28.11.07

1229

ΠερίμενέΜε.Έρχομαι.ΣεΜερικέςΏρεςΘαΕίμαιΕκεί

24.11.07

4

Στόλισα μικρές ασημένιες χάντρες στα κοτσιδάκια μου. Με θυμάμαι κομμένη στα δύο, καμμένη, αποκαμωμένη και αποκομμένη από την πραγματικότητα να προσπαθώ να ξεχειλώσω τις αντοχές μου τόσο που να τις ονομάσω εποχές. Είναι στιγμές που νιώθω τόσο μακρυά απο τα μέσα μου που σκέφτομαι οτι πρέπει να τηλεφωνήσω στα εντόσθιά μου για να με βρω. Ξεκινάω να γράψω ένα παραμύθι για μένα..."μια φορά κι εναν καιρό ήμουν μόνη και ξεχνούσα τις ανάσες μου πάνω σε ανθρώπους..." Όχι δεν μπορώ να το συνεχίσω. Δεν θα μπορέσω να βρω τέλος κι έτσι το αφήνω να γράφεται ήσυχα μέσα σε μικρά προσωπικά μου αντικείμενα. Στην οδοντόβουρτσά μου, στις παντόλφες μου, στην πράσινη κούπα για το τσάι. Απο 'κει θα τα διαβάσω όλα μια μέρα. Για να πάρεις πρέπει να ζητήσεις κι εγώ δε θέλω να ζητάω. Είναι όλα δανεικά κι εγώ θέλω να ζητάω μόνο ιδανικά. Δε χρειάζεται να τα γυρίσεις ποτέ πίσω. Κουράστηκα να πρέπει να επιστρέψω αυτά που ένιωσα... Δεν θέλω. Ο,τι ζω θέλω να το κρατάω για μένα. Να το χώνω μέσα στα μπούτια μου μαζί με τις παλάμες μου το βράδυ κάτω από τις κουβέρτες. Να το βάζω ανάμεσα στα δάχτυλά μου να κάνει κρααακ. Να το βουτάω στο πρωινό χαμομήλι. Να το βλέπω να μεγαλώνει και να με αλλάζει. Να σεργιανάει πάνω στο δέρμα μου και να κρύβεται στις άκρες της γλώσσας μου. Να σκληραίνει τις ρώγες μου και να ταξιδεύει τις ίνες μου. Να μακραίνει τα μαλλιά μου και να κάνει κύκλους γύρω από τη μέση μου. Να κρύβεται στο θυμό μου και να ξεπηδάει μέσα από την ηρεμία μου. να σκοτεινιάζει τον ήλιο και να ψηλώνει το βλέμμα μου. Να βραχνιάζει τη φωνή μου και να ενορχηστρώνει τους αναστεναγμούς μου. Αυτό μου πάει. Πάρε ένα φιλί και μη μου το επιστρέψεις ποτέ. Ο,τι σου δίνω στο δίνω για πάντα. Δώσε μου το τίποτά σου. Όμως το θέλω για πάντα. Ίσως κάποτε στο επιστρέψω μόνη μου σαν "κάτι".

