
Πρίν μερικές μέρες χιόνισε. Αποφάσισα να φτιάξω έναν χιονάνθρωπο...Προσπαθούσα με τα γάντια, του φτιαξα το σώμα, του βαλα κασκόλ, κι όταν έφτασα στο πρόσωπο έβγαλα τα γάντια και το πρόσωπό του ήταν ζεστό..ολα ήταν καλά μέχρι που του έβαλα τα μάτια. Άρχισε να με κοιτάει με ένα βλέμμα λυπημένο, εγώ έκανα πως δεν έβλεπα μα τελικά αποφάσισα να του φτιάξω το στόμα να δώ τι έχει να μου πέι...Και μου πε: - Με φτιάχνεις με όλη σου τη χαρά κι απορείς γιατί είμαι λυπημένος..Σε ευχαριστώ που μου φόρεσες παπούτσια, είσαι η μόνη που το έκανες κι αυτό σημαίνει πως δεν θα με κρατήσεις εδώ για πάντα να ΄λιώσω, μου χάρισες την ελευθερία μου, μα και πάλι γιατί να είμαι χαρούμενος αφου ξέρω πως σε μερικές μέρες θα λιώσω. Έρχομαι σε έναν κόσμο που δε γνωρίζω, κι ούτε ξέρω πού να πάω μετά.
Αυτά είπε και μετά σώπασε...Σκέφτηκα λίγο και τού πα: - Γειά σου είμαι η Λίνα. Είμαι μεγάλη αλλά χαίρομαι με τα χιόνια. Σου φόρεσα παπούτσια γιατί σκέφτηκα πως θα'θελες να φύγεις (αν και δε θέλω). Νόμιζα πως ξέρεις για τη χώρα των χιονανθρωπων αλλά αφου δεν ξέρεις θα σου πώ. Υπάρχει μιά χώρα, λέγεται Χιονανθρωποχώρα, βρίσκεται αρκετά μακρυά αποδω. Έχει παντού χιονανθρώπους, γίνεται κάθε μέρα γιορτή για να υποδεχτεί τους καινούργιους. Μερικοί φτάνουν μισολιωμένοι και κουρασμένοι, ομως εκεί τους περιμένουν ερωτωλάγνες χιονανθρώπισσες, με όμορφα μακρυά μαλλιά και υπέροχα παγωμένα χιονανθρωποκορμιά. Τους τραγουδούν και τους χορεύουν.
Όση ώρα μιλούσα εκείνος με κοίταγε μέσα στα μάτια και η έκφρασή του είχα αλλάξει πιά εντελώς. Μου ζήτησε τσιγάρο και του δωσα. Μου ζήτησε κι ένα φιλί. Του το'δωσα κι αυτό. Μπήκα για λίγο μέσα να πάρω φωτιά να του το ανάψω. Όταν βγήκα είχε φύγει. Έκλαψα και γέμισαν τα ματια μου και τα μαλλιά μου φράουλες. Το επόμενο πρωί έλαβα μια κάρτα...
"Αγαπημένη μου Λίνα,
περνάω υπέροχα, έχω κιόλας ερωτευτεί. Όλα είναι όπως μου τα είπες εσύ. Ευχαριστώ για όλα. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ...Σ'αγάπησα"
Ευτυχώς πρόλαβα να του βγάλω μια φωτογραφία...