26.6.07

9030

Tί να ζηλέψω από το καλοκαίρι; Μήπως ξέρω και τί σημαίνει; Είμαι μικρή ακόμη και δε βιάζομαι να μάθω. Κρατάω την αναπνοή μου και βουτάω. Μετράω ώς το πάντα και ξαναβγαίνω στην επιφάνεια. Εκεί οι εικόνες ίδιες πάντα. Η πόλη αυτή με πιάνει από το λαιμό και με σφίγγει. Ίσως γιατί δεν ξέρω τί να πιω για να δροσιστώ. Άρρωστα, καυτά ψυγεία μου προσφέρουν άπλετη υγεία. Και γω δεν ξέρω πόση υγεία να διαλέξω. Η υγεία που χρειάζομαι δεν συντηρείται σε ψυγείο. Γράφεται σε χαρτί. Μερικές τιμές είναι. Που αλλάζουν τη ζωή .Ίδιες συζητήσεις παντου. Βλέπω ανθρώπους με βαλίτσες και θέλω να ρωτήσω: Είστε σίγουροι πως τα πήρατε όλα; Τα κόμπλεξ σας; Τους φόβους; Την ανία; Την αγαμία σας; Την κακή σας ματιά για τον κόσμο; Την ανάγκη σας για επίδειξη; Ώραία τότε είστε πραγματικά έτοιμοι. Ωω το χρώμα σας μόνο Πώς να σας το πω! Μοιάζετε με σκατό. Όχι όχι σοκολάτα. Σκατό πατημένο με μύγες. Προτιμάτε τη λάμπα από τον ήλιο; Ω τι χαζή που είμαι ! Λάμπα πριν τον ήλιο κι ύστερα τον πιέζετε να γίνει φίλος σας. Αλοίφεστε και περιμένετε να σας χρωματίσει. Τί καημένοι είστε! Μα πως τον θέλετε φίλο σας με αυτά τα τεράστια γυαλιά! Πόσο τα πήρατε; Αα τόσο ακριβά. Μα δεν μπορούμε να έχουμε φίλους αν δεν τους κοιτάμε στα μάτια. Στ'αρχίδια σας ε; Μια πλάνη το καλοκαίρι. Θέλω να πιω velhu verde, το έχω ανάγκη. Να ξαπλώσω πάνω σε ένα τοιχάκι κάτω από μια σκιά. Να φοράω ένα φουστάνι και τίποτα άλλο, με ανοιχτά τα πόδια. Το ένα λυγισμένο και το άλλο να κρέμεται , να το κουνάω στο ρυθμό των φύλλων που θα κουνιούνται από πάνω μου . Να'χω τα μάτια ανοιχτά κάθε ώρα. Να ζήσω στο κενό , να χαράξω από την αρχή πόλεις. Να τους δώσω ονόματα και σχήματα μικρών ζώων. Σχεδόν ποτέ δεν φοράω γυαλιά ηλίου. Κι αυτοί που φοράνε δεν ξέρω τί ακριβώς θέλουν να αποφύγουν. Το φως μάλλον. ϊσως γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν τους διπλανούς τους, ίσως γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν τον εαυτό τους. Μονάχα που δεν ξέρουν πως κι ο ήλιος φοράει γυαλιά. Τα γυαλιά του είναι τα σύννεφα. Κρύβεται εκεί όταν δεν αντέχει να βλέπει την ασχήμια του καλοκαιρινού κόσμου. Την παρέλαση κρέατος σε χρώμα δεόντος σκατί σε συνδυασμό με την απουσία χρωματιστής ώρας. Φοράω την καλή μου στιγμή και βγαίνω κι εγώ. Κάθε βήμα πονάει αλλά δεν το δείχνω. Το αποφάσισα. Αυτό το καλοκαίρι δεν θα με δει κανείς να πονάω. Όταν δεν θα αντέχω άλλο θα γυρίζω στο σπίτι και θα ξαπλώνω μπρούμυτα χωρίς να φοβάμαι. Δεν ξέρω πόσες άλλες λύσεις μου μένουν. Και κείνη, η παλιά.... Που άλλοι τη λένε λύση κι άλλοι λύσσα, αν δεν πετύχει την πρώτη φορά δεν πετυχαίνει ποτέ. Τσάμπα κόπος κι ετοιμασία. Τσάμπα.. Αααα και τώρα που το θυμήθηκα! Γιατί λέμε καλό καλοκαίρι;;; Αφού περιέχει έτσι κι αλλιώς τη λέξη -καλό! Κι αν είναι έτσι γιατί δεν το λέμε έτσι σε όλες τις υπόλοιπες ευχο-λέξεις; Καλή καληνύχτα λοιπόν. Ακούγεται πιό όμορφα έτσι...

