161131518
Να μας σηκώνει η νύχτα και να μας κρεμάει στα κλαδιά μιας πορτοκαλιάς που θέριεψε από τα βρωμόνερα του σιφωνιού. Εγώ τη φύτεψα εκεί, θυμάσαι; Τώρα έγινε τεράστια, τρύπησε το ταβάνι, έφτασε τον πυλώνα υψηλής τάσης. Μπορεί και να ερωτεύτηκαν. Μας φαντάζομαι σε ένα μικροσκοπικό νησί έτοιμους να βουτήξουμε στις θάλασσές μας. Πρώτα ο καθένας στη δικιά του. Κι ύστερα να καταδυθώ στη δικιά σου κι εσύ στη δικιά μου.Τα υγρά των ανθρώπων είναι κι αυτά αλμυρά. Σκέψου τον ιδρώτα, τα δάκρυα, το σπέρμα. Για να μας θαλασσώνουν όταν τα θαλασσώνουμε. Μπορεί και να'μαστε μικρές θάλασσες, εσύ λες ωκεανοί. Ό, τι και να 'ναι θυμάμαι εκείνη τη νύχτα με τα χρώματα και αναποδογυρίζω πάλι και πάλι. Θυμάμαι τα όργανά μας να βγάζουν πιό πολύ σπίθα απ' ότι το ηλεκτρόδιο με την ηλεκτροκόλληση. Μάσκα δεν είχαμε. Ένα μαύρο μαντήλι μόνο. Πρώτα εσύ, ύστερα εγώ, ύστερα κανείς. Λύσαμε τα μάτια μας μα ξέρω πως φοβηθήκαμε να κοιτάξουμε ο ένας μέσα στον άλλο. Μιαν ιδεά μονάχα πήραμε. Το ίδιο βράδυ ξάπλωσα και είδα ένα μακρινό όνειρο. Καθόμασταν λέει κάτω από τα κλαδιά ενός μάνγκο και βλέπαμε τα μπανανόπλοια να περνάνε. Ξέραμε τα πάντα ο ένας για τον άλλο κι έιχαμε πάψει να μιλάμε από χρόνια. Δεν μας πονούσε αυτό. Ξύπνησα μόνη αλλά ήσουν τριγύρω. Το χέρι σου με έκαψε. Με κάβλωσες μέχρι το βουνό. Σιχαίνομαι τους ανθρώπους στο είπα; Εκείνους που δεν έχουν βλέμμα. Αυτούς με τα γυαλιστερά μάτια που λέγαμε δεν θα τους βρεις σχεδόν πουθενά. Χάνονται και καίγονται σε φωτιές με φλόγες ή χωρίς. Μένουν οι άλλοι. Οι δολοφόνοι τους. Όλοι έχουν το δολοφόνο τους. Αυτόν που τους καίει. Και 'συ ξέρεις για το δικό μου δολοφόνο. Αυτόν που μ'εκαψε και μ'αφησε άστεγη κι από τότε δεν θέλει κανείς να με κατοικήσει, ούτε κανείς προσφέρθηκε να τον κατοικήσω. Μα δεν ήθελα κατοικία. Να πετάω θέλω, να σε κατεβαίνω και να τσιμπάω λίγη τροφή, τόση ώστε να μπορώ μετά να απογειωθώ πάλι. Να φιλάω μια έλιά δίπλα σ'εναν αφαλό, να σέρνω τη γλώσσα μου απο'κει μέχρι την αγαπημένη μου μικροσκοπική τρύπα -το πρώτο χέρι που μας τάισε. Να σου αφήνω πάντα μια σταγόνα σάλιο μέσα. Να μην ξερένεσαι ποτέ. Να 'χουμε ένα μπαλκόνι δανεικό. Καλοκαιρινό με τζιτζίκια και πατζούρια κλειστά. Να σηκωθώ από το κρεβάτι να φτιάξω εκείνη τη ρημάδα τη βυσσινάδα. Αυτήν θέλω να πιούμε, αυτήν. Με τη γεύση της να τυρρανιούνται τα χέρια σου άτσαλα μέσα μου. Μπροστά και πίσω. Να σε κάνω να χύσεις και να σου αφήσω μια μικρή πληγή. Ένα γδάρσιμο από το δαχτυλίδι μου. Να ρίχνει η ελιά σου λοξές ματιές στον αφαλό που ποτίστηκε από το σπέρμα σου και να παρακαλάει να ξεχειλίσει μήπως ποτιστεί κι αυτή. Τα σπέρματά μας και λίγο σάλιο ξεχασμένο. Δε θα μας αντέξουν τα κλαδιά κι όταν πέσουμε, η αλεπού που θα περνάει από κάτω θα κάνει ευχή να γνωρίσει το μικρό πρίγκηπα. Θα φτιάξουμε φίλτρα ερωτικά. Θα φιλιόμαστε και θα τα φτύνουμε από ψηλά, θα ποτίζονται οι άνθρωποι και τα μυαλά τους, θα ερωτεύονται με μια μόνο σταγόνα. Θα καβλώνουν και θα γαμιούνται και μεις θα 'μαστε περήφανοι. Θα κρυφοκοιτάμε χαχανίζοντας. Θα σου γράφω αυτά που θέλω να σου πω στους τοίχους με μπογιές και το πρωί θα έχουν όλα σβηστεί. Δε θα μας νοιάζει γιατί το μέλλον είναι μια βλακεία. Μια μεγάλη βλακεία για 'κεινους που δεν μπορούν να νιώσουν. Το όνομά σου δε σου πάει. Βγήκε ο ήλιος. Έλα να ξαπλώσουμε. Θα κρεμάσω από πάνω μας το άσπρο μου φουστάνι να μας ρίχνει ίσκιο σε μικρές δόσεις. Θέλω να σκέφτομαι τα επόμενά μας φιλιά πιό ξεθαρρεμένα, σπίρτα μέσα στο χειμώνα. Ξέρε και τούτο. Αγαπώ τα ταξίδια χωρίς ασφάλεια. Δεν ξεψαχνίζω το πλοίο πριν ξεκινήσω, δε θέλω καινούργιο σκαρί να βγω στον ωκεανό σου. Σαπιοκάραβο κι ότι βγει.Καμιά φορά το ναυάγιο φαίνεται απο μακρυά, μα αν δεν κολυμπήσεις σε τιμωρούν τα άκρα σου που τ'αφησες άπραγα. Σκουριάζεις στη στεριά, ξερένεσαι και τίποτα δε σε αναποδογυρίζει πια. Θα γράψω ένα γράμμα. Με γραμματόσημο και γράμματα στο χαρτί. Θα το στείλω σε μια άγνωστη διεύθυνση, σ' άλλη χώρα. Μπορεί και να το λάβεις. Θα προτιμούσα να το λαχταράς...Εεε τ'ονομά σου το γνώρισες;