23.11.07

28

ΕίτεΥπάρχειςΕίτεΔενΥπάρχειςΕίμαΣκλάβαΣου

Υ.γ:παραφράζοντας τον ποιητή μου

15.11.07

2.28

Γράμμα σε έναν εφιάλτη....
Σου είπα φόρεσε τα μάτια μου να δεις. Τα κράτησες μόνο και τα έπαιξες μέσα στην παλάμη σου. Ξέρω πως αν έβλεπες έστω για μια στιγμή όπως βλέπω εγώ όλα τώρα θα ήταν αλλιώς. Στραμπούληξα τα αυτιά μου για να ακούσω τους ψιθύρους σου. Δώσε μου αυτό το ονειροκατσαβίδι. Θέλω να βιδώσω τα φτερά μου. Ειδικά αυτό από τη μεριά που με φιλούσες έχει λασκάρει. Ήρθε το πέρισυ. Φτάνει μια λίμνη να το φέρει. Λίγο χιόνι μπορεί να σκεπάσει όλα τα χρώματα. Να τα ασπρίσει και να τα παγώσει όλα. Δε μένει τίποτα από κάτω. Πάρε ένα διάφανο χαρτί και ζωγράφισε πάνω ο,τι ζήσαμε. Να μπορείς να το αντιγράψεις κάθε στιγμή. Πρόσεχε τις γωνίες μόνο. Να μην έχουν φως. Είναι σημαντικό. Η κάμπια γίνεται σιγά σιγά πεταλούδα. Η πεταλούδα έγινε πιό απότομα άνθρωπος. Πόνεσε λίγο. Δε χρειάστηκε κατσαβίδι να ξεβιδώσω τα φτερά. Τα τίναξα κι έπεσαν. Φταίει που βίδωσα τα πόδια πρόχειρα μάλλον. Στραβόπιασαν τα πάσα και τώρα στο ξεβίδωμα πονάει πολύ. Σκέφτομαι να τα τραβήξω απότομα. Αν είχα περισσότερη δύναμη θα τα έκοβα με ένα φορτιζόμενο στιγμο-πρίονο αλλά αντί για φορτιζόμενο είναι φορτισμένο και φοβάμαι να τα αχρηστέψω μη τυχόν και τα χρειαστώ πάλι. Όχι. Δεν έχει νόημα. Τα κόβω. Μου λείπει ένα στομάχι κι ένα όργανο ακόμη απροσδιόριστο, χωρίς όνομα. Ξέρω μόνο πως είναι γένους θηλυκού και κρατάει ένα σφυράκι. Φέρτα να τα χώσω σε καμία αποθήκη να σκονιστούν. Δεν τους πάει η γυαλάδα. Μου λείπουν δέκα στιγμές για να συμπληρώσω μια ζήση και 824 βήματα για να συμπληρώσω μια βόλτα. Θα πάω τώρα να ξεκουφάνω ένα δέντρο. Να το σκάσω, να το ποτίσω μέχρι να σαπίσει. Δεν ήθελε κόσμο, μου το'χε πει. Δεν άκουσα.Tώρα τέρμα τα μωβ και τα κόκκινα. Μαύρες και γκρι γραμματοσειρές. Λευκές και παγωμένες οροσειρές. Χωρίς σειρά. Την επόμενη φορά που θα με βαραίνουν οι στιγμές μου και θα προσφερθεί κάποιος να με ξαλαφρώσει θα σιγουρευτώ πρώτα πως έχει άδεια μάτια από δικές του. Θα σιγουρευτώ οτι χωράνε και οι δικές μου. Κι όχι τίποτα αλλα ο,τι δε χωράει στα μάτια, ξεχειλίζει σα δάκρυ και 'γω δεν κάνει να τρώω αλάτι. Ααα εκτός αν μου το ταΐσεις...