16.6.07

2718

Λιωμένη μέσα στους πυρετούς τον περίμενε να προσγειωθεί πάνω στα στόρια της. Να κρυφτεί μέσα στη σκόνη τους. Τα άνοιγε κάθε μέρα προσεκτικά μέχρι που τον είδε. Τα όνειρα όταν βγαίνουν αληθινά ξεφτιλίζονται. Η αλήθεια όταν μοιάζει με όνειρο δεν είναι πιά αλήθεια. Κι ο έρωτας όταν σκονίζεται σε βιτρίνες είναι χειρότερος απο ληγμένη κονσέρβα. Ο Ιούνης δεν βιάζεται, νομίζει θα μείνει αιώνια και βάζει τις μέρες του στην κατάψυξη. Ο Ιούλης περιμένει υπομονετικά με το βαλιτσάκι του έτοιμο. Κι εγώ ξάγρυπνη κλείνω τα μάτια και περιμένω μια γλώσσα να γλείψει το καρούμπαλο στον αγκώνα μου από τα καυλωμένα κουνούπια. Δε σαστίζω εύκολα πια κι αυτό φαίνεται σε όλους. Δεν είμαι άκεφη αλλά δεν έχω κέφια που λέει ο μικρός μου Οττο και τις νύχτες σε ονειρεύομαι να με γαμάς από πίσω κι ίσως αυτό να μου φτιάχνει το κέφι. Ξυπνάω δυστυχισμένη γιατί το όνειρο είναι πολύ λίγο σε σχέση με την πραγματικότητα που δεν ξέρω αν την έχω ζήσει, αν τη ζω κάθε μέρα , κι αν θα τη ζήσω ποτέ. Ζηλεύω όλους εκείνους που έχουν πληθώρα φωτογραφιών από τα μαιευτήρια και τα βαφτίσια τους. Εγώ δεν έχω και δε θυμάμαι γιατί. Ίσως το φιλμ να πήρε πολύ φως όταν γεννήθηκα. Ίσως ο ήλιος να κατάλαβε από τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου οτι θέλω να γίνουμε φίλοι και να έτρεξε να μου κάνει υποδοχή. Έβαψα τον ανεμιστήρα μου με χρώματα που δεν θα φορέσω ποτέ. Κι εκείνος κάθε φορά που γυρίζει μου σιγβορέχει μωβ και κίτρινες σταγόνες. Κολλάνε στο πρόσωπό μου και μοιάζουν με τις υπέροχες εκείνες τεράστιες ελιές που ζωγράφιζαν οι γυναίκες στα μάγουλά τους , μερικούς αιώνες πριν. Καταλήγω να αναζητώ μερικά χιλιόμετρα, να τα μετράω και να τα ξαναμετράω μέχρι να μικρύνουν αν και πολύ βαθειά μέσα μου, πάνω από τον κόλπο μου, δεν πιστεύω οτι θα καταφέρω να πλησιάσω έστω και μερικά χιλιοστά. Αυνανίζομαι μπροστά σε καθρέφτες για να βλέπω τα νύχια μου και να τα καμαρώνω. Την επόμενη μέρα τα ξαναβάφω στο ίδιο χρώμα. Ξαπλώνω ανάσκελα. Κρύβω στον αφαλό μου τις αυριανές μου σκέψεις, ξετυλίγω μια καραμέλα, τη βάζω στο στόμα μου και εκείνη αρχίζει αμέσως την κουβέντα με τα δόντια μου. Λυπημένη σκέφτομαι πως ίσως μια μέρα πολλά χρόνια μακρυά από σήμερα, βγάζω τα δόντια μου για να κοιμηθώ, κι ίσως τότε να μην είμαι άκεφη.... Απλά μπορεί να μην έχω κέφια.

