω ν'αγαπάω την άνοιξη. Πριν ξεντυθώ τις εποχές που με τρέφουν και μείνω γυμνή με το βραχιολάκι στο χέρι. Δώσε σήμα. Εσένα περιμένω. Εσένα περίμενα. Δες με.