7.11.07

21.50

Γεννάς ένα παραμύθι. Κοιμάσαι κι εκείνο γράφεται στον ύπνο σου. Το φτιάχνεις από την αρχή. Βάζεις τίτλους ποτέ υπότιτλους. Κάπως έτσι έζησα κι εγώ. Έφτιαχνα πάντα τον κόσμο όπως ήθελα. Όπως με χωρούσε. Με τα χρώματα που μου πήγαιναν. Το ξεκινούσα κι ύστερα άφηνα την πλοκή να με παρασέρνει. Εσένα σ' αρέσει να ακολουθείς το σενάριο πιστά. Ούτε λέξη παραπάνω. Ούτε ματιά. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να ετοιμάζει πίτες. Να κεντάει. Εκείνη την υπέροχη υπομονή της. Την ηρεμία και την ασφάλεια που μετέδιδε. Πόσο ήρεμη. Πόσο αλύπητα ήρεμη ήσουν γιαγιά. Πόσο δε βαριόσουν. Ετοίμαζε πίτες και κάπου στη μέση Ωχχχ μου λείπει το τάδε υλικό. Κέρματα στη χούφτα μου Πάνε να μου πάρεις αυτό άντε γρήγορα. Ξεκινούσα και σταματούσα στη γωνία. Περίμενα μερικά λεπτά εκεί. Γύριζα πίσω -Δεν είχε γιαγιά. Κι έτσι η γιαγιά έφτιαχνε την πίτα με άλλα υλικά αυτοσχέδια, έλεγε Εεε κι αν βάλω κύμινο τι πειράζει; και χασκογελούσε μονάχη. Ποτέ δεν έφαγα κάτι πιο νόστιμο από τις αυτοσχέδιες πίτες της γιαγιάς. Κι ύστερα τα χρώματα κι οι κλωστές. Ήθελε να βάλει πράσινο στα φύλλα μα της είχε τελειώσει. Βαριόμουν να της αγοράσω. Την έπειθα να φτιάξει τα φύλλα πορτοκαλί. 'Εφτιαχνα μια ζωγραφιά στο λεπτό με πορτοκαλί φύλλα. Κοίτα γιαγιά κι εγώ με πορτοκαλί το ζωγράφισα. Με κοιτούσε πονηρά. Με έλεγε διαόλι κι άρχιζε να κεντάει με πορτοκαλί. Και κείνα τα μαξιλαράκια με τα πορτοκαλί φύλλα πόσο όμορφα με κοίμιζαν. Άκου με μία φορά. Καμιά συνταγή που εκτελέστηκε σωστά δεν πέτυχε. Τα ξέμπαρκα συστατικά είναι αυτά που νοστιμίζουν τη ζωή. Τα ο,τι να 'ναι. Έφτά το πρωί. Κι εγώ ξέρω πως έχω αργήσει πολύ. Η πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε μαζί. Πριν τέσσερις αιώνες έξι μέρες και μερικά λεπτά. Το δωμάτιο μισοσκοτεινό. Χειμωνιάτικο πρωί με κλειστά πατζούρια. Βρήκα κάτι στο πάτωμα και το'χωσα στην τσάντα μου. Ήταν το καλσόν μου. Άνοιξα την πόρτα μέσα στον πανικό μου. Ταυτόχρονα άνοιξε κι η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος από αριστερά. Μια κυρία βγήκε ένα χιλιοστό πριν από μένα. Αν άνοιγα την πόρτα λίγο πιό απότομα θα χτυπούσαμε τα κεφάλια μας. Σήκωσε το βλέμμα της για λιγότερο απο μισό δευτερόλεπτο με κοίταξε κι ύστερα γύρισε με αποστροφή κι άρχισε να περπατάει νευρικά μπροστά μου. (Καλά κάναμε και δε θέλαμε φοιτητές στην πολυκατοικία μας, δε μας έφταναν τα σκυλιά Παρακαλώ να βγάζετε τα σκυλιά σας έξω για την ανάγκη τους κι όχι στην είσοδο της πολυκατοικίας, τώρα θ'αρχίσουν τα αχ και βαχ μέσα στη νύχτα, δεν θα μπορούμε να κοιμηθούμε, και πόσο μάλλον πώς θα ξυπνάμε και... και... ). Κοιτάζω την πλάτη της, τη σκέφτομαι υστερική (Καταπίνετε αέρα δεσποινίς Άλμα)...Κατεβαίνουμε μαζί τις σκάλες. Εκείνη στο σκαλοπάτι 29 εγώ στο 32, θέλω να επιταχύνω να την προλάβω, να της χτυπήσω την πλάτη να της πω: Περιμένετε, θέλω να σας πω τί έγινε απόψε στο διπλανό διαμέρισμα ενώ κοιμόσασταν. Κατεβαίνει γρήγορα , έχει φτάσει στο 22 εγώ στο 25 Περιμένετε σας λέω θέλω να σας μιλήσω. Εκεί μέσα είναι ζεστά, με πήρε αγκαλιά και κοιμηθήκαμε. Είναι όμορφος, έχει τα πιό έξυπνα μάτια στον κόσμο. Με φίλησε πολύ. Τον φίλησα κι εγώ. Μη φεύγετε... Είναι ήδη στο 11 κι εγώ στο 7. Ρίχνει λοξές ματιές , θέλει να γυρίσει να με περιεργαστει, να με μαλώσει, είμαι βραχνάς. (Εσύ μας έλειπες πουτανάκι), θέλει να με κοιτάξει, να με μυρίσει (μμμμμμ θα βρωμάς σεξ και φιλιά) Μην τρέχετε, μη ζηλεύετε αφήστε με να σας πω. Θέλει να μου σηκώσει τη φούστα , να δει τα πόδια μου γυμνά κι αλοίμονο δε φοράς βρακί μωρή; Περπατάμε προς την έξοδο θέλω να την αγκαλιάσω να της πω να παρατήσει τη δουλειά της να πάμε να πιούμε μαζί καφέ. Να καθήσουμε κάπου ζεστά και να της μιλήσω για σένα. Να τις θυμίσω πως είναι να περνάς μια ολόκληρη νύχτα με κάποιον και να μη θέλεις να κοιμηθείς ούτε δευτερόλεπτο, να θέλεις να πάρεις όλες τις ματιές του πάνω σου και να τις κάνεις αυτοκόλλητα πάνω σου. Να γεμίσεις το σώμα σου μάτια και βλέμματα. Ανοίγει την πόρτα, βγαίνει έξω. Κάνει κρύο. Κάνεις μια τελευταία προσπάθεια να την πλησιάσεις. Στρίβει κι απομακρύνεται...Στο καλό κυρά μου.. Εσυ θα χάσεις.