13.6.07

13-06-07

Πού είσαι; Το χέρι σου είναι παγωμένο. Τί κρατάς; Πού κοιτάς; Εμένα με βλέπεις; Κάθομαι στα πόδια σου και σου μιλάω. Πες μου όμως κι εσύ. Έχεις γράψει για όλα; Πες μου. Για όλα; Για ότι είδες κι ένιωσες; Πες μου νιώθεις πόσο “ποιητής μου” είσαι; Το συνηδειτοποίησες ποτέ; Το χέρι σου είναι τόσο κρύο. Δώστο μου θα στο ζεστάνω. Εγώ είμαι εδώ μη σε νοιάζει τίποτα. Ξέρω πως έγραψες για τη ματαιότητα. 'Ηξερες όπως κανείς να χλευάζεις τα ουράνια τόξα. Εγώ πάλι τα κάνω δώρο σε φίλους μου. Πιό πολύ με νοιάζει να μου πεις για τη ζωή. Για κείνη τη γραμμή που μας στηρίζει. Τη λεπτή κλωστίτσα που αν ενα μικρό αλητάκι αποφασίσει να δαγκώσει, τη σπάει κι η ζωή γυρίζει πάνω και κάτω. Λάτρεψα την πόλη σου όσο καμιά. Όσο τίποτα. Πόλη γεμάτη χαλασμένες μήτρες. Μια ακόμη μήτρα κλαίει σήμερα και ξερνάει κομμάτια ζωής που δεν έγινε ζωή. Πες μου γι'αυτό έγραψες; Λατρεύω τον Ατλαντικό από δω που καθόμαστε. Άσε με να σε ζεστάνω. Εσυ το χεις κάνει τόσο πολύ. Τόσο δυνατά. Ένα σχηματισμένο πλάσμα με μισά χέρια και μισά πόδια τριγυρίζει απόψε στον αέρα. Κι ένα άλλο, πληγωμένο τρομαγμένο ίσως να κάνει το ίδιο. Το ένα ξέρω δεν θα γυρίσει πίσω. Κάνε κάτι για το άλλο. Μα γιατί είναι κρύο το χέρι σου; Εξήγησέ μου. Πονάω παντού. Το χέρι μου είναι ζεστό. Μα όχι, δεν είσαι εσύ νεκρός. Εγώ είμαι. Πιό νεκρή από σένα, πιό πονεμένη και τόσο μα τόσο χαλασμένη, χωρίς γραμμάριο υπομονής.
Αλλιώς την περίμενα αυτή τη βραδυά. Να με συγχωρείς. Σου είχα ετοιμάσει τόσα και τόσα.Τί να σου χαρίσω τώρα; Να, πάρε την απελπισία μου, την πιό βαθειά μου στεναχώρια, και μια φωτογραφία μου για να με θυμάσαι. Με δείχνει πιό ομορφη. Στην πραγματικότητα είμαι πολύ άσχημη αλλά μην το πεις. ...Κι εκείνος που'θελα να του γράψω σήμερα, με πρόλαβε και δεν είχε κι αστέρια.... Χρόνια πολλά.......

Lisbon revisited (1926)

Nada me prende a nada.
Quero cinquenta coisas ao mesmo tempo.
Anseio com uma angústia de fome de carne
O que não sei que seja -
Definidamente pelo indefinido...
Durmo irrequieto, e vivo num sonhar irrequieto
De quem dorme irrequieto, metade a sonhar.
Fecharam-me todas as portas abstractas e necessárias.
Correram cortinas de todas as hipóteses que eu poderia ver da rua.
Não há na travessa achada o número da porta que me deram.
Acordei para a mesma vida para que tinha adormecido.
Até os meus exércitos sonhados sofreram derrota.
Até os meus sonhos se sentiram falsos ao serem sonhados.
Até a vida só desejada me farta - até essa vida...
Compreendo a intervalos desconexos;
Escrevo por lapsos de cansaço;
E um tédio que é até do tédio arroja-me à praia.
Não sei que destino ou futuro compete à minha angústia sem leme;
Não sei que ilhas do sul impossível aguardam-me naufrago;
ou que palmares de literatura me darão ao menos um verso.
Não, não sei isto, nem outra coisa, nem coisa nenhuma...
E, no fundo do meu espírito, onde sonho o que sonhei,
Nos campos últimos da alma, onde memoro sem causa
(E o passado é uma névoa natural de lágrimas falsas),
Nas estradas e atalhos das florestas longínquas
Onde supus o meu ser,
Fogem desmantelados, últimos restos
Da ilusão final,
Os meus exércitos sonhados, derrotados sem ter sido,
As minhas cortes por existir, esfaceladas em Deus.
Outra vez te revejo,
Cidade da minha infãncia pavorosamente perdida...
Cidade triste e alegre, outra vez sonho aqui...
Eu? Mas sou eu o mesmo que aqui vivi, e aqui voltei,
E aqui tornei a voltar, e a voltar.
E aqui de novo tornei a voltar?
Ou somos todos os Eu que estive aqui ou estiveram,
Uma série de contas-entes ligados por um fio-memória,
Uma série de sonhos de mim de alguém de fora de mim?
Outra vez te revejo,
Com o coração mais longínquo, a alma menos minha.
Outra vez te revejo - Lisboa e Tejo e tudo -,
Transeunte inútil de ti e de mim,
Estrangeiro aqui como em toda a parte,
Casual na vida como na alma,
Fantasma a errar em salas de recordações,
Ao ruído dos ratos e das tábuas que rangem
No castelo maldito de ter que viver...
Outra vez te revejo,
Sombra que passa através das sombras, e brilha
Um momento a uma luz fúnebre desconhecida,
E entra na noite como um rastro de barco se perde
Na água que deixa de se ouvir...
Outra vez te revejo,
Mas, ai, a mim não me revejo!
Partiu-se o espelho mágico em que me revia idêntico,
E em cada fragmento fatídico vejo só um bocado de mim -
Um bocado de ti e de mim!...
Álvaro de Campos
Θα σε φωνάξω και φέτος...119 χρόνια μετά.Ξύπνα...Ξύπνα και ξύπνα με και μένα...


