`
Κόβω μιά φέτα αγκαλιά, στην προσφέρω, δεν έχω βούτυρο να αλλείψω, βάζω σάλιο, την τρως λαίμαργα, πριν προλάβεις να καταπιείς ζητάς κι άλλη στήνεις τη σκαλωσιά σου πάνω στον ώμο μου κι αρχίζεις τις εργασίες. Τσιμέντο, σιδέρωμα, καλούπωμα, τσιμέντο, σιδέρωμα, καλούπωμα, τσιμέντο, μας πιάνει η νύχτα...Το πρωί ξεκαλουπώνεις, αστεία τα σημάδια, πάρε όλα τα ξύλα από πάνω μου, σίγουρα μη φοβάσαι, έγινα μπετόν, μπορείς να φύγεις ήσυχος πως δε θα μετακινηθώ, δε θα νιώσω μέχρι να ξαναρθεις. Μην ξεχάσεις τα σύνεργά σου εεεεε που πας;; το σκεπάρνι!