2.11.07

29

Τέτοια μέρα πριν ένα χρόνο αγόρασα κάστανα για να δείξω στο Νοέμβρη πως τον υπολογίζω. Εκείνος είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που αποκρίθηκε με ένα νεύμα του Β. Η μαμά μου τέτοια εποχή ξεθάβει παλιά κασκόλ με χρώματα κι αρχίζει τα παράπονα. Είναι όλη μέρα όρθια και βράζει πράσινα πράματα. Ένα τυπικό κεφάλι περιέχει τα βασικά. Σαν ένα ντουλάπι κουζίνας που περιέχει μακαρόνια, σάλτσες και κονσέρβες. Μ'αρέσει να αλείφω το βούτυρο πάνω στο ψωμί και κείνο να γίνεται χίλια κομμάτια. Να κολλάνε στο χέρι μου και να τα γλείφω το πρωί. Είπα πρωί; Όχι δεν είπα. Είπες και σκάσε. Ντάξει είπα. Πρωινό φιλί. Το πιό ξεθαρρεμένο απ'ολα τα φιλιά. Δίνεται μέσα στο φως και κουβαλάει το οχι ή το ναι της νύχτας που πέρασε...Κλείνει το μάτι στο ναι ή στο όχι της νύχτας που θα ξανάρθει. Ξαπλώνω ανάσκελα όταν πεινάω. Τεντώνεται η κοιλιά μου και χορταίνει με ένα χέρι μόνο. Ξαπλώνω μπρούμυτα όταν δε φοβάμαι. Τεντώνεται η πλάτη μου με μια σκέψη μόνο. Ξαπλώνω όρθια όταν τρομάζω. Τεντώνεται η ζωή μου με μια ανάμνηση μόνο. Απλά λόγια. Μόνο απλά λόγια ξέρω. Μ'αρέσει η κωλοφαρδία μου όταν θέλω κάτι. Μ'αρέσει που βρήκα χώρο να αφήσω το ιδιωτικό μου φλαμίνγκο μέσα στον πιό στενό δρόμο του κόσμου με βροχή και μουστάκι... Σκάστε πουλάκια. Σκάστε. Είναι ακόμη νωρίς. Δεν θέλω να ξυπνήσω ούτε να κοιμηθώ. Θέλω να μείνω εδώ να καταγράψω τις παράπλευρες. Ένα σκουλαρίκι κι ένα απο κάτω. Ένα τελευταίο τσιγάρο. Να το ακουμπάω στην ολοκαίνουργια πληγή μου, να το σφίγγω πάνω στο αίμα που βγάζουν τα χείλη μου και να το βλέπω να κοκκινίζει. Πάντα μ'αρεσαν εκείνα τα αφημένα αποτσίγαρα που ήταν κόκκινα στην άκρη. Ποτέ δεν έβαψα τα χείλια μου κόκκινα. Έφευγαν οι φίλες της μαμάς κυρίως εκείνη με τα τεράστια βυζιά και το στενό κώλο. Φορούσε πουκάμισα και κόκκινο κραγιόν. Τη ζήλευα. Φορούσε γόβες. Η μαμά μου ποτέ. Η μαμά μου όλη μέρα να βράζει πράσινα. Έφευγε και πήγαινα κι έκλεβα μια γόπα. Την έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο. Την κρατούσα κι ένιωθα τα βυζιά μου να μεγαλώνουν. Γύριζα σπίτι κι η μαμά μου πάνω από τα πράσινα. Όμορφη, τόσο όμορφη, πράσινη όλόκληρη κι ανθισμένη. Πόσο πράσινη είσαι ρε μαμά. Πόσο κόκκινη σε ήθελα. Πόσο δεν ήξερα. Πόσο δεν ξέρω. Σήμερα που φιλοξενώ αίμα στο πάνω χείλος κάπνισα πολλά τσιγάρα. Στεγνώνει η πληγή κι εγώ ξαναβάζω δυνατά το τσιγάρο εκεί. Πονάει πολύ. Ματώνει πάλι κι όταν το σβήνω είναι κόκκινο. Μεγάλωσα, τα βυζιά μου δεν έγιναν τεράστια κι ο κώλος μου δεν είναι στενός. Δε φοράω πουκάμισα ποτέ και δε χαχανίζω. Ανηφορίζω τώρα στους ίδιους δρόμους. Εξακολουθώ να κρύβω τα τσιγάρα μου όπως παλιά. Έτσι για να μου μείνει κάτι από πριν. Εξακολουθώ να λέω μικρά ηλίθια ψέμματα στη μαμά μου. Έφαγες; Ναι. Τί; Έφαγα, έφαγα. Τί ωρα κοιμήθηκες πάλι; Νωρίς μαμά. Πόσο; Εε νωρίς σου είπα. Γύρνα στα πράσινά σου.

090807



In the time of the winter
the waiter had no much to say
he could hear the clock
but he could not find his way
if I' m so far from your heart why do I feel it beat
and time won't wait for me

1.11.07

4,35



in a cabin out where it's cold
there's a waiter serving time
he remembers she said
"I'll be there yes I'll be there
someday when the snow thaws"
so he stands watching the snow fall
in his hand a clock on a platter
he remembers she said
"I'll be there yes I'll be there
every night your eyes dream"
"dream dream my lonely one"

5

free image hosting

free image hosting

Perdidos Gif Demons Halloween Images

Gif Demons Halloween Images