29
Τέτοια μέρα πριν ένα χρόνο αγόρασα κάστανα για να δείξω στο Νοέμβρη πως τον υπολογίζω. Εκείνος είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που αποκρίθηκε με ένα νεύμα του Β. Η μαμά μου τέτοια εποχή ξεθάβει παλιά κασκόλ με χρώματα κι αρχίζει τα παράπονα. Είναι όλη μέρα όρθια και βράζει πράσινα πράματα. Ένα τυπικό κεφάλι περιέχει τα βασικά. Σαν ένα ντουλάπι κουζίνας που περιέχει μακαρόνια, σάλτσες και κονσέρβες. Μ'αρέσει να αλείφω το βούτυρο πάνω στο ψωμί και κείνο να γίνεται χίλια κομμάτια. Να κολλάνε στο χέρι μου και να τα γλείφω το πρωί. Είπα πρωί; Όχι δεν είπα. Είπες και σκάσε. Ντάξει είπα. Πρωινό φιλί. Το πιό ξεθαρρεμένο απ'ολα τα φιλιά. Δίνεται μέσα στο φως και κουβαλάει το οχι ή το ναι της νύχτας που πέρασε...Κλείνει το μάτι στο ναι ή στο όχι της νύχτας που θα ξανάρθει. Ξαπλώνω ανάσκελα όταν πεινάω. Τεντώνεται η κοιλιά μου και χορταίνει με ένα χέρι μόνο. Ξαπλώνω μπρούμυτα όταν δε φοβάμαι. Τεντώνεται η πλάτη μου με μια σκέψη μόνο. Ξαπλώνω όρθια όταν τρομάζω. Τεντώνεται η ζωή μου με μια ανάμνηση μόνο. Απλά λόγια. Μόνο απλά λόγια ξέρω. Μ'αρέσει η κωλοφαρδία μου όταν θέλω κάτι. Μ'αρέσει που βρήκα χώρο να αφήσω το ιδιωτικό μου φλαμίνγκο μέσα στον πιό στενό δρόμο του κόσμου με βροχή και μουστάκι... Σκάστε πουλάκια. Σκάστε. Είναι ακόμη νωρίς. Δεν θέλω να ξυπνήσω ούτε να κοιμηθώ. Θέλω να μείνω εδώ να καταγράψω τις παράπλευρες. Ένα σκουλαρίκι κι ένα απο κάτω. Ένα τελευταίο τσιγάρο. Να το ακουμπάω στην ολοκαίνουργια πληγή μου, να το σφίγγω πάνω στο αίμα που βγάζουν τα χείλη μου και να το βλέπω να κοκκινίζει. Πάντα μ'αρεσαν εκείνα τα αφημένα αποτσίγαρα που ήταν κόκκινα στην άκρη. Ποτέ δεν έβαψα τα χείλια μου κόκκινα. Έφευγαν οι φίλες της μαμάς κυρίως εκείνη με τα τεράστια βυζιά και το στενό κώλο. Φορούσε πουκάμισα και κόκκινο κραγιόν. Τη ζήλευα. Φορούσε γόβες. Η μαμά μου ποτέ. Η μαμά μου όλη μέρα να βράζει πράσινα. Έφευγε και πήγαινα κι έκλεβα μια γόπα. Την έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο. Την κρατούσα κι ένιωθα τα βυζιά μου να μεγαλώνουν. Γύριζα σπίτι κι η μαμά μου πάνω από τα πράσινα. Όμορφη, τόσο όμορφη, πράσινη όλόκληρη κι ανθισμένη. Πόσο πράσινη είσαι ρε μαμά. Πόσο κόκκινη σε ήθελα. Πόσο δεν ήξερα. Πόσο δεν ξέρω. Σήμερα που φιλοξενώ αίμα στο πάνω χείλος κάπνισα πολλά τσιγάρα. Στεγνώνει η πληγή κι εγώ ξαναβάζω δυνατά το τσιγάρο εκεί. Πονάει πολύ. Ματώνει πάλι κι όταν το σβήνω είναι κόκκινο. Μεγάλωσα, τα βυζιά μου δεν έγιναν τεράστια κι ο κώλος μου δεν είναι στενός. Δε φοράω πουκάμισα ποτέ και δε χαχανίζω. Ανηφορίζω τώρα στους ίδιους δρόμους. Εξακολουθώ να κρύβω τα τσιγάρα μου όπως παλιά. Έτσι για να μου μείνει κάτι από πριν. Εξακολουθώ να λέω μικρά ηλίθια ψέμματα στη μαμά μου. Έφαγες; Ναι. Τί; Έφαγα, έφαγα. Τί ωρα κοιμήθηκες πάλι; Νωρίς μαμά. Πόσο; Εε νωρίς σου είπα. Γύρνα στα πράσινά σου.


free image hosting