9.6.07

28



Να πάρουμε το τραμ 28 ή να περπατήσουμε;

5.6.07

00000000000000

Για να μην ξεράσω, κι επειδή σα να παραχέστηκε το πράμα....
Κλείνω τα μάτια μου στην αηδία.
Άει στο διάλο

9230

Μπορώ να σε περιμένω χίλιους κύκλους ζωής. Να σε ψάχνω σε ανάποδους πλανήτες χωρίς οξυγόνο. Να σ'αφήσω να κατακτήσεις τις χώρες του παραλόγου μου. Να σε πάρω από το χέρι και να μυρίσουμε μαζί με όλη μας τη δύναμη ένα λουλούδι που δεν έχει φυτρώσει ακόμη. Μπορώ να αναγνωρίσω τη μυρωδιά σου ανάμεσα σε χιλιάδες. Μην απορείς , έτσι κάνω με τους ανθρώπους που αγαπώ. Δεν μπορώ να τους προδώσω. Προτιμώ να ανατινάξω τη συνείδησή μου. Μ'αρέσει να τους φροντίζω, να τους αγκαλιάζω, να τους κοιμίζω.Κι έσένα θέλω να σ'ερωτεύομαι κάθε δευτερόλεπτο πιό πολύ και να νιώθω την κοιλιά μου να φουσκώνει. Δημιουργία είναι η καύλα. Ζωή. Δε ζητάω τίποτα. Να.. Μονάχα που έχω απορίες. Αυτές θέλω να μου τις λύνουν. Επιμένω σ'αυτό. Ας μου εξηγήσει κάποιος γιατί το μέλι είναι το ίδιο νόστιμο με το θαλασσινό νερό. Αφού το ένα είναι γλύκό και το άλλο αλμυρό. Και γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουν να τους αγγίζουν; Και αν μόνο ο πλανήτης μας έχει θάλασσα. Αυτές για σήμερα. Πάμε τώρα να αγοράσουμε όρεξη για ταξίδια, και να ξεκινήσουμε για έναν πλανήτη καμωμένο από φρέσκο μπισκότο. Να πατάμε πάνω και να τρίβεται. Να πέφτει βροχή στη γη. Να περπατάνε οι άνθρωποι που ξέρουν να βαδίζουν και ισια και στραβά και να τους ομορφαίνει το πρόσωπο. Να σηκώσουν το κεφάλι ψηλά, να αναρωτηθούν από πού έρχεται αυτή η βροχή. Να τους κάνουμε να γελάσουν. Να γελάσουμε κι εμείς με ένα ατελείωτο γέλιο. Έλα είναι Δευτέρα. Ας βιαστούμε να προλάβουμε τη βδομάδα πριν χασμουρηθεί.

1.6.07

Για την Αμαλία


Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσ κάντε ησυχία είπα.

Σκάστε

Η Αμαλία κοιμάται...............
Αποκομμένος απ’ όλους κι απ’ όλα σε μαγεμένη τροχιά.
Πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα τίποτα δεν με ακουμπά.
Στον παράξενό μου χρόνο.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυό μας ένα
να σ’ αγκαλιάσω να μ’ αγκαλιάσεις, να ξεγελιέσαι, να ξεγελιέμαι
να σ’ αγαπήσω, να μ’ αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσο δούλι
σαν ζευγαρώνουν δυό βεγγαλικά, μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά,
στων προσώπων μας τις ζάρες.

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάντζα καμιά.
Ντύθηκε η μέρα τα ρούχα της νύχτας και η ψυχή μου πηδά,
στου απέραντου την ψύχα.

θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια, για βγες απ’ έξω, απ’ τη συνήθεια.
Σύρε κι έλα να με λούσεις κι ας είμαι της καθαρευούσης.
Να σ’ αγαπήσω, να μ’ αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τόσοδούλι.
Δρεπανοφόρα άρματα περνάν, στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν,
ασυγκίνητο σ’ αφήνει.

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα, θωρακισμένε καιρέ.
Με μια πικρή, παγερή τρυφεράδα σε θυσιάζουν μωρέ
μ'αυταπάτες πια δεν έχω.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυό μας ένα.
Δες θα φτιάχνουμε στιχάκια, να περπατάν σαν καβουράκια.
Πλάγια και ακριβά τα χάδια, φως αχνό μες τα σκοτάδια.
Μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ, στο μαγγανοπήγαδο της ήττας μου περνώ.
Venceremos, Venceremos





free image hosting

free image hosting

Perdidos Gif Demons Halloween Images

Gif Demons Halloween Images